Το σκηνικό αντιπροσωπεύει μια σχεδία στη μέση του πελάγου. Τρεις ναυαγοί με άψογα σκούρα κοστούμια και ξυπόλυτοι πάνω της. Τρεις άνθρωποι ξένοι, αποκομμένοι. Η δράση εξελίσσεται σε μία πράξη. Στη σχεδία υπάρχει κι ένα μεγάλο μπαούλο. Τέλειωσαν όλα τα τρόφιμα, τέλειωσαν και τα ψέματα. Όταν δεν υπάρχει κάτι για να φας, πρέπει να φας κάποιον. Κάποιος πρέπει να θυσιαστεί, και οι τρεις ναυαγοί αναπαράγουν στην πιο μακάβρια μορφή τους τις παράλογες σχέσεις εξουσίας που κυριαρχούν στην ανθρώπινη κοινωνία και που φέρουν ωραία και εύηχα ονόματα, όπως δημοκρατία, δικαιοσύνη, πολιτισμός.
Στον υπόγειο χώρο του Θεάτρου του Νέου Κόσμου τρεις από τους πέντε ηθοποιούς της παράστασης υποδέχονται με πλάτη το κοινό παρακολουθώντας το μέσα από καθρέφτες, ενώ συγχρόνως προθερμαίνονται και βάφονται. Ο τίτλος του έργου είναι “Μεσοπέλαγα” και η συγγραφή ανήκει στον Πολωνό Σλάβομιρ Μρόζεκ. Με το που χαμηλώνουν τα φώτα ξεκινούν ένα ξέφρενο μπαλέτο, γεμάτο εύθυμα στοιχεία και χρησιμοποιώντας αντικείμενα της καθημερινότητας, όπως σκούπες και φαράσια. Mακιγιαρισμένοι κωμικοτραγικά, ίδιοι καταθλιπτικοί κλόουν, αρχίζουν να μιλάνε μεταξύ τους. Μιλάνε ακατάπαυστα για πράγματα αστεία, παράξενα, αλλά κυρίως εξωφρενικά. Συγχρόνως οικεία. Θέατρο σουρεαλιστικό, βαθιά πολιτικό, καυστικό και επανασταστικό. Θέατρο του παραλόγου ή θέατρο της ζωής; Μήπως όμως και το παράλογο δεν είναι μέσα στη ζωή; Όπως και η απληστία, ο εγωκεντρισμός, η σκληρότητα, η αλληλοβορά, ο διαμελισμός, o κανιβαλισμός, η ανθρωποφαφία;
Σε μια τέτοια αφύσικη κατάσταση εξαίρεσης, κάτι σαν κι αυτό που ζούμε σήμερα όλοι εμείς, πόσοι είμαστε έτοιμοι να φάμε ο ένας τον άλλο ή να θυσιαστούμε αδιαμαρτύρητα και πόσοι, βλέποντας τον παραλογισμό της κοινωνίας, επιλέγουμε να εγκαταλείψουμε τη «σχεδία» για να κολυμπήσουμε στα βαθιά νερά της ελευθερίας;
Ο Σλάβομιρ Μρόζεκ έγραψε την πολιτική σάτιρα «Μεσοπέλαγα» το 1961, όντας ήδη γνωστός από τη συλλογή διηγημάτων του «Ο Ελέφαντας» και το θεατρικό του «Αστυνομία». Λίγο πριν γράψει το «Τάνγκο» και σχεδόν δεκατρία χρόνια πριν γράψει τη μεγάλη του επιτυχία, τους «Εμιγκρέδες». Σε μια εποχή Ψυχρού Πολέμου, σκεπτόμενος πολίτης σε ένα απολυταρχικό καθεστώς, μέσα από μία λογοτεχνία υπερρεαλιστική, φώτισε την κατάχρηση εξουσίας, τον κυνισμό του κράτους, την αποξένωση, τον κομφορμισμό, την ακύρωση της ατομικής ελευθερίας. Το έργο εντυπωσιάζει για τη διαισθητική του οξύνοια, το ξεγύμνωμα του συστήματος εξουδετέρωσης της ανθρώπινης υπόστασης, της προσωπικότητας, της νοητικής αντίστασης.
Η θεατρική παράσταση «Μεσοπέλαγα» του Σλαβομίρ Μρόζεκ παρουσιάζεται από την ομάδα Bonobo στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, σε σκηνοθεσία Αγγελικής Γκιργκινούδη, η οποία βρήκε το ορατό σημείο αναφοράς ανάμεσα στη συγκίνηση των ηθοποιών και την ορμητική τους ενέργεια.
Οι ηθοποιοί, Γιάννης Νιάρρος (Αδύνατος), Βασίλης Παγανόπουλος (Κανονικός), Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος (Χοντρός), Ρίνο Τζάνι (Ταχυδρόμος) και Ηλίας Κιάμα Τζογόνας (Μπάτλερ), όλοι νέοι, πολυτάλαντοι και ευρηματικοί, αν και τους έλειπε η εμπειρία, έχτισαν με ωριμότητα και στιβαρότητα τους δύσκολους ρόλους τους. Χαρισματικοί στην κίνηση, μετρημένοι στην ειρωνεία, ισορροπημένοι στις ερμηνείες τους, εκπληκτικοί στη μουσικότητά τους.
Μια ξεχωριστή περίπτωση μάλιστα αποτελεί ο Ηλίας Κιάμα Τζογόνας με το σφρίγος και τη νεανική του αξιοπρέπεια.
Ο Σάκης Μπιρμπίλης στους φωτισμούς απέφυγε τις εύκολες λύσεις και δημιούργησε ατμόσφαιρα έντασης.
Λειτουργικό και αρμονικό το σκηνικό. Απλά και δραματικά τα κοστούμια του Αντώνη Δαγκλίδη.
Εξαιρετική η επιμέλεια κίνησης του Σπύρου Μπόμπολη. Σχεδόν χορογραφούσε, και μάλιστα με ιδιαίτερη δεινότητα, τους διαλόγους.
Μια παράσταση αιχμηρή, καταγγελτική και σατιρική που πιάνει το σφυγμό του καιρού μας.
Συντελεστές
Μετάφραση: Κυριακή Καζελίδου
Σκηνοθεσία: Αγγελική Γκιργκινούδη
Σκηνικά-Κοστούμια: Αντώνης Δαγκλίδης
Σχεδιασμός φωτισμών: Σάκης Μπιρμπίλης
Επιμέλεια κίνησης: Σπύρος Μπόμπολης
Μουσική: Βασίλης Παγανόπουλος
Διδασκαλία τραγουδιού: Ταξιάρχης Χάνος
Βοηθός σκηνοθέτη: Άνια Λουκά
Βοηθός σκηνογράφου: Αμαλία Θεοδωροπούλου
Φωτογραφίες: Γιαννούλα Μπανασίου
Παίζουν: Γιάννης Νιάρρος (Αδύνατος), Βασίλης Παγανόπουλος (Κανονικός), Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος (Χοντρός), Ρίνο Τζάνι (Ταχυδρόμος), Ηλίας Κιάμα Τζογόνας (Μπάτλερ)
Πληροφορίες
Τιμές εισιτηρίων
Γενική είσοδος: 12 €
Μειωμένο: 10 € (φοιτητικό, άνεργοι)
Πληροφορίες εκδήλωσης
Θέατρο του Νέου Κόσμου
Αντισθένους 7 και Θαρύπου, 11743 Aθήνα
Τηλ. +302109212900
http://www.theatroneoukosmou.gr/
Δευτέρα και Τρίτη στις 21:15
Είσοδος 10 – 12 ευρώ

* Ο Σλάβομιρ Μρόζεκ (Slawomir Mrozek) είναι συγγραφέας και σκιτσογράφος. Διακρίθηκε, κυρίως, για τα θεατρικά του έργα, με τα οποία κέρδισε την παγκόσμια αναγνώριση. Στη χώρα μας είναι γνωστός από τη συλλογή διηγημάτων «Ο Ελέφαντας» (1957) και τα θεατρικά «Τάνγκο» (1964) και «Εμιγκρέδες» (1974). Στο έργο του κυριαρχεί το μαύρο χιούμορ και το παράλογο.
Γεννήθηκε στις 29 Ιουνίου 1930 στο Μπορζέτσιν της Νότιας Πολωνίας. O πατέρας του, Αντόνι, ήταν ταχυδρομικός και η μητέρα του, Σοφία, φρόντιζε τα του οίκου. Η κατοχή της χώρας του από τους ναζί, η εγκαθίδρυση του κομμουνιστικού καθεστώτος και η σταλινική καταπίεση διαμόρφωσαν το χαρακτήρα του, όπως και πολλών νεαρών Πολωνών της γενιάς του.
Μετά την αποφοίτησή του από το Λύκειο, ενεγράφη στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Πανεπιστημίου της Κρακοβίας, την οποία παράτησε μετά τρίμηνο, όπως και τη Σχολή Καλών Τεχνών της Κρακοβίας στη συνέχεια. Από το 1950 άρχισε να σκιτσάρει και να γράφει σε καθεστωτικές εφημερίδες της κομμουνιστικής Πολωνίας, υιοθετώντας σταδιακά το μαύρο χιούμορ και το παράλογο, χαρακτηριστικά που τα συναντάμε και στα θεατρικά του έργα. Τη δεκαετία του ’50 ήταν γνωστός για τα σκίτσα του, παρά για το συγγραφικό του έργο. «Τα σκίτσα ήταν ένα πραγματικό σχολείο για μένα. Από αυτά έμαθα να γράφω».
Το 1957 εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων «Ο Ελέφαντας», με την οποία έγινε γνωστός στο εξωτερικό. Στο βιβλίο αυτό σατιρίζει την πολωνική νοοτροπία, το κομμουνιστικό σύστημα, αλλά ο κύριος στόχος του είναι η διακωμώδηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς και ανοησίας. Τον επόμενο χρόνο εκδίδει το πρώτο του θεατρικό έργο με τίτλο «Αστυνομία» και η φήμη του μεγαλώνει στο εξωτερικό. Μια αρκετά αποτελεσματική αστυνομία, που έχει εξαφανίσει όλους τους αντιπάλους ενός καταπιεστικού καθεστώτος, πρέπει να κατασκευάσει ψεύτικους διαφωνούντες για να εξασφαλίσει την ύπαρξη του συστήματος.
Το 1959 παντρεύεται την καλλιτέχνιδα Μαρία Ορέμπα και μετακομίζει στη Βαρσοβία. Απογοητευμένος από την πολιτική κατάσταση στη χώρα του, φεύγει από την Πολωνία το 1963 και αποφασίζει να εγκατασταθεί πρώτα στην Ιταλία και στη συνέχεια στη Γαλλία. Το 1964 γράφει το πιο γνωστό έργο του, το «Τάνγκο» -μια πολυεπίπεδη οικογενειακή σάγκα- η πρεμιέρα του οποίου δόθηκε στο Βελιγράδι στις 21 Απριλίου 1965. Το 1968 δημοσιεύει επιστολή διαμαρτυρίας εναντίον της εισβολής των στρατευμάτων του Συμφώνου της Βαρσοβίας στην Τσεχοσλοβακία. Ζητά τότε πολιτικό άσυλο στη Γαλλία και δέκα χρόνια αργότερα λαμβάνει τη γαλλική υπηκοότητα.
Το 1974 γράφει το δεύτερο από τα πιο δημοφιλή του έργα, τους «Εμιγκρέδες», που έχει ανεβεί επανειλημμένα στη χώρα μας. Στο έργο, που εκτυλίσσεται την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, πρωταγωνιστούν δύο μετανάστες, που συγκατοικούν σ’ ένα υπόγειο. Ο ένας είναι διανοούμενος, πολιτικός εξόριστος και ο άλλος εργάτης, οικονομικός μετανάστης. Το 1981, σε ένδειξη διαμαρτυρίας κατά του πραξικοπήματος του στρατηγού Βόιτσεχ Γιαρουζέλσκι, απαγόρευσε την έκδοση των έργων του στην Πολωνία. Το 1987 νυμφεύθηκε τη δεύτερη σύζυγό του, τη Μεξικάνα σκηνοθέτιδα Οράριο Ρόζας (η πρώτη του γυναίκα είχε πεθάνει το 1969) και το 1989 εγκαταστάθηκε στο Μεξικό.
Μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Πολωνία, επέστρεψε δόξη και τιμή στην πατρίδα του (1996). Το 2003 τιμήθηκε από τον Γάλλο πρόεδρο Ζακ Σιράκ με το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής, για την προσφορά του στο γαλλικό πολιτισμό. Από το 2008 ζούσε στη Νίκαια της Γαλλίας. Εκεί τον βρήκε ο θάνατος, στις 15 Αυγούστου του 2013. Ήταν 83 ετών.
Στο έργο του, ο Μρόζεκ διερευνά την αποξένωση, την κατάχρηση εξουσίας, τον κομφορμισμό και τους περιορισμούς της ανθρώπινης ελευθερίας σ’ ένα ολοκληρωτικό καθεστώς. Συχνά χρησιμοποιεί το σουρεαλιστικό χιούμορ και τις γκροτέσκες καταστάσεις για να αποκαλύψει τις διαστρεβλωμένες αντιλήψεις των ηρώων του.



