ΕΚΕΙΝΗ: Αχ Μάικ. Δεν είχα σκοπό να στα πω όλα αυτά, αλήθεια. Ήθελα να είμαι ειλικρινής και να μιλήσουμε γι’ αυτό ήσυχα κι ωραία αλλά… αλλά δεν γίνεται αλλιώς. Δεν μπορώ! Μόνο ο τρόπος που με κοιτάς αυτή τη στιγμή!
Αυτή η έκπληξη που έχεις, η σπαρακτική σου άγνοια…
Δεν το νιώθεις ότι δεν υπάρχει τίποτα πια ανάμεσά μας;
Δεν υπάρχει τρυφερότητα, δεν υπάρχει αγάπη, δεν υπάρχει τίποτα. Είμαστε νεκροί. Περπατάμε, σκεφτόμαστε, μιλάμε σαν ζόμπι. Κάθε μέρα κάνουμε τις ίδιες κινήσεις, λέμε τα ίδια λόγια, φιλιόμαστε με τον ίδιο τρόπο…

Σήμερα στο αυτοκίνητο κόντεψε να μου στρίψει.
Όλα ήταν ακριβώς τα ίδια, ολόιδια. Ο ήχος από τις μπότες του οδηγού, ο ήχος από τα φρένα στο πεζοδρόμιο, η μυρωδιά των λουλουδιών, το…
Έτσι μου ‘ρχόταν ν’ ανοίξω την πόρτα και να πηδήξω έξω, να σκοτωθώ, μόνο και μόνο για να νιώσω για λίγο ζωντανή!
Και είχα αυτό το αθώο χαρούμενο πλάσμα στο μπροστινό κάθισμα που τα ζούσε όλα αυτά για πρώτη φορά, που έπαιζε το ρόλο που εγώ είχα κάνει πρόβα πριν απ’ αυτήν… αλλά φυσικά δεν έκανα τίποτα.
Έλεγα «ναι», «όχι», «αγάπη μου» και «ναι κάνει λίγο κρύο» αλλά άκουγα τη φωνή μου και έβλεπα το πρόσωπό μου να καθρεφτίζεται στο τζάμι και νόμιζα ότι ήμουν φάντασμα…
Ίσιωνα το καπέλο μου για να αποδείξω στον εαυτό μου ότι υπήρχα, ότι δεν πήγαινα στην κηδεία μου. Θυμήθηκα που κάποια χρόνια πριν, κοιταζόμουν με τον ίδιο τρόπο, ίσως στο ίδιο τζάμι για να δω αν το πέπλο μου…
(Η φωνή της σπάει).
Όχι, μη μ’ αγγίζεις. Δεν θέλω, δεν θέλω να σε κατηγορώ για όλα. Πάντα ήσουν ένας άγγελος για μένα, έκανες πάντα ό,τι μπορούσες, όσα μπορούσες… αν και ποτέ δεν μου άνοιξες την πόρτα να περάσω, πάντα έμπαινες πρώτος στο αυτοκίνητο, ποτέ δεν μου πήρες ένα δωράκι.
Ναι ξέρω αγάπη μου, μου αγόρασες πολλά πράγματα αλλά εννοώ ένα πραγματικό δώρο ας ήταν κι ένα βιβλίο ή ένα κουτί σοκολατάκια.

Τίποτα. Απολύτως τίποτα. Κοίτα, κοίτα! Μόνο ρυτίδες και μια βέρα. Α, κι ένα καινούριο τετράδιο εσόδων – εξόδων κάθε χρόνο.
(Αυτός παίρνει το χέρι της, το σηκώνει στα χείλη του, φιλάει την παλάμη του χεριού της).
Όχι μην το κάνεις αυτό. Είναι πολύ εύκολο.. Πάντα ήξερες πώς να κάνεις μια μικρή χειρονομία, να λες κάτι ωραίο και να το αλλάζεις όλο, αλλά δεν γίνεται πια.
Αυτό προσπαθώ να σου πω τόση ώρα. Είναι το πιο δύσκολο πράγμα που… και δεν ξέρω αν… όχι δεν μπορώ.
ΕΚΕΙΝΟΣ: Πες το.
ΕΚΕΙΝΗ: Φοβάμαι – νομίζω – είμαι σίγουρη ότι δεν σ’ αγαπάω πια. Δεν το λέω για να σε πληγώσω αγάπη μου, αλήθεια, δεν το κάνω γι’ αυτό. Θέλω μόνο να με καταλάβεις. Μπορείς; Μπορείς έστω λίγο;
ΕΚΕΙΝΟΣ: Ναι, νομίζω ότι μπορώ…




