Στην ταινία, μετά τον θάνατο του πατέρα, η μητέρα Ροζάρια Παρόντι (Κατίνα Παξινού) φεύγει από την Καλαβρία με τους 4 γιους της και εγκαθίσταται στο Μιλάνο, για να ακολουθήσει τον μεγαλύτερο από τους 5 γιους, Βιντσέντσο (Σπύρος Φωκάς), ο οποίος είναι αρραβωνιασμένος με την Τζινέτα (Κλαούντια Καρντινάλε). Η οικογένεια τελικά μένει σε ένα μικρό φτωχικό σπίτι. Ο καλόψυχος Ρόκο (Αλέν Ντελόν) δουλεύει σε καθαριστήριο ρούχων και θέλει να γίνει πυγμάχος, όπως ο σκληρός αδερφός του Σιμόνε (Ρενάτο Σαλβατόρι), ο Τσίρο, εργάζεται σε ένα εργοστάσιο αυτοκινήτων και ο Λούκα είναι ακόμη πολύ μικρός για να δουλέψει. Ο Σιμόνε γνωρίζει και ερωτεύεται την Νάντια (Ανί Ζιραρντό), που είναι πόρνη, η οποία στη συνέχεια διατηρεί σχέση με τον Ρόκο. Η σύγκρουση των δύο αδερφών θα έχει ολέθρια αποτελέσματα.
Η ταινία είναι χωρισμένη σε πέντε μέρη, όσα και τα αδέλφια, προσφέροντας μια σφαιρική ματιά στις ζωές τους: Βιντσέντσο, Σιμόνε, Ρόκο, Τσίρο, Λούκα.

Ο Βισκόντι συνδυάζει τον νεορεαλισμό με την όπερα, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα αρχαίας τραγωδίας, όπου το προσωπικό αδιέξοδο των ηρώων αντικατοπτρίζει την κοινωνική παρακμή.
Η ταινία εστιάζει στη μετανάστευση, την απώλεια των αγροτικών αξιών στην πόλη και την ηθική διάβρωση.
Ο Αλέν Ντελόν (Ρόκο) προσφέρει μια ποιητική ερμηνεία, ενώ ο Ρενάτο Σαλβατόρε (Σιμόν) αποδίδει πειστικά τη βίαιη πτώση. Η Κατίνα Παξινού, στο ρόλο της μητέρας, ενισχύει τη δραματική ένταση. Θεωρείται μια από τις πιο σημαντικές ευρωπαϊκές ταινίες, που, παρά τη μεγάλη της διάρκεια (168′), καθηλώνει με την εικαστική της δύναμη.

Στην Ελλάδα η ταινία έκανε πρεμιέρα στις 13 Νοεμβρίου 1961 στους κινηματογράφους Αθηναίον, Άστορ, Ράδιο Σίτυ και Σταρ της Αθήνας.



