Tης Βάσης Μπέκα
Λες και δοκίμαζαν ακούραστα τη μια μετά την άλλη τις λευκές πουέντ. Αμέτρητες νιφάδες. Χόρευαν συγχρονισμένες γύρω από τις κίτρινες λάμπες των στύλων της ΔΕΗ και τα φωτισμένα τετράγωνα που σχημάτιζαν στον ουρανό οι σηματοδότες και τα φανάρια των αυτοκινήτων. Αποζητώντας σκηνικά παραμυθιών όσοι ακόμη έβλεπαν με παιδικά μάτια, κολλούσαν μαγεμένοι το πρόσωπο στο τζάμι και παρατηρούσαν αυτό το χορό. Εύχονταν η επόμενη μέρα να ξημερώσει με χιόνι. Ο εξαγνισμός του χιονιού έλειπε χρόνια από την πόλη. Τώρα ήταν αναγκαίο όσο ποτέ. Το απόλυτο άσπρο να καλύψει ατέλειες, λαμαρίνες, τσιμέντα, ψεύτικο πλούτο και φτώχεια. Τέσσερις μέρες χιόνιζε από πάνω αλλά κάτω το έδαφος δεν το δέχονταν. Μπορεί το χιόνι να αρνιόταν να εγκατασταθεί στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, το κρύο όμως ένα μήνα τώρα, ολόκληρο το Γενάρη, είχε πολικές διαθέσεις. Ο κόσμος, άμαθος στις βαρυχειμωνιές από τις κλιματικές αλλαγές, αναζητούσε οδηγό επιβίωσης.

Από τα πρώτα θύματα του ψύχους οι άστεγοι και οι ζητιάνοι. Ήρθε και η οικονομική κρίση κι έβγαλε από τα σπίτια κι άλλους. Απλήρωτους, άνεργους, αεριτζήδες και εκ πεποιθήσεως μποέμ που άρχισαν τώρα να στοιβάζονται δίπλα στους δηλωμένους χαμένους. Ηττημένα κουφάρια ενός ακήρυχτου οικονομικού πολέμου. Εγκατεστημένοι σε παγκάκια, προαύλια εκκλησιών και πλατείες, πίσω από αυτοσχέδια οχυρά με χαρτόκουτα. Μαζί με τους άλλους που είχαν πέσει νωρίτερα θύματα του υπαρξιακού τους πολέμου. Ο θυμός παντού κυρίαρχος και η θλίψη αθανής και αειφόρος. Ούτε ελπίδες και ψευδαισθήσεις, ούτε τίποτα. Μια απέραντη κυνική πραγματικότητα για ανθρώπους που κάποτε φιλοσοφούσαν και ονειρεύονταν ιδανικές πολιτείες.
Η Χριστίνα έπρεπε να φύγει από την πολυκατοικία. Είχε απλήρωτα νοίκια τριών χρόνων. Η μητέρα της ολοένα λιγόστευε από την αρρώστια. Η φωνή της κρατούσε όμως νεανική ακόμα φρεσκάδα.
– Χριστίνα, φώναζε και το όνομά της αντηχούσε σ’ ολόκληρη την οικοδομή.
– Χριστίνα, την καλούσε τραγουδιστά και ξεχείλιζαν θαλασσινή αύρα και ευωδιές οι τοίχοι και τα ανοιχτά παράθυρα. Τα λιγοστά χρήματα που συγκέντρωνε ο πατέρας Θεόφιλος Χριστούγεννα και Πάσχα δεν αρκούσαν ούτε για τα αναγκαία μιας εβδομάδας. Έμεναν σε ένα παλιό πενταώροφο νεοκλασικό, χτισμένο με μεράκι στις αρχές του εικοστού αιώνα. Ψηλοτάβανο με σκαλιστά γύψινα και μαρμάρινες σκάλες με μαύρους μαιάνδρους και σκουροκόκκινους ρόδακες. Ποτέ κανείς από τους παλιούς ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων δεν είχε προνοήσει για την εγκατάσταση ενός ασανσέρ. Όπως εκείνα της εποχής art-nouveau που διαθέτουν ακόμη κάποια κτίρια στην Αριστοτέλους. Εκείνα που μ’ ένα κλειδάκι ανοίγεις πρώτα μια μεταλλική πόρτα με πλέγμα και ύστερα αφού εισέλθεις στον θαλαμίσκο κλείνεις μια δεύτερη σπαστή ξύλινη. Αυτονόητη προϋπόθεση για τη διαμονή του οποιουδήποτε στην οικοδομή ήταν απαραίτητα η φυσική του κατάσταση. Η σκάλα είχε περίπου εκατό σκαλιά και ήταν προορισμένη μόνον για υγιείς. Δεν υπήρχε περίπτωση να την παρακάμψεις.
***
H Χριστίνα αντιμετώπιζε τη σκάλα με μια ανάσα. Ο ρυθμός της ήταν γρήγορος χωρίς ενδιάμεσες στάσεις. Ανέβαινε μέχρι τον τρίτο όροφο, κουνώντας πέρα δώθε την καστανή κοτσίδα της κι έπειτα ξεκλείδωνε την πόρτα του διαμερίσματός της γυρνώντας το κλειδί τρεις φορές. Έμπαινε μέσα και ξανακλείδωνε άλλες τόσες. Όσες φορές τη μέρα κι αν ανεβοκατέβαινε τη σκάλα πάντα κλείδωνε και ξεκλείδωνε την πόρτα.
– Πώς τα πας Χριστίνα; τη ρωτούσε ο Κλεάνθης από τον τέταρτο όροφο, όταν τη συναντούσε.
– Καλά, του απαντούσε εκείνη κοφτά, χωρίς να του δίνει περιθώριο για άλλες κουβέντες.
Νευρική και υπερκινητική, διαρκώς μ’ ένα στριφτό τσιγάρο στο στόμα.
Ήρθε στην πολυκατοικία είκοσι χρονών. Όταν οι παππούδες της που τη μεγάλωσαν πέθαναν κι όταν η μητέρα της η Μέλπω, έφυγε για την Αμερική. Για να μείνει σε ένα ράντζο με τον τέταρτο σύζυγό της. Εκείνη η πρώτη μέρα της ζωής της στο σπίτι της μάνας της έμελλε να προδιαγράψει και την πρώτη της υπόλοιπης ζωής της. Τότε εγκατέστησε στο διαμέρισμα και το αίσθημά της. Ένα υστερικό άτομο που έσπαζε αντικείμενα και έκλεινε με δύναμη τις πόρτες. Η Χριστίνα υπέμενε αδιαμαρτύρητα τις εντάσεις και παραστεκόταν. Μερικές γυναίκες αναζητούν τη συναισθηματική επαφή και κάλυψη σε εντελώς ακατάλληλα πρόσωπα. Μήπως έτσι δεν έκανε και η μάνα της. Στη σχέση της μ’ έναν ηθοποιό είχε οδηγηθεί στο ναδίρ της αξιοπρέπειάς της. Η ίδια έλεγε ότι ήταν πολύ ερωτευμένη μαζί του. Γι’ αυτό ανεχόταν τις απιστίες του, την ωραιοπάθειά του και την ταπεινωτική προς αυτή συμπεριφορά του. Δεν ήταν λίγες οι φορές που οι ένοικοι την είχαν βρει λιπόθυμη στη σκάλα είτε από ξύλο είτε από ποτό. Είχε ακουστεί μάλιστα ότι έκανε και απόπειρα αυτοκτονίας για χάρη του. Ήταν όμως μια αρτίστα. Έτσι την αποκαλούσε με στόμφο ο Κλεάνθης που γνώριζε από τέχνη και θέατρο. Η Μέλπω είχε έντονα συγκινησιακά ξεσπάσματα και στη χαρά και στη λύπη. Την καλλιτεχνική όμως φύση της την έβγαζε αλλιώς. Με επαγγελματική ωριμότητα, με πειθαρχία και τελειότητα. Η Μέλπω είχε μοναδική μαεστρία στις μαριονέτες και πολύ συχνά έπαιρνε παραγγελίες από την Ιταλία και την Πράγα. Με πόση αφοσίωση τις είχε δημιουργήσει μία προς μία. Ήταν τα συνειδητά παιδιά της. Στην πλάτη τους κουβαλούσαν από μία ιστορία. Άλλες ήταν γκροτέσκες, άλλες εκλεπτυσμένες και ιδιότροπες κι όλες στοιχειωμένες. Κρέμονταν η ζωή τους από μια κλωστή. Πλάσματα που φαίνονταν να κινούνται μόνα στο χώρο αλλά πάντα εξαρτημένα από τη Μέλπω. Ήλπιζαν στην τρυφερή της προσπάθεια να δαμάσει την αδράνεια και τη βαρύτητα και να τις αναστήσει. Να τους δώσει ρόλο. Εκατοντάδες σκεπτομορφές μετουσιωμένες σε οντότητες. Μια τέτοια κούκλα από πηλό είχε χαρίσει με όλη της την κάρδια στη Νανά. Ένοικο επίσης του τέταρτου ορόφου. Της είχε κάνει κάποιες φορές συντροφιά όταν συνερχόταν από τη χημειοθεραπεία και η Μέλπω ήθελε να της ανταποδώσει τις επισκέψεις αυτές. Όταν η Νανά έπειτα από πολλές αντιρρήσεις έφερε τελικά τη μαριονέτα στο σπίτι της την άφησε πρώτα πάνω στην πολυθρόνα για να ζυγιάσει την παρουσία της. Πίστευε ότι είχε διαλέξει την πιο ανώδυνη φιγούρα με την πιο αισιόδοξη έκφραση. Ήταν μια ισπανίδα χορεύτρια του φλαμένγκο. Την κρέμασε πάνω από μια ραπτομηχανή Σίνγκερ όπου ακουμπούσε το τηλέφωνο και μια γαλλική Φαγιάνς, κειμήλιο της μητέρας της. Δίπλα σ’ έναν παλιό καθρέφτη με ασημόχρυση κορνίζα. Η κούκλα σε λίγες μέρες είχε μονοπωλήσει τα βλέμματα όσων μπαινόβγαιναν στο σπίτι. Όποια κίνηση γινόταν περνούσε μέσα από την οπτική διαμεσολάβηση της χορεύτριας. Ήταν ο μόνιμος ακροατής όλων των τηλεφωνημάτων και ο επικριτής εσωτερικών σκέψεων και προβληματισμών. Κάθε στιγμή που περνούσε πρόσθετε και έναν τόνο επιβλητικότητας στο μελαχρινό της πρόσωπο που γινόταν ολοένα και πιο αυστηρό.
***
– Ή αυτή ή εγώ. Έτσι έβαλε το θέμα η Νανά και αποφάσισε να δωρίσει τη χορεύτρια σε ένα γνωστό κουκλοθέατρο της πόλης όπου σύντομα άρχισε τις παραστάσεις.
Δε ζούμε σε συνηθισμένους καιρούς. Οι μέρες οι ραχάτικες γλίστρησαν σε στενές παρόδους και σκοτεινές αλάνες και εξαφανίστηκαν. Πήραν μαζί τους και κάμποσους κυρίους με τις ενυδατωμένες συζύγους τους. Που έγιναν πάμπλουτοι μέσα σε μια νύχτα. Ανταλλάσσοντας τον ιδρώτα με αέρα. Λωλαμένοι από το φόβο μην τυχόν πεινάσουν, έθαψαν όσο ρευστό δεν πρόλαβαν να καταθέσουν, κάτω από το κινούμενο πλακάκι της πισίνας τους. Κάποια φορά όμως τα πράγματα αλλάζουν. Γι’ αυτό όσοι δεν πείνασαν ακόμα θα πρέπει γενικά να γίνουν πιο προσεκτικοί.
“Wake up! Capitalism goes down” έγραφαν τα πανό κι ο κόσμος κατέβαινε ξανά και ξανά στους δρόμους…
Όλες οι μέρες του χειμώνα ήταν ημέρες απογοήτευσης και οργής.
Συναντήθηκαν στη σκάλα. Η Νανά ανέβαινε και η Χριστίνα κατέβαινε.
– Θέλω να σου μιλήσω, της είπε.
– Τι τρέχει Χριστινάκι;
– Έχεις χρόνο για έναν καφέ σε μισή ώρα;
– Θα μπορούσα τώρα, της απάντησε η Νανά και χωρίς δεύτερη κουβέντα άρχισαν να κατεβαίνουν μαζί τη σκάλα. Κάθισαν σε μια καφετέρια δίπλα από την οικοδομή. Στο βάθος του μαγαζιού, μακριά από το μπαρ για να είναι μόνες.
– Είμαι ΑΜΑΡΤΩΛΗ, ξέσπασε σε λυγμούς η Χριστίνα, πριν ξεστομίσει άλλη κουβέντα.
– Είμαι ΛΕΣΒΙΑ, τσίριξε, τονίζοντας μία μία τις συλλαβές.
– Είπα χτες στη μάνα μου ότι συγκατοίκησα με την ερωμένη μου όσο εκείνη έλειπε στην Αμερική…
Μόλις το άκουσε άρχισε να χτυπάει το κεφάλι της στον τοίχο και να ουρλιάζει.
– “Μη μ’ ακουμπάς, μου ‘λεγε. Θα με μολύνεις…”.
Η Χριστίνα έκλαιγε ασταμάτητα. Στην εισπνοή έκανε ένα μεγάλο κενό βγάζοντας μια κραυγή πνιγμού. Έπειτα ρουφούσε μύξες και δάκρια και λυνόταν ξανά σε αναφιλητά.
– Δεν έχω χρήματα… Δεν έχω αξιοπρέπεια… Δεν έχω προοπτική… Είμαι τελειωμένη! ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ; φώναξε σκουντώντας δυνατά τη Νανά.
Κατάλαβε. Δεν ήθελε να την αφήσει να σκορπίσει κι άλλο. Η λύση, αν υπήρχε, ήταν δική της επιλογή. Εκείνη τη στιγμή προτιμούσε να καταφύγει λεκτικά σε οτιδήποτε δοκιμασμένο από οποιαδήποτε δική της σκέψη.
– Μπορείς Χριστίνα να αγαπήσεις, έτσι όπως είναι, τον εαυτό σου και το παρελθόν σου; τη ρώτησε τρυφερά χαϊδεύοντας απαλά τα μαλλιά της.
Γέννηση, εφηβεία, ενηλικίωση. Κρίκοι χρόνου φορτωμένοι τιμωρίες για τη Χριστίνα. Πώς να αγκαλιάσει το παρελθόν της; Πώς να το δει σαν αγαπημένο δάσκαλο; Κάποιοι θέλουν το πεπρωμένο του ανθρώπου να ξετυλίγεται ανάλογα με τις επιλογές που κάνει. Πότε η Χριστίνα πρόλαβε να έχει επιλογές. Να δώσει το δικό της στίγμα και να υπερβεί τη μοίρα της. Στην κούνια ακόμη ο πατέρας της την εγκατέλειψε. Βαρέθηκε τη μάνα της και ξέγραψε και το σπόρο του. Πόσες φορές η Χριστίνα δεν τον αναζήτησε; Με πόση λαχτάρα και προσδοκία δεν τον πλησίαζε κάθε φορά που τον έβρισκε. Εκείνος όμως έστρεφε αλλού τα μάτια του. Δεν άντεχε να την αντιμετωπίζει κατά πρόσωπο.
– Μην ξανάρθεις, της ξεκαθάρισε την τελευταία φορά που τον ξετρύπωσε κάπου στα Γιαννιτσά. Δε γίνεται τίποτα, της είπε. Έχω άλλη οικογένεια… Η παρουσία σου εδώ, δημιουργεί πρόβλημα…
Από την άλλη, η Μέλπω παρουσιαζόταν ως το μόνιμο θύμα. Γι’ αυτήν ήταν μονόδρομος η εικόνα της εύθραυστης και λεηλατημένης γυναίκας. Ο ιστός που άθελά της έπλεκε, ακινητοποιούσε αποκλειστικά την ίδια της την κόρη. Ήθελε τη Χριστίνα ισχυρή μόνο για εκείνη. Η ίδια αδύναμη και δυστυχής από τις ερωτικές της απογοητεύσεις, απαιτούσε όχι απλώς παρηγοριά από το παιδί της αλλά και στήριξη. Η Χριστίνα έγινε ο κηδεμόνας της και το αντράκι του σπιτιού. Η Χριστίνα την έτρεχε στα νοσοκομεία. Της έδινε τα φάρμακα. Την τάιζε, την καθάριζε και μαστόρευε όλες τις αβαρίες του σπιτιού. Αλυσοδεμένη από τη μοίρα και τον εαυτό της.
Οι νιφάδες του Γενάρη μπορεί να μην κατάφεραν να σμίξουν όλες μαζί για να γίνουν καθαρτήριο χιόνι για τον κόσμο. Γέννησαν όμως μπουμπούκια και ανθάκια πάνω στα γυμνά κλαδιά που όλο το χειμώνα εκλιπαρούσαν τον ουρανό να ντύσει κάπως αυτή τη γύμνια τους. Εισακούστηκαν και γέμισαν μέχρι πάνω στον κορμό τους φωτοστέφανα από λευκές και ροζ μικρές ομπρελίτσες με ατίθασους κίτρινους στήμονες στη μέση. Πολυάριθμες όπως οι κοινωνίες των μυρμηγκιών. Ο Μάρτιος μπήκε λαμπερός και αναζωογονητικός. Παρέα μ’ ένα φιλικό Βαρδάρη που πιο πολύ νοτιά θύμιζε. Χωρίς ευωδιές ακόμη αλλά με οίστρο που μονάχα οι αδέσποτες γάτες είχαν την ετοιμότητα να αδράξουν. Μαζεμένες σε γκρεμισμένες πολυκατοικίες όπου οι εφορίες αρχαιοτήτων είχαν εμποδίσει προς το παρόν την ανοικοδόμηση. Ανάμεσα σε απομεινάρια της εποχής του Γαλέριου καλούσαν αδιακρίτως σε ερωτική συνεύρεση. Και οι στειρωμένες γάτες των μπαλκονιών παρατηρούσαν με αμηχανία και φθόνο αυτό το αντάμωμα. Η πόλη τεντώθηκε κι άρχισε να οσφραίνεται την πρωινή αύρα. Σαν να ξύπναγε από λήθαργο. Με καινούργια διάθεση. Χωρίς μνήμες από θλίψη και καημούς. Χωρίς αδιέξοδα και βιασύνες. Ευτυχώς που υπάρχουν και τα πρωινά. Πάντα έτοιμα να συναντήσουν τη ζωή και να τη φλερτάρουν. Όλο υποσχέσεις και ελπίδες.
Η Χριστίνα σήκωσε νωχελικά το ένα της χέρι και αργά άρχισε να ανεβάζει και το άλλο πάνω από το κεφάλι της. Ήθελε να φύγουν τα μπλοκαρίσματα του χτες. Το βλέμμα της ακούμπησε έξω από το τζάμι στο ξεκίνημα μιας δράσης. Στην τροχιά ενός πετάγματος πουλιού. Γέμισε ζεστό καφέ την κούπα της και έστριψε ένα τσιγάρο. Το βράδυ θα τραγουδούσε σε κέντρο. Δύο μεροκάματα την εβδομάδα και μια μικρή διατροφή από το διαζύγιο της μάνας της με τον Αμερικάνο. Επανεκκίνηση. Άνοιξε την ντουλάπα και χάζεψε για λίγο δύο τουαλέτες που τις φορούσε η Μέλπω τις καλές εποχές. Η μία μαύρη χωρίς μανίκια και η άλλη πολύχρωμη εξώπλατη. Τις κοίταξε ειρωνικά. Ήταν τα κατάλληλα ρούχα για την περίσταση. Θα μεταμορφωνόταν και αυτό την προκαλούσε. Ικανοποιημένη για τη νέα κατάσταση έκλεισε μαλακά την ντουλάπα. Φόρεσε τζιν και αθλητικά παπούτσια, έπιασε κοτσίδα τα μαλλιά της, έστριψε ακόμη ένα τσιγάρο και άρχισε να κατεβαίνει τις σκάλες. Θα πήγαινε να αγοράσει εφημερίδα για να δει τις αγγελίες. Ήθελε να δουλέψει σε μπουάτ. Στο κέντρο ήταν αναγκασμένη να λέει καψουροτράγουδα και εκείνη προτιμούσε τα έντεχνα.
***
Σαν να πήγαινε στην Τήνο για προσκύνημα. Στα γόνατα ανέβαινε τη σκάλα και βογκούσε από τον πόνο και την προσπάθεια. Ξεκουραζόταν κι ύστερα έβαζε όλη τη δύναμή της στα μπράτσα. Έπιανε την κουπαστή δίνοντας ώθηση στο σώμα της να ανασηκωθεί. Ανέβαινε δύο σκαλιά μαζεμένα και μετά καθόταν πάνω τους για να ανακτήσει δυνάμεις και να επαναλάβει το εγχείρημα. Ο μαζεμένος θυμός, της έδινε όψη άγριου σαρκασμού στο πρόσωπο. Ο Μάης έφτανε στο τέλος του. Εδώ και λίγες μέρες η θερμοκρασία είχε ξεπεράσει τα φυσιολογικά για την εποχή επίπεδα. Η Χριστίνα ίδρωνε αλλά συνέχιζε την ανάβαση. Επέστρεφε ύστερα από δύο μήνες στο σπίτι. Δέκα μέρες είχε μείνει στην εντατική και στη συνέχεια νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο. Ακίνητη μέσα στο γύψο. Σε μια εβδομάδα θα εκδικαζόταν η μήνυση που υπέβαλε εναντίον του ασυνείδητου οδηγού που την παρέσυρε πεζή και την εγκατέλειψε αιμόφυρτη στο οδόστρωμα. Δίπλα στο περίπτερο όπου είχε πάει για εφημερίδα.
– Έλα Χριστίνα ΜΠΟΡΕΙΣ, πρόσταξε τον εαυτό της. Άλλοι δύο όροφοι. Πονάω, γαμώτο! Γαμώτο! Γαμώτο! Να ουρλιάξω να μ’ ακούσουν οι μαλάκες εδώ μέσα. Πονάω! Να δαγκώσω τα σκαλιά. Να μαλακώσουν. Άραγε τη φέραν τη μάνα μου από το Θεαγένειο; Να δούμε ποια θα φροντίσει ποια;
Άρχισε να γελάει άγρια. Διαβολεμένα. Έγινε ο απόλυτος κυρίαρχος της σκάλας. Όση ώρα έρπονταν στα σκαλιά κανείς δεν τόλμησε να ανέβει ή να κατέβει. Οι ένοικοι την άκουγαν να βρυχιέται σαν το πληγωμένο λιοντάρι και προτίμησαν να μείνουν ταμπουρωμένοι στα διαμερίσματά τους. Κι όσοι ανυποψίαστοι έμπαιναν από την κεντρική είσοδο μόλις την αντίκριζαν φιγούρα αρχαίας τραγωδίας ίδια μαινάδα να τους κοιτάζει καταπρόσωπο, έτοιμη να τους πετάξει κατάμουτρα όσα δεν ήθελαν να ακούσουν, το έβαζαν στα πόδια. Ψυχρή κι ασάλευτη η σκάλα. Παγερά ακίνητη, γυαλιστερή και γλιστερή από το πρόσφατο σφουγγάρισμα της Ντόντως. Της καλής γυναίκας από τη Γεωργία που τη φρόντιζε πιο πολύ από τον εαυτό της. Καλύτερα να το είχε παραλείψει σήμερα.
“Ουαί υμίν, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί, ότι αποδεκατούτε το ηδύοσμον και το άνηθον και το κύμινον και αφήκατε τα βαρύτερα του νόμου, την κρίσιν και το έλεον και την πίστιν. Ταύτα δε έδει ποιήσαι, κακείνα μη αφιέναι. Οδηγοί τυφλοί, οι διυλίζοντες τον κώνωπα, την δε κάμηλον καταπίνοντες!”.
– Μάνα μου!
Σβαρνίζοντας το πόδι της και παρασέρνοντας ό, τι υπήρχε μπροστά στο πέρασμά της πέρασε το χολ κι έφτασε στο δωμάτιο της Μέλπως. Χύθηκε στην αγκαλιά της, σχεδόν ξαπλώνοντας πάνω της, ενώ εκείνη ανασηκωμένη στους αγκώνες προσπαθούσε να βολέψει την μπαντάνα στο φαλακρό της κεφάλι.
– Τι σε κάνανε πάλι ρε μάνα. Πού ‘ναι τα μαλλιά σου;
– Χριστίνα, απάντησε σβησμένα η Μέλπω. Θα δεις σε δυο βδομάδες θα ξαναβγούν. Κι εσύ κοριτσάκι μου τα κατάφερες…
Λες κι όλες οι βρύσες άνοιξαν ξαφνικά στα μάγουλα των δύο γυναικών. Δύο ζευγάρια μάτια ανάβλυζαν χωρίς σταματημό από την ίδια πηγή. Ομοούσια δάκρυα πόνου, χαράς, θυμού, συμφιλίωσης, τρόμου και θανάτου. Και ο τελευταίος, για πρώτη φορά λες και διεκδίκησε χώρο στο διαμέρισμα. Εντελώς απροσκάλεστος έπιασε την κουνιστή πολυθρόνα και χάζευε το θέαμα.
– Συγχώρεσέ με Χριστίνα για τις κουβέντες που σου είπα. Να ξέρεις δε σ’ αλλάζω με καμιά.
– Μάνα ξέχνα τα όλα. Πρέπει να αντέξουμε. Μαζί.
Πήρε τα φάρμακα από το κομοδίνο και βάλθηκε να διαβάζει τις ενδείξεις και τις αντενδείξεις. Δυνατά να διαλύσουν ελέφαντα. Τα αντιστοίχησε με τις οδηγίες της συνταγής του γιατρού χαϊδεύοντας κάθε τόσο τα τρυπημένα από τους ορούς χέρια της μάνας της. Άρχισε να έχει δύσπνοια. Την έβαλε στη μάσκα οξυγόνου και πατώντας στο γερό της πόδι έφτασε μέχρι το παράθυρο. Το άνοιξε να μπει φρέσκος αέρας στο δωμάτιο και ευωδιά από κάποιες ξεχασμένες ανθισμένες νεραντζιές των πεζοδρομίων. Ό, τι απέμεινε από μια Άνοιξη κουρασμένη, έτοιμη να παραδώσει σκυτάλη. Ύστερα κουτσαίνοντας πήγε μέχρι την κουζίνα και άναψε το καντήλι.
Τις μεσημεριάτικες ώρες η πόλη κόχλαζε από τη ζέστη. Η Χριστίνα άνοιγε τα παράθυρα για να γίνουν ρεύματα στο σπίτι και όλο σφουγγάριζε το πάτωμα για να δροσίσει. Τη μάνα της την είχε βασίλισσα στο κρεβάτι. Στρωμένο με αμερικάνικα σεντόνια Cannon. Πολύχρωμα και φρεσκοπλυμένα και γύρω γύρω μαξιλάρια μικρά και μεγάλα για να ακουμπά. Στο ξύλινο τραπεζάκι μπροστά της μια κανάτα νερό και αραδιασμένα βιβλία. Η Αγία Γραφή, ένα βιβλίο του γέροντα Παΐσιου, ένα εσωτεριστικό με τίτλο “Αυτοθεραπεία” κι ένα με απλές ασκήσεις γιόγκα και διαφραγματικές αναπνοές. Μόλις σουρούπωνε, μάνα και κόρη άναβαν ένα κερί και έκαναν αυτοσυγκέντρωση. Οραματίζονταν σε μια νοερή οθόνη τη Μέλπω όμορφη και ελκυστική όπως ήταν στα νιάτα της. Γεμάτη υγεία και ζωντάνια να γελάει και να σχεδιάζει τη ζωή της από την αρχή. Εδώ και λίγο διάστημα η Χριστίνα είχε λύσει και το πρόβλημα με το ανεβοκατέβασμα στις σκάλες. Είχε εγκαταστήσει έξω από το διαμέρισμα του τρίτου ορόφου μια τροχαλία με ένα μακρύ σχοινί στο οποίο είχε δέσει ένα καλαθάκι. Το έριχνε δίπλα από τη σκάλα κι αυτό έφτανε μέχρι το ισόγειο, στον κοινόχρηστο χώρο, δίπλα από τα γραμματοκιβώτια. Εκεί όλοι σχεδόν οι ένοικοι κατόπιν συνεννόησης με τη Χριστίνα άφηναν τα ψώνια της ημέρας. Ψωμί, κρέας, λαχανικά, φρούτα, χαρτικά και βασικά τα φάρμακα της Μέλπως. Χτυπούσαν το θυροτηλέφωνο και η Χριστίνα έβγαινε στο πλατύσκαλο και μάζευε το σχοινί με την τροχαλία. Ευλογημένες μέρες. Η σκάλα γέμισε χαμόγελα και “καλημέρες”. Τέτοιον αλτρουισμό δεν τον είχε ξαναζήσει η οικοδομή. Μέχρι που, ο ένοικος του ημιωρόφου, του κουφάλογου, όπως τον αποκαλούσε ο Κλεάνθης, αποφάσισε να ξηλώσει την τροχαλία γιατί, όπως αποφάνθηκε, ήταν επικίνδυνη για τα παιδιά που ανεβοκατέβαιναν τη σκάλα.
***
Ο Θερμαϊκός είχε γεμίσει αγκίστρια. Ερασιτέχνες ψαράδες, παρατάσσονταν στην αγκαλιά του κόλπου, ο ένας δίπλα στον άλλο κι έριχναν πετονιές. Κάποιοι από αυτούς, οι πιο ευκατάστατοι και οργανωμένοι, διέθεταν καλάμια με νόστιμα δολώματα από γάπαρη. Οι υπόλοιποι ρίχνονταν στον ανταγωνισμό του ψαρέματος περνώντας στα αγκίστρια ό, τι είχαν διαθέσιμο. Σκουληκάκια από κοχύλια, μαμούνια, μέχρι και κομματάκια από ψωμί. Περίμεναν υπομονετικά το τσίμπημα ατενίζοντας τη γραμμή του ορίζοντα. Ύστερα χωρίς να γυρίσουν το κεφάλι έστρεφαν το βλέμμα δεξιότερα. Εκεί που φαίνονταν να κλείνει το πέταλο του Θερμαϊκού. Στον προβλήτα του λιμανιού. Τριγυρισμένο από φουτουριστικές φιγούρες γερανών. Πανύψηλες σαν κυπαρίσσια. Σραφτάλιαζε φεγγαρόχρωμη η θάλασσα με ένα φιλικό ακόμη ήλιο να παραβγαίνει τους ποδηλάτες και να διασχίζει τον ουρανό από τη μια άκρη του κόλπου μέχρι την άλλη. Κι οι γλάροι, λευκοί κι ακίνητοι, επόπτευαν τα έργα του Θεού και των ανθρώπων.
Αλαφιασμένο το πλήρωμα, μοιρασμένο στον τρίτο όροφο και στο ισόγειο, προσπαθούσε να κατεβάσει με σχοινιά από τη σκάλα, πάνω σε ένα αυτοσχέδιο ράντζο, τη Μέλπω. Είχε πέσει σε κώμα. Το ασθενοφόρο σήμανε μηδενικό χρόνο για τους ενοίκους. Η οικοδομή είχε παγώσει. Ούρλιαζε ο συναγερμός, ούρλιαζε και η Χριστίνα. Ήχος και πόνος συντροφιά μέχρι το ΑΧΕΠΑ. Στο θάλαμο του νοσοκομείου άρχισε να αχνοφέγγει η όψη του θανάτου. Πέντε ασθενείς παραιτημένοι από το θαύμα. Και μία η Μέλπω, έξι. Όσοι είχαν τις αισθήσεις τους μιλούσαν μόνο για τα μικρά πράγματα. Αδιάφορα, χωρίς η στάθμη της φωνής τους να ανεβαίνει ή να κατεβαίνει, ούτε στο ελάχιστο. Τόνος και ένταση μια ευθεία γραμμή. Οι αδύνατοι στεναγμοί της Μέλπως ξύπναγαν κάθε τόσο τη Χριστίνα. Την αναστάτωναν, αλλά ύστερα τη νικούσε και πάλι η νύστα. Βυθίζονταν σε έναν τυραννικό ύπνο. Δεν ήξερε τι να προτιμήσει τα εφιαλτικά της όνειρα ή την εφιαλτική της ζωή. Κοιτούσε τη μάνα της που είχε αρχίσει να παίρνει τη μορφή του αφανισμού. Καφέ και ωχρό το πρόσωπό της. Στρογγυλό σαν το φεγγάρι. Όπως οι γιαπωνέζικες μάσκες. Οι κορτιζόνες το είχαν φαρδύνει και είχαν εξαφανίσει όλες τις ρυτίδες. Δεν άφησαν ούτε την έκφραση του πόνου. Μόνον ένας ίσκιος είχε απομείνει από τα φρύδια. Τα μάτια ολοένα βάθαιναν, γυάλιζαν και σκούραιναν. Σαν νυχτερίδες έτοιμες να ξεχυθούν στο θάλαμο. Η Χριστίνα ασφυκτιούσε από το φόβο καθώς η μάνα της έμπαινε σε μια σιωπή που δεν μπορούσε να εξηγήσει. Έπιασε το παγωμένο της χέρι και ψέλλισε ένα αντίο κατευθείαν στην καρδιά της. Χωρίς να ακουστεί.
Ο θόρυβος ήταν εκκωφαντικός από την ασταμάτητη φλυαρία. Τα αυτιά ήταν δυσεύρετα. Ο κόσμος αποζητούσε απεγνωσμένα ακροατήριο να ξεράσει βεβαιότητες για τον ένοχο της οικονομικής κρίσης. Σε απόλυτη σύγχυση. Διχασμένος, διαψευσμένος, αγανακτισμένος και βίαια αφυπνισμένος. Κάτω από το διαρκές σφυροκόπημα της αμφιβολίας και της αμφισβήτησης όχι προς τον εαυτό του αλλά προς τους άλλους. Η κατάσταση έμοιαζε μη αναστρέψιμη. Μες τη φθινοπωριάτικη οχλοβοή της πόλης η Χριστίνα έθαψε τη μάνα της. Με τέσσερις κοντινούς ανθρώπους γύρω της. Μια θεία της, τη Νανά, τον Κλεάνθη και έναν κολλητό φίλο της Μέλπως από το θέατρο. Με ηλεκτρισμένα δαμασκηνί μαλλιά και μπόλικη σιλικόνη στα χείλια.
Χαμένη πάνω από τον τάφο. Ποιος να τη συντρέξει. Ποιον να παρακαλέσει.
– Μάνα μου, σπλαχνίσου τη ζωή μου! Ποια θυσία μου απομένει τώρα;
Οι πραγματικότητες της ζωής της πόλης δεν αφήνουν περιθώρια για σχεδιασμό ορίων. Προσωρινοί και ασταθείς όλοι οι σχεδιασμοί ορίων απειλούνται με την οριστική εξάλειψή τους.
– Πόσο δύσκολος είναι ο συμβιβασμός; ρώτησε η Χριστίνα τον κολλητό της μάνας της μετά την κηδεία.
– Εξαρτάται.
– Κάποιοι το θεωρούν κατόρθωμα να φτάσουν μέχρι εκεί, επέμεινε τρίβοντας τα κοκκινισμένα μάτια της.
– Το ζήτημα είναι να μην υποφέρεις.
– Τότε ας κάνουμε πως δεν τρέχει τίποτα, είπε εκείνη παριστάνοντας ήδη την αδιάφορη.
– Όταν είσαι μεθυσμένος το πράγμα γίνεται πιο εύκολο, της απάντησε λακωνικά.
***

Ανέβαινε αγκομαχώντας. Έριχνε που και που καμιά ροχάλα στα σκαλοπάτια και σταματούσε να πάρει ανάσα. Κάθε τρία λεπτά το φως έσβηνε και η σκάλα βυθιζόταν στο σκοτάδι. Σα χαμένος ψηλάφιζε με τις χερούκλες του τον τοίχο για να συναντήσει το διακόπτη. Μέχρι που τον πετύχαινε τελικά και τον πίεζε με μανία. Το φως του έδινε περιθώριο να ανέβει μετά βίας έναν όροφο και μετά ξανάρχιζε η περιπέτεια. Λίγο πριν από τον τρίτο τον εγκατέλειψε ξανά και χολωμένος κοίταξε βλοσυρά προς το πλατύσκαλο που δεν πρόλαβε να πατήσει. Έμεινε ακίνητος να συνηθίσει τα όρια της αφέγγιστης σκάλας και έβαλε μπρος για το μεγάλο διασκελισμό. Δύο σκαλιά μαζί, με έτοιμο τον δείκτη του δεξιού του χεριού να πατήσει το κουδούνι. Η Χριστίνα πίσω από την πόρτα ανταποκρίθηκε αμέσως στο κάλεσμα. Γύρισε το κλειδί τρεις φορές προς τα αριστερά και η πόρτα μισάνοιξε για κάποια δευτερόλεπτα.
– Το πολύ μία ώρα η βίζιτα, τον προειδοποίησε.
– Θέλω να σταθείς στο ύψος της φαντασίωσής μου, της είπε βραχνά και τρύπωσε σαν σκιά μέσα στο σπίτι.
– Έφερα ουίσκι σκέτη φωτιά και καπνό χαοτικό… Έμαθα πως είσαι αγρίμι… Τη γράπωσε ξαναμμένος κραδαίνοντας πάνω από τα μάτια της δύο κολλαρισμένα χαρτονομίσματα. Ύστερα άρχισε να τη φιλάει και να τη βαράει λυσσασμένα.
Οι βίαιες πράξεις είναι περισσότερο ολέθριες από τις φυσικές καταστροφές. Η Χριστίνα καταλάβαινε ότι δεν μπορεί πλέον να κάνει τίποτα για να αποφύγει την καθημερινή της κόλαση. Είχε ελπίσει. Τώρα δεν υπήρχε ελπίδα. Η αίσθηση της αδυναμίας και της παραίτησης είχαν διαδεχτεί το ανεξέλεγκτο μέχρι πρότινος άγχος της για την επιβίωση. Εδώ και καιρό δεν υπήρχαν άμυνες στην υπαρξιακή της κρίση. Η επιλογή της επί πληρωμής ερωτικής συνεύρεσης με αρσενικούς επιβήτορες που τόσο σιχαινόταν, είχε δημιουργήσει ύπουλες και δηλητηριώδεις παρενέργειες μέσα της. Η μπερδεμένη ποικιλία αρσενικών και θηλυκών είχε γίνει γι’ αυτή μια ανεξάντλητη πηγή φόβου, οδύνης και εξευτελισμού. Ένας φαύλος κύκλος. Δεν έμπαινε πια θέμα για αναζήτηση “νοήματος” και “ταυτότητας”. Ένιωθε διωγμένη. Ανυπεράσπιστη και μη αποδεκτή ακόμη κι από τον ίδιο της τον εαυτό. Αφημένη δεσμώτης της μοίρας της. Όπως η μαριονέτα που ζει σ’ ένα μεταίχμιο. Αν τραβήξεις τα νήματα λίγο πιο δυνατά απ’ ό, τι αναλογεί στο βάρος της, θα πετάξει. Αν τα αφήσεις χαλαρά θα σωριαστεί στο έδαφος.
Ο Βαρδάρης δεν είχε αφήσει τίποτα όρθιο. Έσπρωχνε να φύγει το φθινόπωρο κάνοντας του κόσμου τις αταξίες. Έριχνε δέντρα και τραπεζοκαθίσματα, έσπαζε πινακίδες και τζάμια. Μέχρι τα ασπρόρουχα πήρε από τις απλώστρες και τα άφησε να αιωρούνται πάνω από τα ρωμαϊκά ερείπια και τα κεφάλια των ανθρώπων. Κι εκείνοι έμειναν να τα κοιτάζουν ακίνητοι όπως τα αγάλματα. Ανάπηροι του 21ου αιώνα.
Σέρνοντας τα πόδια της ένα βράδυ, η Χριστίνα άρχισε να κατεβαίνει για τελευταία φορά τη σκάλα. Αδιάφορα άφησε πίσω της ορθάνοιχτη την παλιά ξύλινη πόρτα της εξόδου και κατευθύνθηκε προς τον άδειο δρόμο. Την άλλη μέρα η οικοδομή είχε γεμίσει κίτρινα φύλλα. Σκουριασμένα ναυάγια της ζωής.
***
* Η «Σκάλα» πήρε υπόσταση από τον Δημήτρη Σκλαβενίτη. Με τα χέρια του έφτιαξε το βιβλίο και μου δώρισε κάποια αντίτυπα. Τον ευχαριστώ. Αποφάσισα να “φύγει από πάνω μου” γιατί στη δημοσιογραφία αυτό θεωρείται προορισμός.
* Ποια είμαι: Με αναζητώ στη Θεσσαλονίκη εδώ και 30 χρόνια. Με βρήκα σε κάποια σημεία της και κυρίως σε κάποιους χώρους όπου αυθόρμητα ξεδίπλωσα τον εαυτό μου. Kάποιες φορές συνέβη και στους εργασιακούς μου χώρους. Όταν στο περιθώριο του κυνηγητού της είδησης και της μετάδοσής της, άρχισα να επιτρέπω στην αληθινή μου ουσία να συνδιαλέγεται όχι μόνον με τη δημοσιογραφική έκφραση. Αυτούσια, χωρίς ρόλους και προσδοκίες.
Πάνω στην ολύμπια αταραξία της σκάλας διαδραματίστηκε μια θυσία. Ο αέρας όμως που φύσηξε, δεν φούσκωσε λευκά πανιά ελπίδας. Ούτε και εγκατέστησε τη σύγχρονη Ιφιγένεια της ιστορίας που αφηγείται, στο νησί των Ταύρων.
Βάση Μπέκα



