26 C
Athens
Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026

Η επιστροφή του Γιαννούλη Χαλεπά στην Αθήνα για να «συνομιλήσει» με την κοιμωμένη του…

Του Παναγιώτη Μήλα
[email protected]

Πριν καν πάω στο δημοτικό σχολείο είχα την πρώτη γνωριμία με την τέχνη στις υποχρεωτικές τότε εξόδους με τους γονείς μου. Ήταν τότε που, λόγω της γιαγιάς μου, οι επισκέψεις στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας ήταν πολύ συχνές. Αυτό που μου είχε κάνει εντύπωση ήταν ο κόσμος που βρισκόταν πάντα συγκεντρωμένος στον κατηφορικό δρόμο προς την εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων. Ένας δρόμος που είναι «σκοτεινός» ακόμη κι όταν έχει λιακάδα. Το μοναδικό φωτεινό του σημείο εκεί κάπου στο κέντρο, δεξιά όπως κατεβαίνουμε. Εκεί και το μοναδικό ανθοστόλιστο μνημείο. Πάντα φρέσκα λουλούδια. Από τον πατέρα μου έμαθα για τον καλλιτέχνη που έφτιαξε αυτό το έργο. Το πρώτο έργο τέχνης που είδα στη ζωή μου σε απόσταση αναπνοής. Σαν ζωντανή η κοπέλα. Νιώθεις την ανάσα της. Αναπνέεις το άρωμά της. Κρατά με αβρότητα πολύχρωμα λουλούδια στο δεξί της χέρι, ενώ με το αριστερό έναν σταυρό στο στήθος. Κοιμάται ήρεμα από το 1877. Έμαθα πως η Σοφία Αφεντάκη ήταν κόρη μιας από τις πιο γνωστές αστικές οικογένειες της Κιμώλου. Πέθανε στα 18 από φυματίωση και οι απαρηγόρητοι γονείς της παραγγέλνουν μια γλυπτική σύνθεση για το μνήμα της κόρης τους. Συνεργάστηκαν με τον Γιαννούλη Χαλεπά, έναν γλύπτη από την Τήνο. Ο Χαλεπάς υπήρξε παιδί φημισμένων μαρμαρογλυπτών, με παραρτήματα της οικογενειακής επιχείρησης στη Σμύρνη, το Βουκουρέστι και τον Πειραιά. Η θέλησή του όμως ήταν να ασχοληθεί με την τέχνη και όχι με τις επιχειρήσεις. Έτσι μετά τα πρώτα μαθήματα στην Αθήνα φεύγει με υποτροφία στο Μόναχο. Τότε ο Χαλεπάς ήταν 26 ετών. Το έργο αυτό ήταν καθοριστικό και για τον ίδιο αλλά και για το Νεκροταφείο.

Εκεί που όλοι έχουν θαυμάσει τα μνημεία για αγωνιστές του 1821 και για προσωπικότητες της πολιτικής και κοινωνικής ζωής της Αθήνας του 19ου αλλά και του 20ου αιώνα. Πρόκειται για ένα ανοιχτό μουσείο με τη μεγαλύτερη συλλογή έργων γλυπτικής του τόπου μας. Έργων φτιαγμένων από τους πιο διάσημους γλύπτες εκείνης της εποχής. Όπως μου έλεγε ο πατέρας μου, ο Χαλεπάς είχε μια δύσκολη οικογενειακή και πολύ ταραγμένη προσωπική ζωή. Όσα μου έλεγε τότε τα άκουγα σαν ένα παραμύθι. Μου έλεγε λεπτομέρειες για τη ζωή και το έργο του καλλιτέχνη. Η διήγησή του είχε ένα παράπονο για την τύχη του Γιαννούλη. Για τη σκληρή ζωή του και τα παιχνίδια της μοίρας. Χωρίς να καταλάβω αγάπησα και τον Χαλεπά και το έργο του, ιδίως όταν επισκέφτηκα στο χωριό Πύργο της Τήνου το σπίτι του και το εργαστήριό του που έγιναν Μουσείο. Πάντα όμως είχα την απορία για το πώς ο πατέρας μου όντας ελάχιστα μορφωμένος είχε μάθει τόσα για τη ζωή του καλλιτέχνη. Θυμήθηκα πως για πολλούς μήνες προς το τέλος της δεκαετίας του ’50, ο πατέρας μου, επιπλοποιός στο επάγγελμα, είχε συνεργαστεί στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών με τον καθηγητή της γλυπτικής Γιάννη Παππά. Από εκείνον είχε μάθει τα πάντα για τον Χαλεπά. Ποτέ δεν προσπάθησα να προσθέσω ψηφίδες στο παραμύθι της ζωής του άτυχου Γιαννούλη. Άτυχου μιας και οι έντονες ψυχικές διαταραχές που άρχισε να έχει εκείνη την περίοδο τον δυσκόλεψαν να ολοκληρώσει χωρίς ψεγάδι την «Κοιμωμένη» του. Μάλιστα, όπως λέγεται, διαπίστωσε ότι είχε κάνει κατά τον ίδιο ένα φοβερό λάθος. Τα πόδια της κοπέλας στο άγαλμα είναι ελαφρώς λυγισμένα. Όταν όμως αυτά τεντωθούν, τότε προεξέχουν από το κρεβάτι της. Είχε προηγηθεί και μια παρατήρηση της μητέρας Αφεντάκη στον καλλιτέχνη σχετικά με το σχήμα του προσώπου του αγάλματος. Θεωρούσε ότι δεν ταυτίζεται με τη νεκρή. Η παρατήρηση αυτή πριν ακόμα τελειώσει το έργο εξόργισε τόσο πολύ τον καλλιτέχνη που έσπασε το κεφάλι του αγάλματος, το οποίο και ξαναέφτιαξε στη συνέχεια. Η τελειομανία που διέκρινε τον Χαλεπά δεν κατάφερε να τον ηρεμήσει για τα τεχνικά λάθη που αντιλήφθηκε ότι είχε κάνει. Στο Ψυχιατρείο αναζήτησε τη λήθη. Το 1901, πέθανε ο πατέρας του και έναν χρόνο μετά, η μητέρα του πήγε στο Ψυχιατρείο για να τον πάρει πίσω μαζί της στον Πύργο της Τήνου. Στην Τήνο έζησε υπό την αυστηρή επιτήρηση της μητέρας του, η οποία πίστευε ότι ο γιος της τρελάθηκε από την τέχνη. Για τον λόγο αυτό, δεν του επέτρεπε να ασχοληθεί ξανά με τη γλυπτική, σε σημείο που αν εκείνος έφτιαχνε κάτι στοιχειώδες με κάρβουνο ή πηλό εκείνη το κατέστρεφε. Όταν πέθανε και η μητέρα του το 1916, ο Χαλεπάς είχε ξεκόψει παντελώς από την τέχνη του. Ζούσε πάμφτωχος βοσκώντας πρόβατα και φέροντας το βαρύ στίγμα του τρελού του χωριού. Βρήκε ωστόσο το κουράγιο και άρχισε ξανά να ασχολείται με τη γλυπτική. Τα μέσα που διέθετε ήταν παντελώς πρωτόγονα και το επαρχιακό περιβάλλον εχθρικό προς κάθε αλαφροΐσκιωτο, αλλά εκείνος με πείσμα άρχισε να δημιουργεί για να κερδίσει τον χαμένο χρόνο. Το 1923, ο Θωμάς Θωμόπουλος, καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και θαυμαστής του Χαλεπά, αντέγραψε σε γύψο πολλά έργα του γλύπτη για να τα παρουσιάσει στην Ακαδημία Αθηνών το 1925. Η έκθεση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να βραβευθεί ο γλύπτης το 1927 με το Αριστείο των Τεχνών. Το γνήσιο ταλέντο του, αλλά και η φήμη του τρελού γλύπτη που ξαναβρήκε τα λογικά του, τον καθιέρωσαν ως τον «Βαν Γκογκ», τον «Ροντέν» ή τον «Πικάσο» των νεωτεριστών καλλιτεχνών. Το 1928 πραγματοποιήθηκε δεύτερη έκθεση έργων του στο Άσυλο Τέχνης, και το 1930, με την επιμονή μιας ανεψιάς του, ο γλύπτης αποφάσισε να εγκατασταθεί στην Αθήνα.

Εκείνη την περίοδο (1930) επισκέφθηκε το Α’ Νεκροταφείο. Με το τρυφερό του βλέμμα “αγκάλιασε” τη Σοφία Αφεντάκη για άλλη μια φορά. Ήταν η δική του “Κοιμωμένη”. Έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του κοντά στους δικούς του, πάντα δημιουργικός και «μέσα στην πανελλήνια δόξα».
Το 1973 με την ευκαιρία των 100 χρόνων από τον θάνατο της Αφεντάκη ο δημοσιογράφος Παύλος Παλαιολόγος έγραψε στο «Βήμα»: «Αγέραστη μένει η Κοιμωμένη. Δεν αφυπνίζεται, αλλά και δεν γερνά. Λυτρωτικό το μάρμαρο, προστατεύει τον ύπνο και τη νεότητα της κόρης. Κόρη στα 118 της. Καλά το είπε ο ποιητής: όποιον αγαπά ο Θεός, πεθαίνει νέος. Τα νιάτα της μαρμάρωσε ο καλλιτέχνης και, νεκρός αυτός, παρατείνει την ξένη νεότητα όσο παρατείνεται και η ζωή του μαρμάρου».
Πριν από τρία χρόνια, το 2010, ο Γιαννούλης Χαλεπάς επέστρεψε στην Αθήνα για να “συνομιλήσει” με την κοιμωμένη του. Το παραμύθι της ζωής του και το έργο του φωτίστηκαν με τρόπο συγκλονιστικά συγκινητικό από τον Γιάννη Μόρτζο, τη Γιούλη Ζήκου και τον Πέτρο Αποστολόπουλο. Όλοι οι συντελεστές του θεάτρου “Τέσσερις Εποχές” κατάφερνα να ζωντανέψουν τον μεγάλο Έλληνα καλλιτέχνη και να σμιλέψουν με τρόπο περίτεχνο τον χαρακτήρα του αλλά και τα αξεπέραστα προβλήματά του, πάνω στο κείμενο του Γιώργου Χριστοδούλου. Το γεγονός πως σε δύσκολες συγκυρίες οι θεατρόφιλοι επιβραβεύουν εδώ και φέτος, το 2014 την προσπάθεια των τριών ηθοποιών αποδεικνύει του λόγου το αληθές.

Συντελεστές

«Γιαννούλης Χαλεπάς: Η Κοιμωμένη μου»
Συγγραφέας: Γιώργος Χριστοδούλου
Σκηνοθέτης: Γιάννης Μόρτζος
Ηθοποιοί: Γιούλη Ζήκου, Πέτρος Αποστολόπουλος, Λήδα Κατσούδη
Σκηνικά-κοστούμια: Λαμπρινή Καρδαρά. Μουσική: Κώστας Αγουρίδης. Φωτισμοί: Τάκης Ποδαρόπουλος. Βοηθός σκηνοθέτη: Μάχη Παπαδοπούλου

Πληροφορίες

Πέμπτη – Παρασκευή – Σάββατο στις 21:30. Κυριακή στις 19:30
Διάρκεια: 80′ χωρίς διάλειμμα
Εισιτήρια, Πέμπτη: 10 ευρώ, Παρασκευή και Σάββατο: 18 ευρώ, Κυριακή: 15 ευρώ. Φοιτητικό: 10 ευρώ, άνεργοι δωρεάν
Θέατρο «Τέσσερις Εποχές»
Κυψέλης 15, Κυψέλη
Τηλέφωνο: 210 -88.122.89

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -