Τη νύχτα της 30ής προς 31η Μαΐου του 1941 ο Λάκης Σάντας κατέβασε, μαζί με τον φίλο του Μανώλη Γλέζο, τη χιτλερική σημαία από την Ακρόπολη.
Του Παναγιώτη Μήλα
[email protected]
Συναντηθήκαμε ένα φθινοπωρινό μεσημέρι, την Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2010, στο ζεστό και φιλόξενο σπίτι του Λάκη Σάντα στο Παλαιό Φάληρο.
Το βιβλίο του «Μια νύχτα στην Ακρόπολη» μου έδωσε την αφορμή να ζητήσω αυτή τη συνέντευξη. Όταν με ρώτησε πότε θα τη δημοσιεύσω, του είπα: Λίγο πριν από την 28η Οκτωβρίου. Μου είπε όχι.
Λέω τότε: Να τη δημοσιεύσω την ημέρα των γενεθλίων σας; Στις 22 Φεβρουαρίου; (Γεννήθηκε στις 22.2.22…). Μου απάντησε πάλι όχι. Τον ρώτησα τότε πότε θέλει. Και μου απάντησε: Στα 70χρονα. Στις 30 Μαΐου του 2011. Στην επέτειο της νύχτας της 30ής προς 31η Μαΐου του 1941 τότε που κατέβασε, μαζί με το φίλο του Μανώλη Γλέζο, τη χιτλερική σημαία από το βράχο της Ακρόπολης.
Ο Λάκης Σάντας έφυγε από τη ζωή στις 30 Απριλίου του 2011. Έτσι δεν πρόλαβε να διαβάσει αυτή τη συνέντευξη την οποία εγώ, κρατώντας την υπόσχεση που του έδωσα, τη δημοσίευσα στη «Ναυτεμπορική» στις 30 Μαΐου του 2011… Από τότε πέρασαν 3 χρόνια. Σήμερα, 30 Μαΐου του 2014, συμπληρώνονται 73 χρόνια από τότε που τα δύο παιδιά με το νεανικό τους και αγνό ενθουσιασμό κατάφεραν το ακατόρθωτο. Μέσα σε αυτά τα χρόνια ο Λάκης Σάντας σπούδασε, πέτυχε ως επαγγελματίας, έφτιαξε οικογένεια, πέτυχε σαν οικογενειάρχης. Συνέχισε να αγωνίζεται για τη δημοκρατία και την αξιοκρατία. Πέτυχε και ως δάσκαλος, αφού πήγαινε σε σχολεία και γυμνάσια για να περιγράψει αυτή την ηρωική στιγμή στην Ακρόπολη. Αγωνιζόταν μέχρι τέλους με ένα και μόνο αντάλλαγμα: Με την αγάπη του κόσμου. Με ένα σφίξιμο στο χέρι. Με μια ζεστή αγκαλιά. Με ένα χειροκρότημα. Ο Λάκης Σάντας δεν εξαργύρωσε ποτέ το νεανικό του και αγνό ενθουσιασμό. Ακόμη και τη συνέντευξη αυτή ζήτησε να τη δημοσιεύσω την ημέρα της επετείου για να τη μοιραστεί…

Ας δούμε λοιπόν τη συνέντευξη που μου έδωσε αυτός ο αγνός πατριώτης.
– Εκείνη τη «Νύχτα στην Ακρόπολη» οι δύο φίλοι έριχναν πετραδάκια για να δουν πού ήταν ο φρουρός. Τι έγινε; Τον είδατε; Πού ήταν; Με ποιο τρόπο τον βρήκατε;
– Από κάτω ακριβώς από τις σκάλες που ανεβαίνεις στο «μπελβεντέρε» -το στρογγυλό που είναι ο ιστός- υπήρχε μια ξύλινη σκοπιά για να πηγαίνει εκεί ο σκοπός όταν ο καιρός ήταν άσχημος. Ήταν νύχτα και δεν ξέραμε πού είναι ο σκοπός. Το φρουραρχείο ήταν εκεί που σήμερα είναι το ταμείο στην είσοδο. Εκεί ήταν η διμοιρία και ο στρατωνισμός των Γερμανών. Εμείς λοιπόν ανεβήκαμε από το κρυπτό μέρος, από το Ερεχθείο, είχε λιγάκι φεγγαράκι και οι σκιές πολλές. Τα μάρμαρα λευκά μας θάμπωναν κι εμείς αν και πλησιάσαμε δεν βλέπαμε πού είναι ο σκοπός. Γι’ αυτό πετάγαμε τα πετραδάκια…
– Αυτά τα πετραδάκια που πετάγατε τότε, τα μάζεψα και με τη σειρά μου σας τα πετάω σήμερα ένα ένα. Είναι οκτώ… Κάθε ένα είναι και ένα γράμμα. Και τα οκτώ μαζί σχηματίζουν τη λέξη Ακρόπολη… Πρώτο πετραδάκι λοιπόν το γράμμα «Α».
– ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ: Ο γιγαντιαίος άνεμος της ελληνικής εθνικής αντίστασης, ο οποίος είναι ο καλύτερος από τις κατεχόμενες χώρες της Ευρώπης. Ο καλύτερος αγώνας που έγινε ήταν ο ελληνικός. Εκτός από τη Σοβιετική Ένωση η οποία πήρε το βάρος στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο να χτυπήσει το ναζισμό και την πολωνική που ήταν εξίσου αιματηρή όπως η δική μας. Και οι απώλειές μας είναι πάλι οι μεγαλύτερες σε σχέση με τον πληθυσμό μας. Η αντίσταση λοιπόν αρχίζει από την πρώτη στιγμή που επιτέθηκαν τα ιταλικά στρατεύματα. Η Ιταλία ήταν ο τρίτος μοχλός της μεγάλης συμμαχίας του άξονα. Επικεφαλής ήταν η Γερμανία, η Ιταλία και η μιλιταριστική Ιαπωνία. Λοιπόν όταν επετέθησαν οι Ιταλοί για να καταλάβουν την Ελλάδα κατ’ εντολήν των Γερμανών, οι οποίοι ήθελαν επειγόντως το αβύθιστο αεροπλανοφόρο μας, τη μεγαλόνησο Κρήτη, ώστε από εκεί ορμώμενοι με την αεροπορία τους θα βοηθούσαν τον Ρόμελ που βρισκόταν στη Βόρεια Αφρική, για να πάρουν τα πετρέλαια. Από τότε άρχισε η ελληνική αντίσταση που κράτησε έξι μήνες, 216 μέρες, όπου τα Ελληνόπουλα σκοτώθηκαν και άφησαν 15.000 νεκρούς και 40.000 στο αλβανικό μέτωπο.
– ΚΑΘΗΚΟΝ: Εμείς τότε ως νέα Ελληνόπουλα, απόγονοι των μεγάλων προγόνων που τους αντιπροσωπεύανε τα μάρμαρα και οι ναοί στην Ακρόπολη, αλλά και ως σύγχρονοι Έλληνες νέοι είμαστε πολύ ενθουσιώδεις και γεμάτοι εθνικό μεγαλείο. Βλέπαμε τον ελληνικό στρατό ο οποίος δημιούργησε ένα παραλήρημα ενθουσιασμού στον υπόλοιπο ελληνικό λαό με τις νίκες του εναντίον ενός εχθρού πολύ μεγαλύτερου σε αριθμό και σε εξοπλισμό και θεωρήσαμε καθήκον μας να κάνουμε ό, τι ήταν δυνατόν και να αντισταθούμε κατά του κατακτητή…
Στις 29 Απριλίου αργά το βράδυ αργά, βγάλανε ανακοίνωση οι Γερμανοί και την άλλη μέρα το πρωί διαβάσαμε στις εφημερίδες και ακούσαμε από το ραδιόφωνο ότι η μάχη της Κρήτης έληξε με νίκη των γερμανικών στρατιωτικών δυνάμεων της Βέρμαχτ. Μάθαμε ακόμη ότι έγιναν αντιστασιακές δράσεις κατά των Γερμανών και εγκλήματα κατά των Ελλήνων. Αμέσως ήρθε ο Γλέζος και μου λέει: «Λάκη πρέπει να πάμε άμεσα. Πότε θα ανέβουμε»;
Του απάντησα: «Να πάμε αύριο. Απόψε δε μπορούμε, έχει περάσει η ώρα, είναι κιόλας 10 και κάτι»…
Μου λέει: «Εντάξει, αύριο». Στην ομάδα μας είχαμε και ένα τρίτο πρόσωπο, τον Αντώνη Μοσχοβάκη [δημοσιογράφος, κριτικός κινηματογράφου στην εφημερίδα «Αυγή», στη μεταπολίτευση]. Είχαμε σκοπό να του πούμε αν μπορεί να έρθει μαζί μας, όμως τελικά αλλάξαμε γνώμη και την άλλη μέρα πήγαμε μόνοι μας»…

– ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ: Πιστεύω απόλυτα ότι ο ελληνικός λαός είναι ένας θαυμάσιος λαός ο οποίος έχει και πολλά ελαττώματα, αλλά και τρομερά συναισθήματα. Είναι δε ένας λαός ο οποίος σε όλες τις δύσκολες περιστάσεις της Ιστορίας του έχει σταθεί θαυμάσια στις επάλξεις και έχει αγωνιστεί για όλα τα μεγάλα ιδανικά. Για ελευθερία, για δημοκρατία και για ανεξαρτησία…
– ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ: Ο πατέρας μου και η μητέρα μου μας παρείχαν κάθε ευκολία, ακόμη και από δανειζόμενοι βιβλία, για να διαβάσουμε όλη την ελληνική και την παγκόσμια λογοτεχνία. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων του τότε γυμνασίου (νυν λυκείου) εμείς είχαμε διαβάσει από Τολστόι και από Στάινμπεκ, μέχρι Ζαν Ζακ Ρουσώ. Αυτό το ενίσχυαν και οι καθηγητές μας. Ένας από αυτούς, στα Νέα Ελληνικά, ήταν ο μεγάλος δάσκαλος Γιάννης Σιδέρης…
– ΠΙΣΤΗ: Αν ο άνθρωπος δεν έχει πίστη σε ορισμένα πολύ μεγάλα και ιδανικά αγαθά, και σε αυτά τα ιδανικά αν δεν πιστεύει ακράδαντα με όλη του την ψυχή, τότε δεν μπορεί να υπάρξει και περαιτέρω δράση.
– ΟΡΑΜΑ: Εμείς τότε είχαμε μεγάλα οράματα και αγωνιζόμαστε για τα ιδανικά μας δίνοντας ακόμη και τη ζωή μας. Αγωνιζόμαστε για την ελευθερία, για την ειρήνη, για την κοινωνική δικαιοσύνη, για τα κοινωνικά δικαιώματα των εργαζομένων και για την ανεξαρτησία της χώρας. Για καλή αυτοδιοίκηση, για καλή εκτελεστική εξουσία. Αλλά ανεξάρτητα από όλα αυτά είχαμε οράματα γεμάτα ανεξαρτησία, γεμάτα δημοκρατία…
– ΛΕΥΤΕΡΙΑ: Ξεκινάμε από την οικογένεια, πάμε στην εκπαίδευση και συνεχίζουμε σε κάθε δραστηριότητα του ανθρώπου η οποία πρέπει να χαρακτηρίζεται από την ελευθερία και να πραγματώνεται σε συνθήκες ελευθερίας.
– ΗΡΩΑΣ: Όπως έχω πει πολλές φορές, θεωρώ ότι όλοι εμείς κάναμε το καθήκον μας, δηλαδή μπορεί αυτά που κάναμε να ήταν ηρωικά και μπορεί να είμαστε άνθρωποι με μεγάλη τόλμη και με φωτιά μέσα μας, αλλά κάναμε κάτι που έκανε και ολόκληρος ο ελληνικός λαός. Την ίδια εποχή των ελληνικών επιτυχιών κατά του άξονα η υπόλοιπη Ευρώπη ήταν κατακτημένη, παραδομένη και τρομοκρατημένη από τον αήττητο γερμανικό στρατό. Και κανείς αναρωτιέται, μα είναι δυνατόν να μην έριξαν ούτε μια ντουφεκιά; Η Δανία έπεσε σε 7 ημέρες, η Ολλανδία σε 12, η Νορβηγία σε 10, η Γαλλία που είχε το μεγαλύτερο στρατό, ενισχυμένο και με 350.000 Άγγλους στρατιώτες πλήρως εξοπλισμένους συνθηκολόγησε σε 40 μέρες. Οι Έλληνες πολεμούσαν τους Ιταλούς επί 7 μήνες και είχαν πάρει και τη μισή Αλβανία… Αυτό το αναγνώρισαν όλοι. Μοναδικό φαινόμενο αυθόρμητου ηρωισμού.
Έπρεπε να είμαστε ο επιούσιος λαός. Βλέπεις όμως ότι εδώ, ενώ υπάρχουν, δεν εφαρμόζονται οι νόμοι. Κλέβει ο άλλος. Βάλε τον φυλακή, να το μάθουν και οι άλλοι. Και γι’ αυτό φταίνε οι ηγέτες. Δεν υπάρχουνε ηγέτες. Είμαστε μια θαυμάσια χώρα. Έχουμε τον ήλιο, έχουμε τη θάλασσα, το χαμογελαστό και φιλόξενο κόσμο, που έχει καλοσύνη μέσα του, που έχει μάθει να διασκεδάζει, που γελάει, που βοηθάει όλον τον κόσμο, αλλά και που είναι ψεύτης και έχει κι άλλα πολλά ελαττώματα. Σημειωτέον ότι η χώρα μας – αν την αφήσουν – είναι και αυτάρκης. Έχει απ’ όλα. Δεν έχει μόνο βαριά βιομηχανία. Δεν έχει όμως ούτε ηγέτες. Από κει ξεκινάει το κακό. Κι όπως λέει ο λαός, το ψάρι βρομάει από το κεφάλι…
Όμως εμείς οι βετεράνοι έχουμε να πούμε τούτο: Έλληνες, να είστε υπερήφανοι και περιμένουμε από τους νέους μας να σηκώσουν και πάλι την ελληνική σημαία»…
***
Αυτή ήταν η συζήτηση που κάναμε πριν από 4 χρόνια. Ο Λάκης Σάντας δεν έζησε για να νιώσει αυτή την κρίση του λαού. Αυτή την κρίση των αξιών. Αυτό το παζάρι και το αλισβερίσι μεταξύ των πολιτικών. Αν ζούσε θα κατάφερνε με τη στάση του να δείξει το δρόμο της αξιοπρέπειας. Το δρόμο της προσφοράς. Το δρόμο της δημοκρατίας. Της δημοκρατίας που ζει και μεγαλουργεί χωρίς συναλλαγές, χωρίς εκπτώσεις και χωρίς πάρε δώσε κάτω από το τραπέζι…
* Λάκης Σάντας, «Μια νύχτα στην Ακρόπολη…», εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2010.



