Η ιστορικός τέχνης και αρχαιολόγος Ίρις Κρητικού αναφέρει για την έκθεση: «Ανάμεσα στις επίμονες ετούτες ιερογλυφικές ψηφίδες που σχολιάζουν μια εκρηκτική και δυσοίωνη καθημερινότητα, ανάμεσα στα επάλληλα στιγμιότυπα μιας ευκίνητης μουσικής παρτιτούρας ή ενός αυτοβιογραφικού κόμικ σε ανεξάντλητες συνέχειες, ο Παυλίδης συνθέτει το απεικονιστικό και απτικό άθροισμα του κόσμου του με τον τρόπο ενός αυτοσχεδιαστικού θεάτρου δρόμου. Σκηνή τη σκηνή, πράξη την πράξη, εμφανίζονται οι μικροί και αεάνως πολλαπλασιαζόμενοι αντιήρωες του ζωγράφου -τα τρυφερά γνώριμα τερατάκια του που ποζάρουν χωρίς αιδώ ως δικά του ανήσυχα alter ego, αντιδρώντας στις ζοφερές περιρρέουσες συνθήκες και συμπληρώνοντας τον φόβο του κενού. Γεμίζοντας τον καμβά με μαεστρικά σχεδιασμένες συμπλεγματικές αλληλουχίες, επιδίδονται σε εξακολουθητικές ασκήσεις θάρρους, φιλοσοφούν και εξασκούνται στο να συνεχίζουν να ζουν, ενώ τα περισσότερα γύρω τους σωριάζονται με εκκωφαντικό πάταγο» και συνεχίζει λέγοντας: «Μιλώντας με τον ίδιο τον καλλιτέχνη, αποκωδικοποιώ την επιθυμία του να καταθέσει τη νέα ετούτη εργογραφία ως συνολικό απολογισμό, ως γενναία πράξη συμφιλίωσης, ως σημειωτική παρακαταθήκη του «από εδώ και μπρος». Να κυκλώσει μέσω της καταιγιστικής σουρεαλιστικής γραφής του το πρόβλημα, να το κοιτάξει κατάματα και να επιζήσει μαζί του, έστω και τραυματικά. Τα υβριδικά όντα που γεννούν η φαντασία και η ακριβής γραφίδα του, κυκλοφορούν στον καμβά με τον τρόπο που οι νεαροί στρατιώτες πατούν επάνω σε ναρκοπέδια, ή λανθάνουν τον κίνδυνο, ανοίγοντας δρόμο ανάμεσα σε βόμβες που μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκραγούν. Ωστόσο, όπως και ο ίδιος ο Παυλίδης επισημαίνει, η έκρηξη αυτή μπορεί να σημαίνει θάνατο, σηματοδοτεί ωστόσο και την επερχόμενη αναγέννηση. Τα καινούργια που έχουμε μέσα μας, τα αναβλύζοντα ερωτήματα, τους μικρούς βλαστούς της χαράς, τις αναπάντητες παρακαταθήκες της μνήμης που μας κρατούν άυπνα ζωντανούς».