Mία από τις πιο άρτιες και δημιουργικές ομάδες για τα ελληνικά θεατρικά δρώμενα, η ομάδα Κανιγκούντα, παρουσιάζει την παράσταση του “Αλεξάντερπλατς” στις 22 – 23 Ιουνίου, ώρα 23:00, στην Πειραιώς 260, Κτίριο Ε, για το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου 2013.
Ο Μεσοπόλεμος, ως μια εποχή που καθρεφτίζει τη δική μας, εμπνέει την ομάδα Κανιγκούντα. Μετά την ομώνυμη παράσταση στο Ίδρυμα Κατακουζηνού, η οποία γνώρισε την αποδοχή του θεατρόφιλου κοινού, ο θίασος επιχειρεί μια ελεύθερη διασκευή του μυθιστορήματος του Άλφρεντ Ντέμπλιν “Βερολίνο Αλεξάντερπλατς”, το οποίο καταγράφει τη γέννηση του φασισμού στη μεσοπολεμική Γερμανία μέσα από την ιστορία ενός άντρα που συνθλίβεται στα γρανάζια του συστήματος. Αντιστρέφοντας τη βασική συνθήκη του κειμένου, η παράσταση δίνει το λόγο αποκλειστικά στις γυναίκες, τις περιθωριοποιημένες «γυναίκες της ζωής» του ήρωα. Αυτές πρωταγωνιστούν, μαζί με τον πάντα παρόντα καπιταλισμό, το φασισμό, το φαινόμενο της κρίσης.
Μια πρώτη εκδοχή της παράστασης παρουσιάστηκε στο Low Budget Festival στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, το Δεκέμβριο του 2012.
Συντελεστές
Διασκευή – Σκηνοθεσία
Μαρία Μαγκανάρη
Πρωτότυπη μουσική – τραγούδια
Νίκος Ντούνας
Φωτισμοί
Μαρία Γοζαδίνου
Σκηνικά – Κοστούμια
Γεωργία Μπούρδα
Μακιγιάζ
Νίκος Χατζημανώλης
Ερμηνεύουν
Ανθή Ευστρατιάδου
Σύρμω Κεκέ
Μαρία Μαγκανάρη
Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου
“Βερολίνο Αλεξάντερπλατς”
* Το 1929 ο Άλφρεντ Ντέμπλιν δημοσιεύει το μυθιστόρημα “Βερολίνο Αλεξάντερπλατς”, ένα έργο γι’ αυτούς “που αναζητούν απ’ τη ζωή κάτι περισσότερο από ένα κομμάτι ψωμί”. Ο ήρωας του έργου Φραντς Μπίμπερκοπφ αποφυλακίζεται και ορκίζεται να μείνει τίμιος στο Βερολίνο της εποχής του. Δεν τα καταφέρνει.
* Το 1933 το “Βερολίνο Αλεξάντερπλατς” είναι ανάμεσα στα βιβλία που παραδίδονται στις φλόγες στην πλατεία Όπερας, από τους ναζί.
* Το 1939 ο Μαξ Χορκχάιμερ γράφει: «Όποιος δεν θέλει να μιλήσει για τον καπιταλισμό θα πρέπει να σωπαίνει και για το φασισμό».
* Το 1980 ο Ράινερ – Βέρνερ Φασμπίντερ διασκευάζει για τη γερμανική τηλεόραση το μυθιστόρημα, δημιουργώντας μια αριστουργηματική ταινία περίπου 15 ωρών “μια διαδοχή ακόλαστων μικροϊστοριών”.
Η σκηνοθέτις Μαρία Μαγκανάρη σημειώνει:

Επιλέξαμε να διασκευάσουμε ένα μυθιστόρημα που έχει χαρακτηριστεί ως “καταρράκτης ομιλούμενης γλώσσας”. Το “Βερολίνο Αλεξάντερπλατς”. Για όποιον αναρωτηθεί το γιατί, αξίζει ν’ αναφέρουμε πως την περίοδο που αυτό γραφόνταν, μία λέξη κυριαρχούσε στο δημόσιο λόγο της Γερμανίας, η ίδια που κυριαρχεί και σήμερα: η λέξη “κρίση” (μόνο το ’32 κυκλοφόρησαν 80 μονογραφίες που αφορούσαν την κρίση).
Το Βερολίνο της εποχής του, ήταν για τον Ντέμπλιν σαν τα Σόδομα πριν από την καταστροφή. Βία, ανεργία, εξαθλίωση, κρίση του καπιταλισμού, άνοδος του φασισμού. Η διάσημη πλατεία του, η Αλεξάντερπλατς, είναι το “θέατρο” στο οποίο εκτυλίσσονται οι πιο βίαιες αλλαγές. Μήπως η Αλεξάντερπλατς βρίσκεται και αλλού;
Και αν ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος είναι ένας άντρας που συνθλίβεται στα γρανάζια του συστήματος, στο φόντο της ιστορίας του γεννιούνται και πεθαίνουν ιστορίες γυναικών. Οι γυναίκες είναι πάντα τριγύρω από τον Φραντς Μπίμπερκοπφ. Γυναίκες που εκδίδονται, που είναι “αναλώσιμες”. Σε περιόδους κρίσης, εξάλλου, αναλώσιμες είναι όλες οι κοινωνικές μειονότητες.
Ελεύθερη διασκευή
Ο Θίασος Κανιγκούντα επιχειρεί μια ελεύθερη διασκευή του «επικού» μυθιστορήματος του Άλφρεντ Ντέμπλιν «Βερολίνο Αλεξάντερπλατς» και εξαρχής διαπράττει μιαν «αυθαιρεσία»: Ο βασικός ήρωας του έπους, Φραντς Μπίμπερκοπφ, είναι απών. Σκηνικά παρούσες είναι οι ερωμένες του, οι «αναλώσιμες» γυναίκες του μυθιστορήματος, που βρίσκονται στο φόντο της Ιστορίας και στις παρυφές της κοινωνίας. Γυναίκες που εκπορνεύονται, γυναίκες που δολοφονούνται, που εγκαταλείπονται έτσι απλά.
Τα πρόσωπα αυτά μας μεταφέρουν την ατμόσφαιρα της Γερμανίας του Μεσοπολέμου. Της Γερμανίας της οικονομικής κρίσης και της φτώχειας, όπου το αίσθημα της εθνικής ταπείνωσης ήταν διάχυτο. Της χώρας, όπου μια αβέβαιη δημοκρατία που σταδιακά αποδομείται, «προετοιμάζει» τελικά την άνοδο του Χίτλερ.
Η παράσταση επιχειρεί να διαπραγματευτεί αισθητικά την έννοια της αναπαραγωγής ως διαδικασία στη θεατρική δημιουργία. Με συνομιλητές τους: Μπένγιαμιν, Ντιξ, Λεβινάς αλλά και τον Φασμπίντερ διαχειρίζεται ζητήματα όπως:
* Πώς νοηματοδοτείται εκ νέου ένα έργο τέχνης του γερμανικού μεσοπολέμου; (το επικαιρικό στοιχείο δεν είναι επαρκές καλλιτεχνικό κίνητρο)
* Ποιου είδους θεατρική «αποστασιοποίηση» μπορεί να είναι δραστική σήμερα; (με τη σφοδρότητα που υποθέτουμε ότι ήταν για το κοινό του Μπρεχτ)
* Ειδικά τώρα που ο δημόσιος λόγος περί κρίσης αποτελεί ένα μόνιμο ηχητικό background, τι περιεχόμενο και μορφή μπορεί να έχει μια σκηνική δράση/λόγος που θέλει να συστήνεται ως «πολιτική»; Ποια είναι τα πραγματικά ταμπού που θα πρέπει να σπάσει;
Κομβικό στοιχείο στη σύνθεση της παράστασης είναι η συνομιλία της πρόζας με τραγούδια που ερμηνεύονται ζωντανά από τις ηθοποιούς. Διάσπαρτοι στίχοι λαϊκών τραγουδιών της εποχής που περιλαμβάνονται στο μυθιστόρημα, μελοποιήθηκαν εκ νέου φτιάχνοντας άλλα, σημερινά τραγούδια.



