30 C
Athens
Σάββατο 20 Ιουλίου 2024

“Ορέστεια”, το δράμα του Οίκου των Ατρειδών όπως το είδε ο Γιάννης Χουβαρδάς

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Mια σειρά από ερωτήματα ανακύπτουν από την προσέγγιση της «Ορέστειας» του Αισχύλου: Τι υποδηλώνει στην τριλογία η μορφή του Αγαμέμνονος και ποια είναι η θέση της Κλυταιμνήστρας απέναντί του, τη στιγμή που αυτός έχει θυσιάσει την κόρη τους Ιφιγένεια χάριν της ευόδωσης της εκστρατείας στην Τροία; Και βέβαια, το τεράστιο: Τη στιγμή που ο Ορέστης είναι ένοχος μητροκτονίας, δικαιούται συγχώρεση, και αν ναι, πώς γίνεται να επιτευχθεί κάτι τέτοιο; Ποια είναι η έννοια της δικαίωσης του Ορέστη από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου;
Ο Γιάννης Χουβαρδάς με μια εξαιρετική ομάδα ηθοποιών και καλλιτεχνικών συντελεστών δημιούργησε μια παράσταση για τις απαρχές και το μέλλον της ανθρώπινης βίας. Την τριλογία: Αγαμέμνων, Χοηφόροι, Ευμενίδες. Παρακολουθήσαμε το στυγερό και αιματηρό κύκλο των Ατρειδών στα τρία κορυφαία έργα της παγκόσμιας δραματουργίας, μέσα από μια εμβληματική θεατρική συνάντηση.

H τριλογία

Ο Αισχύλος υπήρξε ανυπέρβλητος στη δημιουργία κατάλληλης ατμόσφαιρας και στην επινόηση επεισοδίων, τα οποία συνδέονται αρμονικά μεταξύ τους. Τη μεγαλοπρέπεια του περιεχομένου και του λόγου χαρακτηρίζει η ευρύτητα των εκφραστικών μέσων, η δύναμη και οι τολμηρές εικόνες αλλά και το μεγαλείο του στίχου, τον οποίο διακρίνει η αφθονία των νέων λέξεων και ο λυρικός τόνος όχι μόνο των χορικών αλλά και των διαλογικών μερών. Η «Ορέστειά» του είναι απ’ όλες τις πλευρές ένα έργο κομβικό και είναι η μοναδική τριλογία που έχει σωθεί από το σύνολο του αρχαίου δράματος. Καταπιάνεται με κεντρικά θέματα της ανθρώπινης συνύπαρξης καθώς και με την αρχετυπικής σημασίας επιλογή των κύριων προσώπων της. Με τα προβλήματα που θέτει επί τάπητος επηρέασε βαθύτατα τον δυτικό πολιτισμό, και οπωσδήποτε συνέβαλε στην αυτογνωσία του. Ο νοηματικός άξονας των τριών τραγωδιών που την απαρτίζουν είναι ο εξής: Ο Αγαμέμνων, ο νικητής της εκστρατείας εναντίον των Τρώων, επιστρέφει έπειτα από πολλά χρόνια στο παλάτι του στις Μυκήνες, όπου βρίσκει τη γυναίκα του, την Κλυταιμνήστρα, η οποία έχεις αρκετούς λόγους για να τον μισεί. Καταρχάς έχει αποκτήσει έναν εραστή, τον Αίγισθο, αλλά κυρίως δεν τον έχει συγχωρέσει για τη θυσία της κόρης τους Ιφιγένειας, την οποία είχε κάνει ο Αγαμέμνων πριν από την εκστρατεία κατά της Τροίας. Η Κλυταιμνήστρα δολοφονεί τον Αγαμέμνονα. Στις “Χοηφόρους”, ο Ορέστης ύστερα από χρόνια απουσίας επιστρέφει στο παλάτι και σκοτώνει τη μητέρα του, Κλυταιμνήστρα, θέλοντας να εκδικηθεί τον φόνο του πατέρα του, με την παρότρυνση της αδελφής του Ηλέκτρας. Στις “Ευμενίδες”, ο Ορέστης εμφανίζεται να καταδιώκεται από τις Ερινύες και παρουσιάζεται ενώπιον του δικαστηρίου που έχει ιδρύσει η θεά Αθηνά, όπου κρίνεται η τύχη του. Τελικά, ύστερα από απόφαση του δικαστηρίου, αθωώνεται, ανοίγοντας μια νέα εποχή για την Αθήνα.
Ο Αισχύλος έχτισε με την ιστορία των Ατρειδών ένα έργο που έμεινε στην Ιστορία σαν μνημείο άφθαστης μεγαλοσύνης του ανθρώπινου πνεύματος. Αποκωδικοποιεί βαθιές πραγματικότητες της ανθρώπινης ψυχής και της ανθρώπινης αντίληψης. Συνιστά ένα όλως διόλου διαφωτιστικό αρχέτυπο για ολόκληρη τη δυτική σκέψη και λογοτεχνία. Ύβρις, φόνος και ενοχή, αυτά τα ζητήματα πραγματεύεται με αξιοθαύμαστη οξύνοια και βαθύτητα ο μεγάλος τραγικός.
Ο Αγαμέμνων εμφανίζεται να έχει διεξαγάγει έναν επιθετικό πόλεμο, με τεράστιο κόστος σε ανθρώπινες ζωές, αποκλειστικά για ένα θέμα τιμής, και παρουσιάζεται ιδιαίτερα αλαζονικός. Καθώς γνωρίζουμε πως πριν από την έναρξη της εκστρατείας ο Αγαμέμνων έχει θυσιάσει την κόρη του, Ιφιγένεια, για να εξασφαλίσει από τους θεούς την ευόδωσή της, το μοτίβο της ύβρεως τίθεται όχι μόνον ως ένα από τα βασικά θέματα της τραγωδίας, αλλά ως προϋπόθεσή της. Έχει στιγματίσει τη δράση, ήδη σε παρελθόντα χρόνο.
Αξιολογώντας μ’ αυτόν τον τρόπο τη θέση της ύβρεως στο αρχαίο ελληνικό δράμα εύκολα οδηγούμαστε στη θεματική της ενοχής, καθώς μπορούμε να δούμε το σημαντικό τούτο μοτίβο της Ορέστειας, κατά μία έννοια, σαν συνέπεια της ύβρεως.

Πόλεμος και βία

Μια σφιχτοδεμένη ομάδα δώδεκα εκλεκτών ηθοποιών μοιράστηκε όλους τους ρόλους της τριλογίας -συμπεριλαμβανομένου του Χορού- και στα τρία έργα. Με όλες τις δυναμικές της ατομικής, οικογενειακής, πολιτικής και κοινωνικής βίας, αφηγήθηκαν τον κύκλο αίματος μιας οικογένειας ως τον ιστορικό κύκλο ενός έθνους που πρέπει να θυσιάσει τα παιδιά του προκειμένου να ξαναγεννηθεί. Όμως η αναγέννηση που βασίζεται σε πολιτικοκοινωνικά οράματα χωρίς τη γονιμοποιητική ευλογία της οικογενειακής αγάπης δεν φέρνει απαραίτητα τη λύτρωση.
Η παράσταση πέτυχε αυτό που επιδίωκε. Γιατί περιέγραφε αυτό που βιώνουμε σήμερα. Το τρίπτυχο «δρω, παθαίνω, μαθαίνω». Για τον Αισχύλο, που είχε πολεμήσει στους Μηδικούς Πολέμους, το θέμα του πολέμου ήταν πάντα παρόν. Στο έργο περιγράφονται οι αγριότητες της αιχμαλωσίας που είναι αποτέλεσμα του πολέμου. Υπάρχει μια εμμονή στο πένθος που ακολουθεί τον πόλεμο και τον παραλογισμό της αιτίας του. Μην ξεχνάμε πως ο Αγαμέμνων έκανε έναν πόλεμο, για ασήμαντη φαινομενικά αφορμή -ως απάντηση στην αρπαγή «της Ωραίας Ελένης», γυναίκας «πολύανδρου»- τον οποίο πόλεμο κέρδισε με δόλο, με τον γνωστό Δούρειο Ίππο, κατόπιν παρότρυνσης του Οδυσσέα.

Ο Γιάννης Χουβαρδάς είναι ένας δημιουργικά τολμηρός σκηνοθέτης, με ρηξικέλευθες ιδέες και οξυδέρκεια όσον αφορά τον συσχετισμό με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έμεινε πιστός στο αρχαίο κείμενο χωρίς να το ευτελίζει. Αυτό που σκέφτηκε ήταν να δημιουργήσει κάτι καινοτόμο για την αρχαία τραγωδία και ευθύβολα συνδύασε τη βία της Ορέστειας με την αντίστοιχη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Απλώς ο τρόπος προσέγγισής του δεν απευθύνεται σε ανέμελους εκδρομείς, ούτε σε μαθητές, ούτε -κυρίως- σε όσους θεωρούν τον εαυτό τους θεματοφύλακα των «ιερών και οσίων», με όλο το σεβασμό προς αυτή την κατηγορία. Απευθύνεται σε κοινό ανοιχτό, σύγχρονο, ανήσυχο. Το Φεστιβάλ δεν είναι «ήχος και φως», είναι ζωντανός θεατρικός οργανισμός και απαιτεί ζυμώσεις και γόνιμη διαδικασία. Αν κάποιος θεατής είναι προσηλωμένος και δεκτικός μόνο στις κλασικά σκηνοθετημένες τραγωδίες ή έχει δική του εικόνα για μια παράσταση αρχαίας τραγωδίας, οπωσδήποτε θα είναι αρνητικός. Θέλει πολύ χρόνο για να γίνεις νοήμων και ευαίσθητος. Δεν θέλει βιασύνη και ισχυρογνωμοσύνη. Ο Χουβαρδάς επιχείρησε και τόλμησε να δώσει τη δική του χροιά σε αυτό το έργο δίχως την παραποίηση του αρχαίου κειμένου ή των νοημάτων και των συγκινητικών χωρίων που ο Αισχύλος ήθελε να περάσει στο κοινό. Προσέγγισε με σεβασμό την αρχαία σοφία και βάδισε σε δύσβατα μονοπάτια. Αναμετρήθηκε με φιλοτιμία, φιλοσοφικότητα και αξιοπρέπεια και μας πρόσφερε μια παράσταση πρωτοπόρα και διαφορετική, με ένα άλλο κριτήριο και αίσθημα. Παρακολουθήσαμε επίσης ευσυνείδητες και θαρραλέες ερμηνείες γενικώς. Και μην ξεχνάμε πως το θέατρο είναι μια τέχνη λίγο επικίνδυνη, κοπιαστική, δύσκολη και ασυνήθιστη.

Χαρακτήρες και ερμηνείες

Ο τρόπος με τον οποίο η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη υποδύθηκε τον ρόλο υποδεικνύει πόσο έχει τρωθεί και διαβρωθεί από τις τύψεις η Κλυταιμνήστρα. Στο δεύτερο, μάλιστα, έργο κάνουμε ένα άλμα χρόνου και βλέπουμε μια Κλυταιμνήστρα αλλοιωμένη. Έχει περάσει όλο το βάρος του φόνου και των συνεπειών του επάνω της.
Η Κλυταιμνήστρα είναι η κατεξοχήν γυναίκα: μητέρα (του Ορέστη), σύζυγος (του Αγαμέμνονος) και ερωμένη (του Αίγισθου). Σκοτώνει τον Αγαμέμνονα δίχως ηθικούς ενδοιασμούς. Ο προαιώνιος φόβος του άνδρα απέναντι στη γυναίκα εμφανίζεται στην τριλογία της «Ορέστειας» σε όλο του το μεγαλείο. Την Κλυταιμνήστρα δεν την απασχολεί ούτε στο ελάχιστο η έννοια του παραπτώματος -θέλει μονάχα να σκοτώσει τον Αγαμέμνονα, τον οποίο μισεί μέσα από τα έγκατα της ψυχής της.
Η ύβρις του Αγαμέμνονα είναι η θυσία της κόρης του. Είναι ύβρις προς το αίμα του, την ίδια του την ύπαρξη και τη συνέχιση της ζωής, οπότε πληρώνει τις συνέπειες των πράξεών του. Η ύβρις της Κλυταιμνήστρας είναι ότι αφαιρεί ανθρώπινη ζωή και επιπλέον τη ζωή του πιο κοντινού της ανθρώπου, του συζύγου της. Εκείνη την εποχή ο άνδρας εθεωρείτο ανώτερος από τη γυναίκα τόσο κοινωνικά όσο και σαν ον. Όλα τα πρόσωπα, σχεδόν, διαπράττουν μια ύβρη και επομένως έρχεται η ανταπόδοση. Για να το συνδέσουμε με το σήμερα, η αλαζονεία και η ύβρις είναι η καθημερινότητά μας. Αλαζονεία σημαίνει να τοποθετείς τον εαυτό σου πιο πάνω από τους άλλους, να τον εξισώνεις με τους θεούς.

Ο Ορέστης είναι μητροκτόνος, δεν διαπράττει απλώς έναν οποιοδήποτε φόνο, αλλά «τον φόνο», τον φόνο που του δίνει την ταυτότητα του μητροκτόνου. Είναι απολύτως συνειδητός στην απόφασή του να σκοτώσει την Κλυταιμνήστρα αλλά διαπράττει τον φόνο όχι δίχως δισταγμό. Την τελευταία στιγμή τον σπρώχνει ο φίλος του Πυλάδης στη μοιραία πράξη. Από την άλλη πλευρά, είναι λιγότερο εκδικητής -το μίσος βρίσκεται κυρίως με την πλευρά της Ηλέκτρας και όχι τόσο του Ορέστη- και περισσότερο τιμωρός. Βάφει τα χέρια του στο αίμα της μητέρας του και αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη γι’ αυτή του την πράξη.
Η Ηλέκτρα, σύμβολο ανά τους αιώνες της αγάπης προς τον πατέρα και της αντιζηλίας προς τη μητέρα, έμεινε στην ιστορία ως η εκδικήτρια και τιμωρός του φόνου καθώς και η ηθική αυτουργός της μητροκτονίας.
Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη – Κλυταιμνήστρα μόνον με τους κραδασμούς της εμφάνισής της άλλαξε το οπτικό και ακουστικό πεδίο, δημιουργώντας ένα πλαστικό και δραματικό θαύμα. Η βασίλισσα – λέαινα, η εκδικήτρια, η αισθησιακή και ανατρεπτική, η υποκρινόμενη τη νοικοκυρά με την ποδιά, η μακελάρισσα, η αμετανόητη φόνισσα, η πονεμένη γυναίκα, η ηττημένη. Σπουδαία σε κάθε έκφανση του ρόλου.
Ο Νίκος Κουρής (Αγαμέμνων, Τροφός) έπαιξε με σθένος και εμβέλεια. Παρόλο που διατηρώ τις επιφυλάξεις μου, για την παρουσίασή του ως ενός Αγαμέμνονα – Βελουχιώτη ή Λήσταρχου Νταβέλη. Καθότι ο Αγαμέμνων ήταν στρατηγός τακτικού στρατού και μάλιστα έκανε ιμπεριαλιστικό πόλεμο και όχι απελευθερωτικό. Παρ’ όλα αυτά αντιλαμβάνομαι ότι ακολούθησε ο Νίκος Κουρής τη σκηνοθετική άποψη με σοβαρότητα, με αδρή άρθρωση και ψυχολογική δύναμη.
Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης παρουσίασε άρτια τον Ορέστη, σύμφωνα με τη σκηνοθετική γραμμή οπωσδήποτε. Ο μυωπικός γιος μιας μεγαλοαστικής οικογένειας που είναι αναγκασμένος να διαπράξει ένα έγκλημα πολύ πιο ανόσιο, πολύ πιο αποτρόπαιο από το έγκλημα που διέπραξε η μητέρα του Κλυταιμνήστρα. Ο Ορέστης θα πάρει μόνος του εκδίκηση και μόνος του αργότερα θα έχει να αντιμετωπίσει τις Ερινύες. Ο «δικαστής», ο τιμωρός, ο μητροκτόνος, οδιάδοχος. Ένας αρχετυπικός ρόλος για έναν ευφυέστατο ηθοποιό. Για έναν γοητευτικό ηθοποιό που δέχεται πρόθυμα να τσαλακώσει την εικόνα του.
Η Στεφανία Γουλιώτη ως Ηλέκτρα αριστοτεχνικά μας μετέφερε το πολιτισμικό πρότυπο του ρόλου της γυναίκας που, στο πλαίσιο μιας πατριαρχικής κοινωνίας, καλείται να συντηρήσει άσβεστο το οικογενειακό μίσος της εκδίκησης. Έδειξε όλες τις συναισθηματικές μεταπτώσεις και υπόγειες αντιδράσεις της ηρωίδας.
Η Αθηνά διακρίνεται για το θάρρος και την ανδρεία της, για την εξυπνάδα της και τη γνώση, για την ευσπλαχνία της και τη μεγαλοσύνη της καρδιάς της. Είναι πολύ δύσκολο για έναν άνθρωπο να υποδυθεί θεό. Η Στεφανία Γουλιώτη όμως ως Αθηνά είχε μια εντυπωσιακή και επιβλητική απόδοση.
Το ίδιο ισχύει για τον άξιο και πολύπειρο Νίκο Ψαρρά. Ερμήνευσε συναρπαστικά και με φωτεινή συνείδηση τον Απόλλωνα, το γνωστικό αυτό ρυθμιστή των πράξεων του ανθρώπου, σε κάθε ζωή και ύπαρξη που θα αναζητήσει την αλήθεια και το νόημά της. Επίσης ως Πυλάδης ο Νίκος Ψαρράς ήταν καίριος, πειθαρχημένος, εσωτερικός.
Η Άλκηστις Πουλοπούλου επωμίστηκε μεγάλο βάρος. Δύο ρόλους τεράστιους. Ήταν μια Κασσάνδρα αλλοπαρμένη και θεοκρουσμένη, που πάσχει, που βασανίζεται, που μιλάει για τις μνήμες, για τις ουράνιες προφητείες της, για το μαρτύριό της να πρέπει να βλέπει το μέλλον και να πρέπει να το λέει σε ανθρώπους που δεν θα την καταλάβουν ποτέ. Κασσάνδρα ζωντανή και παθιασμένη, διονυσιακή και θρηνητική. Ως Πυθία η ίδια ηθοποιός ήταν περιγραφική και λεπτομερειακή, εκφραστική και ερευνητική.

Ο Αίγισθος του Δημήτρη Παπανικολάου στάθηκε στο ύφος και στο ύψος του ρόλου, συμβαδίζοντας με το σκεπτικό του σκηνοθέτη.

Ο Ιερώνυμος Καλετσάνος ήταν ένας περίφημος Κήρυκας. Από τους καλύτερους ηθοποιούς που έχω παρακολουθήσει σε αυτό τον ωραίο ρόλο. Είχε αξιοπιστία, ταχύτητα, τόλμη, σθένος, αλλά και τη στεντόρεια φωνή των αρχαίων κηρύκων.

Με αίσθημα αγωνίας, ανησυχίας, αδημονίας και υπόγειου σαρκασμού υποδύθηκε ο εξαιρετικός μας ηθοποιός Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης τον Φύλακα.
Δυνατοί και αρχαιότατοι οι ρόλοι του Κήρυκα και του Φύλακα. Σαφώς. Περιμένω όμως στο άμεσο μέλλον να ανατεθούν στους Καλετσάνο και Αβαρικιώτη μεγαλύτεροι τραγικοί ρόλοι.
Στο Χορό ήταν δύο υπέροχες ηθοποιοί της νέας γενιάς. Θαύμασα στη Σύρμω Κεκέ (Κορυφαία) και στη Χριστίνα Μαξούρη (Κορυφαία, Δούλα) τις αξιοσημείωτες υποκριτικές δυνατότητες, το διαυγέστατο μέταλλο της φωνής, την αντοχή. Μαζί με τον επίσης πολύ καλό Πολύδωρο Βογιατζή (Κορυφαίος) ο Χορός ήταν ευρύτατα συμμετοχικός στη δράση του έργου. Οι σχέσεις που αναπτύσσονταν μεταξύ του χορού και των ηρώων αντανακλούσαν κάτι από τον χαρακτήρα, το κοινωνικό στάτους ή την ψυχολογική κατάσταση των τελευταίων. Επιπλέον ο Χορός των Ερινύων, που ήταν μεταμορφωμένος σε αποκρουστικές γερόντισσες, έδωσε αρκετό από το δέος που απαιτείται για να ενεργοποιηθεί ψυχοδονητικά το κοινό.

Συντελεστές

Μια εξαιρετική και διερευνητική δουλειά είχε κάνει στη μουσική ο εκλεκτός συνθέτης Σταύρος Γασπαράτος, ποιητικότατη ήταν η μετάφραση του Δημήτρη Δημητριάδη, πλαστικότατη η κίνηση της Σταυρούλας Σιάμου, κινηματογραφικοί οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου.
Το σκηνικό (Εύα Μανιδάκη) με την τεράστια, αριστοκρατική, δρύινη, δίφυλλη ντουλάπα που λειτουργούσε κι ως πύλη του παλατιού κι ενίοτε ως πύλη της κολάσεως, με τα νοσταλγικά έπιπλα, τις βαθυκόκκινες λεπτομέρειες και την αστική άπνοια μου θύμισε τα ανυπέρβλητα αισθητικά μοτίβα ταινιών του Βισκόντι και το χώρο υποδοχής στο «Τελευταίο ψέμα» του Μιχάλη Κακογιάννη. Μια ατμόσφαιρα παρακμής, πένθους, συνωμοσιών, συμβιβασμών και αγώνα επικράτησης.
Τα κοστούμια (Ιωάννα Τσάμη) πλούσια, κομψότατα, με μια αύρα νεοκλασικισμού. Προτιμότερο θα ήταν όμως να έλειπαν οι υπερβολικές παγέτες.
Κάποια σημεία που επίσης θα έπρεπε να μετριαστούν, θεωρώ πως είναι η επαναλαμβανόμενη χρήση του βραχυκυκλώματος και των αστραπόβροντων. Κάθε εύρημα χρειάζεται μέτρο, η κατάχρηση είναι περιττή.

Στο πλευρό του σκηνοθέτη στάθηκαν επάξια δύο ικανότατες βοηθοί, η Σύλβια Λιούλιου και η Νικολέτα Φιλόσογλου και μια δυναμική υπεύθυνη παραγωγής, η Κατερίνα Μπερδέκα.

Προβληματισμός

Από γενεά σε γενεά οι Ατρείδες κληρονομούν την υποχρέωση της ανταπόδοσης ενός παρελθοντικού εγκλήματος και ανταποδίδοντάς το ενέχονται οι ίδιοι σε νέα εγκλήματα, που απαιτούν εκδίκηση με τη σειρά τους. Η Ορέστεια είναι η ιστορία της αντιστροφής των ρόλων ανάμεσα στον ένοχο και τον αθώο, τον κυνηγό και τον κυνηγημένο, τον θύτη και το θύμα. Είναι η ιστορία ενός αδιέξοδου μοντέλου δικαιοσύνης, που διαιωνίζει τον φαύλο κύκλο της βίας. Είναι το βάθος της διχόνοιας. Είναι τα σκοτεινά σημεία του διχασμού. Τα γνωρίζουμε, γιατί τα ζήσαμε, γιατί τα ζούμε.
Μέσα από τις προσωπικές ιστορίες του Αγαμέμνονα, της Κλυταιμνήστας, του Ορέστη, όπως μας τις δίδαξε ο εμβριθής Γιάννης Χουβαρδάς, ξετυλίγεται το ευρύτερο δράμα του Οίκου των Ατρειδών, ο οποίος παλαιόθεν και ως τώρα, από το πρωταρχικό έγκλημα του Τάνταλου και κατόπιν του Ατρέα, μέχρι τη μητροκτονία του Ορέστη, βαρύνεται από την κατάρα της ατέρμονης αλληλοσφαγής. Ο σκηνοθέτης συνέθεσε ένα σπαραχτικό οπτικό ρέκβιεμ για τις χαμένες δυνατότητες της ύπαρξης, για ό, τι θα μπορούσε να έχει συμβεί, αλλά δεν συνέβη ποτέ. Για ό, τι τελικά συνέβη, καλώς ή κακώς.

Αν μη τι άλλο ο Γιάννης Χουβαρδάς μας έβαλε σε προβληματισμό και αυτό είναι ένα γεγονός με θετικό πρόσημο.

Ταυτότητα παράστασης

Μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης
Διασκευή, σκηνοθεσία: Γιάννης Χουβαρδάς

Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη

Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη

Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος

Κίνηση: Σταυρούλα Σιάμου

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Φωτογραφίες: Έφη Γούση

Βοηθοί σκηνοθέτη: Σύλβια Λιούλιου, Νικολέτα Φιλόσογλου

Βοηθός σκηνογράφου: Θάλεια Μέλισσα

Βοηθός παραγωγής: Αλεξάνδρα Μουζακίτη

Διεύθυνση παραγωγής: Κατερίνα Μπερδέκα

Παραγωγός: Γιώργος Λυκιαρδόπουλος

Διανομή

Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης (Ορέστης)

Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (Κλυταιμνήστρα)

Νίκος Κουρής (Αγαμέμνων, Τροφός)

Στεφανία Γουλιώτη (Ηλέκτρα, Αθηνά)

Νίκος Ψαρράς (Απόλλων, Πυλάδης)

Άλκηστις Πουλοπούλου (Κασσάνδρα, Πυθία)

Δημήτρης Παπανικολάου (Αίγισθος)

Ιερώνυμος Καλετσάνος (Κήρυκας)

Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης (Φύλακας)

Σύρμω Κεκέ (Κορυφαία)

Χριστίνα Μαξούρη (Κορυφαία, Δούλα)

Πολύδωρος Βογιατζής (Κορυφαίος)

* Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου
8-9 Ιουλίου 2016
Διάρκεια
2 ώρες 15’
Αισχύλου, Ορέστεια.

8 & 9 Ιουλίου στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου.

Συνέχεια περιοδείας

26/7/2016 Λάρισα Κηποθέατρο Αλκαζάρ
27/7/2016 Θεσσαλονίκη Θέατρο Δάσους
28/7/2016 Θεσσαλονίκη Θέατρο Δάσους
29/7/2016 Καβάλα Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων
30/7/2016 Καβάλα Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων
2/8/2016 Καλαμάτα Θέατρο Κάστρου
3/8/2016 Αρχαία Ολυμπία Θέατρο Φλόκα
4/8/2016 Πάτρα Ρωμαϊκό Ωδείο
5/8/2016 Πάτρα Ρωμαϊκό Ωδείο
7/8/2016 Άνδρος Ανοιχτό Θέατρο Χώρας Άνδρου

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -