Ο τόπος είναι μια μικρή άσημη κωμόπολη στα βάθη μιας αχανούς χώρας. Ο χρόνος πάντα και από πάντα και για πάντα. Σκοτεινός και αμείλικτος o Ντοστογιέφσκι, σε παρασύρει στα τρίσβαθα της ανθρώπινης ψυχής. Εκπληκτικοί οι «Δαιμονισμένοι» στο «Σύγχρονο Θέατρο». Μια παράσταση που μόλις ανέβασε τα στάνταρ της μεταφοράς ενός κλασικού μυθιστορήματος στο σανίδι με μια δουλειά που καθηλώνει το θεατή επί 160 λεπτά. Ένας βρόχος λέξεων που σφίγγει τη συνείδηση καθώς κύματα και ρωγμές σε κλυδωνίζουν. Μία νοσηρά γοητευτική και γεμάτη θράσος ιστορία απόγνωσης. Το ενδιαφέρον της παράστασης κεντρίζεται άμεσα, ειδικά από τη στιγμή που βγαίνουν στην επιφάνεια τα παράδοξα της ψυχής, από τη στιγμή που οι ήρωες αφήνουν το τέρας της ψυχής τους να αναδυθεί και να τους τραβήξει τελεσίδικα στα βάθη της αβύσσου. Κατεξοχήν μαχόμενος συγγραφέας ο Ντοστογιέφσκι, θέλει να καταλάβει και να πάρει θέση. Και η παράσταση του Σταύρου Σ. Τσακίρη επίσης παίρνει θέση. Τολμά. Σαρκάζει και ονειροπολεί. Επισημαίνει τις ιστορικές και κοινωνικές αλλαγές, τις εξελίξεις και τις διαφοροποιήσεις αξιών, οραμάτων και συνειδήσεων. Η βασική μέριμνα του σκηνοθέτη είναι το νόημα, ζωντανό αλλά και απόκρυφο. Το μελαγχολικό έργο του Ντοστογιέφσκι αποτυπώνει το αίσθημα της μοναξιάς και της άσκοπης αναζήτησης, που επιμένει να πραγματωθεί χωρίς να καταφεύγει σε αυταπάτες, χωρίς να αγνοεί τη ματαιότητα κάθε πραγμάτωσης. Ο χρόνος και η Ιστορία ενώνονται σ’ ένα γιγαντιαίο ποτάμι και αποτελούν μιαν άλλη διάσταση της ζωής. Ο λογοτεχνικός κόσμος του Ντοστογιέφσκι είναι ταραγμένος, ανησυχητικός, καταστροφικός. Θα έλεγε κανείς ότι η “απλή ζωή” έφερνε στο συγγραφέα πλήξη. Συμμετείχε στο κοινωνικό γίγνεσθαι και εξέφραζε τις κοινωνικές μεταβολές με το δικό του ιδιαίτερο τρόπο, μέσα από βιώματα και συνειρμικές διεργασίες ερεθισμάτων.
Ευαισθησία και ιδιοφυΐα
Ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι ήταν ένα σπάνιο κράμα ευαισθησίας και ιδιοφυΐας, χαρακτηριστικά που έθετε στην υπηρεσία ενός πληθωρικού ταλέντου. Ακραίος, έχοντας βιώσει ακραίες εμπειρίες, ο άνθρωπος στον οποίο η παγκόσμια λογοτεχνία οφείλει ορισμένους από τους πιο τραγικούς της ήρωες ήταν, πάνω απ’ όλα, ένας άνθρωπος της εποχής του.
Ιδεολογικές συγκρούσεις
Οι “Δαιμονισμένοι”, από τα πιο πολιτικοποιημένα μυθιστορήματά του, γράφτηκε το 1870-71. Είναι ένα βιβλίο που δεν εξερευνά μόνο το μυστήριο της ανθρώπινης ψυχής, αλλά είναι ταυτόχρονα και μια ουσιαστική μαρτυρία της ζωής στην τσαρική Pωσία του τέλους του 19ου αιώνα. Είναι η εποχή της έντονης πολιτικοποίησης της ρωσικής κοινωνίας, η εποχή των μεγάλων ιδεολογικών συγκρούσεων. H εποχή των δυτικιστών – φιλελεύθερων, των σλαβόφιλων, των μηδενιστών (όπως αποκαλείτο η ριζοσπαστική ακραία επαναστατική τάση), του Μπακούνιν και του Νιετσάγιεφ. Διώξεις, πολιτικοί φόνοι, σκληρότητα, βία και εκδίκηση.
Μία από τις δολοφονίες που συνέβησαν την εποχή εκείνη περιγράφεται και στους «Δαιμονισμένους». Ο Πιερ Στεπάνοβιτς Βερχοβένσκι, πρώην σοσιαλιστής και νυν μηδενιστής, δολοφονεί το φοιτητή Ιβάν Σατόφ γιατί ο τελευταίος αποκηρύσσει τις σοσιαλιστικές και μηδενιστικές πεποιθήσεις του. Ακόμα παρελαύνουν παθιασμένοι έρωτες και παθιασμένες ηρωίδες, κρυφές ζωές και συγκλονιστικές εξομολογήσεις, φιλοσοφικοί προβληματισμοί, σχέσεις μίσους και ζήλιας, θύτες και θύματα. Οι «Δαιμονισμένοι» είναι μια παράσταση, που, παρά τη μεγάλη διάρκειά της, παρακολουθείται με κομμένη την ανάσα.
Ερμηνείες

Ο Σταβρόγκιν είναι ο πραγματικός δαιμονικός ήρωας. Τον υποδύεται ο Αλέξανδρος Σταύρου, που μας μεταφέρει με ζωντάνια το άρωμα από τις ψυχικές καταστάσεις που δημιουργούμε μέσα μας. Εξαιρετική ερμηνεία.
Ο Ιωάννης Παπαζήσης παίζει με πρωτοτυπία τον Πιερ Στεπάνοβιτς Βερχοβένσκι. Έναν αρνητικό, σκοτεινό και δαιμονικό τύπο, που προκαλεί ανατριχίλα με το φανατισμό του. Σίγουρα στον Ιωάννη Παπαζήση ταιριάζουν οι αμείλικτοι άνθρωποι, οι επαναστάτες, οι επικίνδυνοι, οι αδίστακτοι, οι παράνομοι. Μας συγκίνησε δείχνοντας πόσο ακριβό και πόσο υπέροχο μπορεί να είναι το χτίσιμο ενός ρόλου. Πολύ σημαντική ερμηνεία, βαθιά και πλούσια σε περιεχόμενο.
Η Δήμητρα Χατούπη ήταν σαρωτική και απόλυτα πειστική στο ρόλο της υπεροπτικής χήρας Σταυρόγκινα. Έδειξε την υψηλή κλάση της.
Ο Δημήτρης Μαύρος ερμήνευσε με διαίσθηση, πόνο και αίσθημα το μέθυσο και εκβιαστή Λεμπιάτκιν. Σοβαρή και ώριμη δουλειά.
Ο Στάθης Μαντζώρος ήταν έξοχος ως Σιγκάλεφ. Έπαιξε με ιδιαίτερη αλήθεια τον ιδιοφυή ιδεολόγο που, κατά κάποιον τρόπο, ταυτίζεται με τον ίδιο το συγγραφέα. Σίγουρα στον εκλεκτό αυτό ηθοποιό ταιριάζει πολύ ο Ντοστογιέφσκι γιατί και στις «Λευκές Νύχτες» που τον είχα δει πριν από δύο χρόνια ήταν επίσης έξοχος.
Ο Κώστας Καστανάς επαληθεύει τη ρήση «ο παλιός είναι αλλιώς». Κλασικός, σωστός, εύπλαστος, εκφραστικός. Ένας ηθοποιός που το θέατρο τον έχει ανάγκη και τα τελευταία χρόνια τον στερήθηκε.
Η Κερασία Σαμαρά αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση. Παίζει με λεπτές αποχρώσεις και πάντοτε τραβάει το ενδιαφέρον. Έπαιξε τη Μαρία Λεμπιάτκιν, έναν πολύ δύσκολο ρόλο. Θρησκόληπτη, αφελής, μοιρολάτρης, αθώα και σπαρακτική. Ήταν θαυμάσια. Ξεπέρασε όλες δυσκολίες τις σχετικές με την υλικότητα του σώματος και προσέδωσε δύναμη, φαντασία, ρεαλισμό στην πνευματική δημιουργία της.
Επίσης οι νεότεροι Βίκυ Μαραγκάκη, Αλμπέρτο Φάις, Σταύρος Καραγιάννης, Αλέξανδρος Μπαλαμώτης και Έφη Ρευματά κατόρθωσαν να ξεπεράσουν τη δοκιμασία των απαιτητικών ρόλων τους και να δημιουργήσουν, με τη βοήθεια του σκηνοθέτη, μια λεπτή και ρεαλιστική ψυχογραφία των ηρώων που ενσάρκωναν.
Λιτά, δραματικά και εντυπωσιακά τα κοστούμια του του Γιάννη Μετζικώφ, υποβλητική η μουσική του Μίνωα Μάτσα, με απέριττη θεατρικότητα οι φωτισμοί της Κατερίνας Μαραγκουδάκη.
Ο σκηνοθέτης Σταύρος Σ. Τσακίρης έπλασε σύνολα και σκηνικές εικόνες με πολύ ενδιαφέρον και έδωσε μορφή στις καινοτόμες ιδέες του. Δημιούργησε μια συναρπαστική απεικόνιση του κλίματος που επικρατούσε στους επαναστατικούς κύκλους την εποχή του Ντοστογιέφσκι. Η αλήθεια της παράστασης ήταν συνταρακτική, είχε κάτι το αναπάντεχο, ανεξήγητα προαισθήματα και ένα μυστηριακό δεσμό που, ειρωνικά και χλευαστικά, ενώνει το παρελθόν με το σήμερα και προκαλεί το μέλλον.
Αριστούργημα
Ένα πολιτικό θρίλερ, μια προσέγγιση στην εποχή που “ο Θεός πέθανε” και το σύστημα πολιτικών αξιών άρχισε να δείχνει τα σημεία παρακμής του. Όταν οργανώθηκαν οι πρώτες τρομοκρατικές οργανώσεις. Όταν η νεολαία πάλευε ανάμεσα στον παλιό διεφθαρμένο κόσμο και το ριζοσπαστισμό των νέων ιδεών. Τώρα που ζούμε την απόλυτη πτώση αυτού του συστήματος και είναι ολοφάνερη η σήψη, μήπως είναι περισσότερο από ποτέ χρήσιμο να αναγνωρίσουμε τις αιτίες που τη γέννησαν;
«Οι Δαιμονισμένοι» του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι, έργο – αριστούργημα στηριγμένο στη διασκευή για το θέατρο του Αλμπέρ Καμύ, παρουσιάζεται από το “Σύγχρονο Θέατρο” σε σκηνοθεσία Σταύρου Σ. Τσακίρη.
Tα όπλα δίνουν τη λύση
Σε μια μικρή πόλη, μια παρέα νεαρών ανδρών συγκεντρώνεται γύρω από το διανοούμενο πρώην δάσκαλό της κι ονειρεύεται ν’ αλλάξει τον κόσμο. Μόνο η καταστροφή του παλιού κόσμου, του βουτηγμένου στη διαφθορά και την ακολασία, μπορεί να σημάνει μια ελπίδα για την αποπροσανατολισμένη τους γενιά. Με τη συμβολή ενός «Σωτήρα», η αγωνιστική ορμή της ομάδας θα παρασύρει στην καταστροφή όσους αθώους γρήγορα πίστεψαν στο όραμα μιας καλύτερης ζωής. Δώδεκα άνθρωποι παλεύουν για την εξουσία αλλά και τη σωτηρία του μυαλού τους. Όταν τα αισθήματα χαθούν κι η απελπισία επικρατήσει, τα όπλα θα δώσουν τη λύση.
* Ο Φιοντόρ Μ. Ντοστογιέφσκι, το 1872, ως ευαίσθητος παρατηρητής και μετέχων στις ιδέες του ένοπλου πολιτικού αγώνα που τότε ανθούν και εκφράζονται από τις τρομοκρατικές ενέργειες κάποιων μικρών ομάδων, γράφει το πολιτικό μυθιστόρημα «Οι Δαιμονισμένοι».
Συντελεστές
Μετάφραση: Δήμητρα Πετροπούλου
Σκηνοθεσία – Δραματουργική Επεξεργασία: Σταύρος Σ. Τσακίρης
Κοστούμια: Γιάννης Μετζικώφ
Μουσική: Μίνως Μάτσας
Φωτισμοί: Κατερίνα Μαραγκουδάκη
Φωτογραφίες: Ιωάννα Τζετζούμη
Επιμέλεια Αφίσας: Βαγγέλης Νικολάου
Βοηθός Σκηνοθέτη: Έφη Ρευματά
Β’ Βοηθός Σκηνοθέτη: Λυδία Τσακαλάκη
Οργάνωση Παραγωγής: Ελένη Κωνσταντίνου
Με τους:
Δήμητρα Χατούπη, Αλέξανδρο Σταύρου, Ιωάννη Παπαζήση, Κερασία Σαμαρά, Βίκυ Μαραγκάκη, Δημήτρη Μαύρο, Αλμπέρτο Φάις, Σταύρο Καραγιάννη, Αλέξανδρο Μπαλαμώτη, Στάθη Μαντζώρο, Έφη Ρευματά
Και τον: Κώστα Καστανά
Παραγωγή: Εταιρεία Θεάτρου – Δημήτρης Οικονομίδης
Πληροφορίες
Ημέρες και Ώρες Παραστάσεων:
Σάββατο στις 9.00 μ.μ.
Κυριακή στις 6.30 μ.μ.
Τιμές εισιτηρίων
Σάββατο: 20 ευρώ και 10 ευρώ (για ανέργους, για φοιτητές, νεανικό έως 18 ετών και άνω των 65 ετών)
Κυριακή: 15 ευρώ και 10 ευρώ (για ανέργους, για φοιτητές, νεανικό έως 18 ετών και άνω των 65 ετών).
Διάρκεια παράστασης
160 λεπτά περίπου.
Ωράριο ταμείου
Δευτέρα – Κυριακή 11.00 π.μ. – 22.00 μ.μ.
Σύγχρονο Θέατρο / Εταιρεία Θεάτρου
Ευμολπιδών 45, Γκάζι (δίπλα στο μετρό Κεραμεικού)
Τηλ.: 2103464380
Ε-mail: [email protected]
Δείτε τα trailer της παράστασης:
https://www.youtube.com/watch?v=2tnHDTzqszQ&feature=youtu.be
https://www.facebook.com/photo.php?v=189615641243796&set=vb.175604392644921&type=3&theater
Facebook page:
https://www.facebook.com/sixronotheatro
Προπώληση εισιτηρίων στο viva.gr
https://www.more.com/theatre/oi-daimonismenoi/
Σεργκέι Γκενάντιεβιτς Νετσάγιεφ
O Ρώσος επαναστάτης Νετσάγιεφ συνδέθηκε με το κίνημα των Νιχιλιστών και υπήρξε θεωρητικός της τρομοκρατίας. Ο «ένοπλος προφήτης», όπως τον αποκάλεσαν, επηρέασε την πολιτική πρακτική τόσο του Λένιν και του Στάλιν, όσο και κάποιων ριζοσπαστικών και τρομοκρατικών οργανώσεων του 20ου αιώνα (Μαύροι Πάνθηρες, Ερυθρές Ταξιαρχίες). Σίγουρα κάποιοι από τους σύγχρονους τρομοκράτες έχουν διαβάσει και εμπεδώσει την μπροσούρα του «Η κατήχηση του επαναστάτη».
Ο Σεργκέι Γκενάντιεβιτς Νετσάγιεφ (Sergey Gennadiyevich Nyechayev) γεννήθηκε στις 2 Οκτωβρίου 1847 στο Ιβάνοβο της Ρωσίας από ταπεινή και φτωχή οικογένεια, σε αντίθεση με τους αριστοκρατικής καταγωγής Ρώσους επαναστάτες Χέρτσεν, Μπακούνιν και Κροπότκιν. Από μικρός βίωσε την καταπίεση και διαμόρφωσε ένα άσβεστο μίσος για την τσαρική καθεστηκυία τάξη. Καίτοι αυτοδίδακτος, το 1866 πέρασε τις εξετάσεις και διορίστηκε δάσκαλος σε σχολείο της Αγίας Πετρούπολης. Παράλληλα, παρακολούθησε μαθήματα στο Πανεπιστήμιο της πόλης, χωρίς να έχει την ιδιότητα του φοιτητή. Εκεί γνώρισε τα ανατρεπτικά γραπτά των «Δεκεμβριστών», του «Κύκλου Πετρασέφσκι» (μέλος του υπήρξε και ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι) και του αναρχικού Μιχαήλ Μπακούνιν. Συνδέθηκε με τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία του φοιτητικού κινήματος κι έλαβε μέρος στην εξέγερση του 1868.
Τον Ιανουάριο του 1869 φεύγει κρυφά από τη Ρωσία για τη Γενεύη. Προσποιούμενος τον εκπρόσωπο ενός επαναστατικού κινήματος, κατορθώνει να κερδίσει την εμπιστοσύνη του Μιχαήλ Μπακούνιν. Ο 55χρονος επαναστάτης γοητεύεται από τον όμορφο και δυναμικό νεαρό και τον ερωτεύεται παράφορα. Η σχέση τους είναι στενή και παθιασμένη, αλλά πολύ γρήγορα θα γίνει προβληματική. Στον Νετσάγιεφ ο Μπακούνιν βλέπει τον αυθεντικό εκπρόσωπο της ρωσικής νεολαίας, την οποία θεωρεί την πιο επαναστατική του κόσμου.
Την άνοιξη του 1869 γράφουν μαζί την «Κατήχηση ενός επαναστάτη», μια προγραμματική διακήρυξη για την καταστροφή της κοινωνίας και του κράτους. Σε μία παράγραφο αναφέρεται: «Ο επαναστάτης είναι ένας αφοσιωμένος άνθρωπος. Δεν έχει δικά του ενδιαφέροντα, δουλειές, αισθήματα, δεσμούς, περιουσία, ούτε καν όνομα. Καθετί μέσα του έχει απορροφηθεί από ένα αποκλειστικό ενδιαφέρον, μια σκέψη, ένα πάθος, την επανάσταση. Στα έσχατα βάθη της ύπαρξής του, όχι μόνο στα λόγια αλλά και στην πράξη, έχει διαρρήξει κάθε δεσμό με την κυρίαρχη τάξη και ολόκληρο τον καλλιεργημένο κόσμο, με τους νόμους τους, τις κοινωνικές συμβάσεις και την ηθική τάξη. Είναι αμείλικτος εχθρός αυτού του κόσμου, κι αν συνεχίζει να ζει μέσα του, το κάνει με σκοπό να τον καταστρέψει πιο αποτελεσματικά».
Για τον Νετσάγιεφ κάθε μέσο που υπηρετεί τον επαναστατικό σκοπό είναι δικαιολογημένο, δηλαδή ακολουθεί πιστά τη μακιαβελική πρακτική «Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» και το σύστημα των ιησουϊτών «Σώμα μας είναι η ωμή βία, ψυχή μας το ψεύδος», όπως τον κατήγγειλε αργότερα ο Μπακούνιν. Από την «Κατήχηση του επαναστάτη» διαβάζουμε: «Η οργάνωσή μας έχει μόνον έναν σκοπό, την ολική χειραφέτηση και ευτυχία του λαού, δηλαδή των κοινών εργαζομένων… H χειραφέτηση και η ευτυχία μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω μιας ολοκληρωτικά καταστροφικής λαϊκής επανάστασης… Η μόνη, σωτήρια για το λαό, επανάσταση είναι αυτή που ξεριζώνει ολόκληρο το κρατικό σύστημα κι εξολοθρεύει όλες τις κρατικές παραδόσεις του καθεστώτος και των κυρίαρχων τάξεων της Ρωσίας. Επομένως, η οργάνωσή μας δεν σκοπεύει να επιβάλει στο λαό κάποια οργάνωση από τα πάνω…».
Εφοδιασμένος με χρήματα για τον επαναστατικό σκοπό, ο Νετσάγιεφ επιστρέφει μυστικά στη Ρωσία το 1869 και εγκαθίσταται στη Μόσχα. Ιδρύει την οργάνωση «Λαϊκή Εκδίκηση» και αρχίζει να στρατολογεί μέλη για μια εξέγερση τον επόμενο χρόνο. Η οργάνωση βασίζεται στις αρχές της «Κατήχησης» και απαιτεί από τα μέλη της απόλυτη υποταγή στον αρχηγό. Όταν ένα μέλος της, ο φοιτητής Ιβάν Ιβάνοφ, διαμαρτυρήθηκε για τις αυταρχικές μεθόδους του Νετσάγιεφ, αυτός οργάνωσε την εκτέλεσή του και μάλιστα του έδωσε τη χαριστική βολή, αφού προηγουμένως κτυπήθηκε ανηλεώς από πιστά μέλη της οργάνωσης. Το πτώμα του Ιβάνοφ πετάχτηκε στα παγωμένα νερά μιας λίμνης έξω από τη Μόσχα. Το επεισόδιο αυτό δραματοποιήθηκε από τον Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι και αποτέλεσε τη μαγιά του έξοχου πολιτικού του μυθιστορήματος «Οι Δαιμονισμένοι», που εκδόθηκε το 1872. Ο Νετσάγιεφ αναγνωρίζεται μέσα από τον ήρωα του βιβλίου Πιερ Βερχοβένσκι.
Όταν αποκαλύφτηκε το έγκλημα, ο Νετσάγιεφ διέφυγε στην Ελβετία (15 Δεκεμβρίου 1869), όμως 67 μέλη της ομάδας οδηγήθηκαν στο δικαστήριο. Ο Μπακούνιν τον υποδέχθηκε με ανοιχτές αγκάλες («Τόσο πολύ πήδηξα από τη χαρά μου, που παρ’ ολίγο να σπάσω το ταβάνι με το γέρικο κεφάλι μου», έγραψε). Γρήγορα, όμως, ο νεαρός επαναστάτης θα έλθει σε ρήξη με τους συντρόφους του, με αποτέλεσμα η Α’ Διεθνής να τον αποκηρύξει το 1871. Η συμπεριφορά του είχε αλλάξει απότομα και υποπτευόταν τους πάντες. Ίσως αυτό να εξηγείται από το ότι ήταν καταζητούμενος σε όλη την Ευρώπη για τον φόνο του Ιβάνοφ.
Στις 14 Αυγούστου 1872 ο Νετσάγιεφ συνελήφθη στη Ζυρίχη και εκδόθηκε στη Ρωσία από τις ελβετικές αρχές. Δικάσθηκε για το φόνο του Ιβάνοφ και καταδικάσθηκε σε 20 χρόνια καταναγκαστικών έργων. Οι τσαρικές αρχές του πρόσφεραν τη δυνατότητα να γίνει καταδότης και να κερδίσει την εύνοιά τους, αλλά αυτός αρνήθηκε και παρέμεινε πιστός στις αρχές του. Η φυματίωση, από την οποία έπασχε, τελικά τον κατέβαλε και άφησε την τελευταία του πνοή στη φυλακή στις 21 Νοεμβρίου 1882.
Φιόντορ Μιχάηλοβιτς Ντοστογιέφσκι
Ο Φιόντορ Μιχάηλοβιτς Ντοστογιέφσκι (ρωσ.: Фёдор Михайлович Достоевский, 11 Νοεμβρίου 1821 – 9 Φεβρουαρίου 1881) ήταν Ρώσος συγγραφέας, κορυφαία μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Γεννήθηκε στις 11 Νοεμβρίου 1821 στη Μόσχα. Ο πατέρας του ήταν γιος κληρικού, και δεν ήταν αριστοκράτης. Σύμφωνα με την παράδοση της εποχής θα έπρεπε να γίνει και αυτός κληρικός, κατόρθωσε όμως να σπουδάσει Ιατρική, έγινε στρατιωτικός γιατρός και με τη σταδιοδρομία του αυτή μπήκε στην κληρονομική αριστοκρατία. Φεύγοντας από τη στρατιωτική υπηρεσία τελείωσε την καριέρα του ως διευθυντής ενός πτωχοκομείου στη Μόσχα. Έτσι η κοινωνική αφετηρία του Ντοστογιέφσκι βρισκόταν κατά κάποιον τρόπο στο σύνορο της αριστοκρατίας και των Rasnotchinzen, (που κατά λέξη μεταφράζεται άνθρωποι από άλλη τάξη) οι οποίοι είναι άτομα του μη αριστοκρατικού μεσαίου στρώματος, με προσωπικές ικανότητες και επιτεύγματα, τα οποία είχαν κατορθώσει να αποκτήσουν πρόσβαση στο ανώτερο στρώμα, κυρίως ως καλλιτέχνες, δημοσιογράφοι, συγγραφείς, δάσκαλοι (ιδίως οικοδιδάσκαλοι), γιατροί, επίσης σε άλλα επαγγέλματα διανοουμένων που ως προϋπόθεση είχαν ένα υψηλότερο πνευματικό επίπεδο. Έτσι, ο πατέρας του ήταν «ευγενής πρώτης γενιάς κι από νομική άποψη ανήκε στα προνομιούχα ανώτερα στρώματα, χωρίς όμως κοινωνικό status». Ο πατέρας του Ντοστογιέφσκι θα αγοράσει το 1831 ένα μεγάλο αγρόκτημα με τρία χωριά και για να εξασφαλίσει την οικογένειά του και για να έχει πρόσβαση στην αριστοκρατία. Έτσι ο νεαρός Φιοντόρ «δεν μεγάλωσε μέσα στη φτώχεια και στη στέρηση» αλλά μέσα σε συνεχείς οικονομικούς υπολογισμούς και παρατηρώντας την πραγματική φτώχεια στους ασθενείς του πτωχοκομείου. Ο πατέρας του θα δολοφονηθεί το 1839 επειδή ήταν ιδιαίτερα μισητός από τους χωρικούς λόγω του σκληροτράχηλου και αυταρχικού του χαρακτήρα. Ο Ντοστογιέφσκι ύστερα από μία αρχική κατ’ οίκον διδασκαλία πήγε οικότροφος σε δύο σχολεία στη Μόσχα, ένα από τα οποία γαλλικό. Όταν τέλειωσε το σχολείο συνέχισε τις σπουδές του στην Πετρούπολη σε κρατική στρατιωτική σχολή μηχανικών και για σύντομο χρονικό διάστημα άσκησε αυτό το επάγγελμα. Το 1843 αποχωρώντας οριστικά από αυτό το επάγγελμα έλαβε την απόφαση να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη λογοτεχνία. Αυτό δεν ήταν παρά το αποτέλεσμα μίας μακράς πορείας, η οποία ξεκινούσε από τα χρόνια της σχολικής εκπαίδευσής του: σταθερός ήταν ο προσανατολισμός του στη λογοτεχνία.
Τον Απρίλιο του 1849 ο Ντοστογιέφσκι συνελήφθη και πέρασε από έκτακτο στρατοδικείο. Η κατηγορία ήταν για συμμετοχή σε προδοτική συνωμοσία. Την άνοιξη του 1849 είχε προσχωρήσει σε μια πολιτικοφιλοσοφική λέσχη που έγινε γνωστή ως κίνηση Πετρασέφσκι ή οι Πετρασέφσκηδες. Η ποινή που επιβλήθηκε στον Ντοστογιέφσκι ήταν τέσσερα χρόνια καταναγκαστικά έργα και στρατιωτική υπηρεσία ως απλός στρατιώτης για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα. Στο δικαστήριο δεν αρνήθηκε ούτε τις φιλελεύθερες πεποιθήσεις του ούτε το ενδιαφέρον του για τον ουτοπικό σοσιαλισμό, ιδιαίτερα για τις ιδέες του Σαρλ Φουριέ ή τη διαμαρτυρία του για πολλά φαινόμενα της ρωσικής πραγματικότητας. Παρουσίασε τον εαυτό του ως έναν «αφελή – έντιμο ανθρωπιστή και λόγιο ο οποίος απέβλεπε στο γενικό καλό της ανθρωπότητας», κυρίως όμως ήθελε μέσα από την πλούσια βιβλιοθήκη των Πετρασέφσκι «να γνωρίσει τα νεότατα λογοτεχνικά ρεύματα της Ευρώπης». Το δικαστήριο δεν δέχθηκε αυτή του την εξήγηση και «ίσως είχε τους λόγους του να είναι δύσπιστο». Έτσι από μεταγενέστερες μαρτυρίες είναι λ.χ. γνωστό ότι συμμετείχε ενεργά στην προσπάθεια λειτουργίας παράνομου τυπογραφείου, ενώ «ευκαιριακά είχε δηλώσει πως ήταν διατεθειμένος να πάρει μέρος εν ανάγκη και σε μια ένοπλη εξέγερση». Στις 16 Νοεμβρίου 1849 ο Ντοστογιέφσκι και οι σύντροφοί του δικάστηκαν και καταδικάσθηκαν σε θάνατο. Ακολούθησε ένας πόλεμος νεύρων με εικονικές εκτελέσεις και ατέλειωτες ώρες παραμονής σε μια πλατεία της Πετρούπολης, στις 22 Δεκεμβρίου του 1849, σε αναμονή του εκτελεστικού αποσπάσματος. Η ποινή του μετατράπηκε τελικά σε τετραετή εξορία και καταναγκαστικά έργα στο Ομσκ της Σιβηρίας. Το φθινόπωρο του 1855 έγινε υπαξιωματικός και τον επόμενο χρόνο προήχθη σε αξιωματικό. Τον Μάρτιο του 1859 του επιτράπηκε να επιστρέψει στην Ευρωπαϊκή Ρωσία, όχι όμως ακόμα στις μεγάλες πόλεις. Αυτό θα γίνει τον Δεκέμβριο του 1859. Την περίοδο της στρατιωτικής του θητείας θα κάνει τον πρώτο του γάμο: γνωρίζει και παντρεύεται τον Φεβρουάριο του 1857 τη Μαρία Ισάγιεβα που λίγο πριν είχε χηρέψει. Ήταν «μία πραγματικά μορφωμένη και με τον τρόπο της γοητευτική γυναίκα, συνάμα όμως έπασχε από ανίατο πνευμονικό νόσημα, νευρική και ευερέθιστη, προφανώς υστερική, αν όχι ψυχοπαθής.»
Το 1859 επέστρεψε στην Πετρούπολη και εξέδωσε μαζί με τον αδελφό του δύο περιοδικά τα οποία, όμως, δεν σημείωσαν επιτυχία με αποτέλεσμα ο Ντοστογιέφσκι να βρεθεί καταχρεωμένος. Ο μόνος τρόπος για να συγκεντρώσει χρήματα και να ξεπληρώσει τα χρέη του ήταν η συγγραφή. Την ίδια περίοδο εκδηλώθηκε το σχεδόν νοσηρό του πάθος για τα τυχερά παιχνίδια -ακριβώς ως αποτέλεσμα αυτής της οικονομικής δυσχέρειας- που τον έφερε στο χείλος της υλικής και της σωματικής καταστροφής. Σε αυτό το διάστημα έγραψε τα καλύτερα του έργα: Ο παίκτης, Οι αδερφοί Καραμαζόφ, Έγκλημα και Τιμωρία, Ο Ηλίθιος, Οι δαιμονισμένοι. Όταν κατάφερε πλέον να ανασάνει από το βάρος των χρεών, ανέλαβε τη διεύθυνση του περιοδικού “Πολίτης” και λίγα χρόνια αργότερα εξέδωσε το δικό του περιοδικό, Το Ημερολόγιο Ενός Συγγραφέα, που σε αντίθεση με τις προηγούμενες εκδοτικές εμπειρίες σημείωσε τεράστια επιτυχία. Πέθανε το 1881 στην Πετρούπολη σε ηλικία 60 ετών.
Το σπίτι – μουσείο του Ντοστογιέφσκι
Στις αρχές Οκτωβρίου του 1878, ο Ντοστογιέφσκι με την οικογένειά του μετακόμισε σ’ ένα διαμέρισμα στην οδό Κουζνέτσνι αριθ. 5. Η απόφαση να πάει σ’ ένα νέο σπίτι συνδέεται με τον τραγικό θάνατο του μικρότερου γιου του στις 16 Μαΐου 1878 από επιληψία, αρρώστια που είχε κληρονομήσει από τον ίδιο τον πατέρα του. Το διαμέρισμα αυτό της Κουζνέτσνι αριθ. 5, όπου ο Ντοστογιέφσκι έζησε για 2 1/2 χρόνια μέχρι το θάνατό του, ήταν στο δεύτερο όροφο με έξι δωμάτια και παράθυρα με θέα στην Εκκλησία του Αγίου Βλαντίμιρ, όπου ο Ντοστογιέφσκι εκκλησιαζόταν στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Σ’ αυτό το σπίτι με την ταπεινή επίπλωση, ο Ντοστογιέφσκι έγραψε το τελευταίο μυθιστόρημά του Οι αδελφοί Καραμαζόφ. Το Νοέμβριο του 1991, με τη συμπλήρωση 150 χρόνων από τη γέννηση του συγγραφέα, το Μουσείο Ντοστογιέφσκι της Αγίας Πετρούπολης άνοιξε στο κοινό τις πύλες του στο σπίτι αυτό.
Ο Ντοστογιέφσκι, πέρα από επιληπτικός, υπέφερε σ’ όλη του τη ζωή και από ασθένεια των πνευμόνων. Στις 26 Ιανουαρίου του 1881, είχε μια σοβαρή πνευμονική αιμορραγία. Το βράδυ της ίδιας ημέρας κάλεσαν τον ιερέα της γειτονικής Εκκλησίας του Αγίου Βλαντίμιρ και ο Ντοστογιέφσκι εξομολογήθηκε και δέχτηκε τη Θεία Κοινωνία. Όπως γράφει στο “Ημερολόγιό” της η Άννα Γρηγόριεβνα Ντοστογιέφσκι, όταν διαβεβαίωνε τον Ντοστογιέφσκι ότι θα ζούσε ακόμη για πολλά χρόνια, εκείνος της απάντησε: “Όχι, το ξέρω, θα πεθάνω σήμερα! Άναψε μια λαμπάδα, Άννια, και δος μου το Ευαγγέλιο”.
Στις 28 Ιανουαρίου (9 Φεβρουαρίου με το νέο ημερολόγιο), ώρα 8.36 το βράδυ, ο Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι πέθανε. Τα νέα για το θάνατο του Ντοστογιέφσκι τάραξαν αφάνταστα τους Ρώσους της Αγίας Πετρούπολης. Για δυο συνεχείς ημέρες, 29-30 Ιανουαρίου, το διαμέρισμα της οδού Κουζνέτσνι αριθ. 5 κατακλυζόταν από κόσμο, που συνέρρεε για το τελευταίο αντίο -μπροστά στο ξεσκέπαστο φέρετρο στη μέση του γραφείου του- στον πολυαγαπημένο του συγγραφέα. Όλα τα δωμάτια του σπιτιού ήταν κατάμεστα με κόσμο. Μεγάλες μορφές της ρωσικής λογοτεχνίας συνωστίζονταν γύρω από το φέρετρό του.
Το Σάββατο στις 31 Ιανουαρίου, η σορός του Ντοστογιέφσκι μεταφέρθηκε από το σπίτι της οδού Κουζνέτσνι αριθ. 5. Όλη η Αγία Πετρούπολη, δίχως άλλο προηγούμενο, ακολούθησε τη νεκρική πομπή προς το Μοναστήρι του Αλεξάντερ Νιέφσκι, όπου θα γινόταν η ταφή. Πρωτομηνιά, Φλεβάρης του 1881, μετά την εξόδιο λειτουργία στην Εκκλησία του Αγίου Πνεύματος της Μονής και με την παρουσία τεράστιου πλήθους ανθρώπων, ο Ντοστογιέφσκι τάφηκε στο Κοιμητήριο Τίχβιν (Tikhvin) του Μοναστηριού Αλεξάντερ Νιέφσκι, δίπλα στον τάφο του Ρώσου ποιητή Βασίλι Ζουκόφσκι. Στα 1883, σε επιτάφια τελετή, έγιναν τα αποκαλυπτήρια του μνημείου και της προτομής του Ντοστογιέφσκι, έργο του γλύπτη Ν. Λαβρέτσκι. Όχι μακριά από τον τάφο του Ντοστογιέφσκι, βρίσκονται και οι τάφοι διάσημων συνθετών της Ρωσίας – Τσαϊκόφσκι, Ρίμσκυ-Κόρσακοφ, Μουσόργκσκι, Μποροντίν και Γκλίνκα.
Νιχιλισμός
Ο Μηδενισμός ή νιχιλισμός (λατ. nihil = μηδέν, τίποτα) είναι φιλοσοφική κατεύθυνση που πρεσβεύει την ολοκληρωτική άρνηση κάθε θεωρητικής ή πρακτικής αξίας. Ο μηδενισμός απορρίπτει και αποδοκιμάζει το περιβάλλον του, το καταδικάζει απόλυτα, διαμαρτύρεται ή και επαναστατεί εναντίον του. Τον όρο εισήγαγε ο Ιβάν Τουργκένιεφ για να χαρακτηρίσει τον Μπαζάροφ, βασικό ήρωα του μυθιστορήματός του Πατέρες και υιοί (1862).
Μπορεί να διακριθεί στα παρακάτω είδη:
– Γνωσιολογικός ή θεωρητικός μηδενισμός, ο οποίος δεν παραδέχεται καμιά αλήθεια και ισοδυναμεί με τον απόλυτο σκεπτικισμό.
– Ηθικός μηδενισμός, που απορρίπτει τις ηθικές αξίες και ισοδυναμεί με τον αμοραλισμό.
– Μεταφυσικός μηδενισμός, που αρνείται την ύπαρξη νοήματος στη ζωή, την ύπαρξη του θεού, λογικής τάξης στον κόσμο κ.λπ.
– Κοινωνικός μηδενισμός, που απορρίπτει όλους τους κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς, συγγενεύοντας έτσι με τον αναρχισμό.
– Ιστορικός μηδενισμός (στη φιλοσοφία της Ιστορίας), που υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει τελικός σκοπός ή νόημα στην ιστορική εξέλιξη και αν υπάρχει τελικός σκοπός, αυτός είναι η καταστροφή και το αδιέξοδο.
Ο Μηδενισμός κατείχε σημαντική θέση στη φιλοσοφία του Φρειδερίκου Νίτσε, ο οποίος ήταν φορέας ενός δυναμικού μηδενιστικού πνεύματος, στοχεύοντας στη δημιουργία του ιδανικού του Υπερανθρώπου. Στη σύγχρονη φιλοσοφία, εκπρόσωπος του μηδενισμού υπήρξε ο Γάλλος υπαρξιστής Ζαν-Πολ Σαρτρ, για τον οποίο η ανθρώπινη ύπαρξη είναι φορέας οντολογικής ύπαρξης του μηδενός.



