28.2 C
Athens
Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Η Ψιψίνα στο Αλφαβητάριο

Σχολικόν έτος 1949-1950. Τα πρωτάκια του πρώτου μετεμφυλιακού σχολικού έτους, σε κλίμα αστάθειας και εθνικής πόλωσης, τουλάχιστον βρίσκουν στο σχολείο τους φρεσκοτυπωμένο αλφαβητάρι -κι όχι ό, τι κι ό, τι: «Τα καλά παιδιά», γραμμένα στη δημοτική, με ήρωες παιδιά, την Άννα, τον Ρήγα και τη μικρότερη Νίνα, τον άτακτο σκύλο Αράπη και την ψιψίνα Χιόνα.

Κυκλοφόρησε πρώτη φορά από τον Οργανισμό Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων. Οι μνήμες από την Κατοχή και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ακόμα νωπές (πέντε χρόνια είχαν περάσει από τη λήξη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και την απελευθέρωση της Ελλάδας από τα στρατεύματα της Κατοχής) και μόλις είχαν τελειώσει επίσημα οι ένοπλες συγκρούσεις του Εμφυλίου Πολέμου. Tα κείμενα συντάχθηκαν στη δημοτική γλώσσα με ορισμένα στοιχεία της καθαρεύουσας από τον δάσκαλο Επαμεινώνδα Γεραντώνη και η εικονογράφηση έγινε από τον γνωστό ζωγράφο και χαράκτη Κώστα Γραμματόπουλο. Ο Γραμματόπουλος, μάλιστα, βραβεύτηκε με το πρώτο βραβείο για την εικονογράφηση του αλφαβηταρίου στο Παγκόσμιο Παιδαγωγικό Συμπόσιο που πραγματοποιήθηκε στο Βέλγιο το 1949 στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης Διδακτικού Βιβλίου.

Η εικόνα από το νοσταλγικό Αλφαβητάριο αποτυπώνει μια ιερή στιγμή για την οικογένεια. Είναι η ώρα που όλη η οικογένεια κάθεται γύρω από το τραπέζι για το φαγητό. Η μητέρα Φανή σερβίρει με τη βοήθεια της μεγάλης κόρης, της Άννας. Ο πατέρας, η γιαγιά, η Νίνα και ο Ρήγας είναι καθισμένοι στο τραπέζι και περιμένουν τα πιάτα με το φαγητό. Ο πατέρας, ο Ρήγας και η Νίνα φορούν λευκές πετσέτες στο λαιμό για να μη λερώσουν τα ρούχα τους. Λευκό καθαρό τραπεζομάντιλο και μαχαιροπίρουνα στο τραπέζι. Δεξιά βλέπουμε και την “κυρά ψιψίνα” με το πιατάκι της.

Σε μια άλλη εικόνα βλέπουμε τα μέλη της οικογένειας να βρίσκονται στο χαρούμενο, τακτικό και καθαρό σπιτάκι τους. Το σπίτι έχει κεραμίδια, αυλή με δέντρα και κληματαριά. Ο μπαμπάς Θωμάς κάθεται σε μια καρέκλα στην αυλή και διαβάζει την εφημερίδα του. Φορά παντόφλες. Στην αυλή, επίσης, βλέπουμε το αγοράκι της οικογένειας, τον Ρήγα, να παίζει πάνω στο ξύλινο αλογάκι του, τη γιαγιά με μαύρη μαντίλα να γνέθει με τη ρόκα, ενώ έξω από την αυλή βρίσκεται η μικρή Νίνα κρατώντας την κούκλα της. Από την ανοιχτή πόρτα του σπιτιού διακρίνουμε στο εσωτερικό να κάθεται σ᾽ ένα σκαμνί τη μεγάλη κόρη της οικογένειας, η Άννα, και από το ανοιχτό παράθυρο φαίνεται η μητέρα Φανή να κρατά στην αγκαλιά της το μωρό της οικογένειας. Η οικογένεια του αλφαβηταρίου είναι επταμελής. Οι γονείς με τέσσερα παιδιά και η γιαγιά. Πουλάκια ίπτανται πάνω στη στέγη, η κληματαριά (σύμβολο της γονιμότητας και της ευτυχίας) είναι γεμάτη με τσαμπιά σταφύλι, ενώ στην άκρη αριστερά υπάρχει και μια λευκή γάτα, η “ψιψίνα”. Σύμβολο της θαλπωρής και της οικειότητας.

Το δεύτερο Αλφαβητάριο υπήρξε το πιο διάσημο και μακροβιότερο αλφαβητάριο του ελληνικού σχολείου. Κυκλοφόρησε σε δεκαέξι εκδόσεις από τον Οργανισμό Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων και χρησιμοποιήθηκε για τη διδασκαλία της γλώσσας στην Α´ τάξη Δημοτικού για είκοσι τρία χρόνια, από το 1955 έως το 1979. Από αυτό έμαθαν γραφή και ανάγνωση γενιές Ελλήνων μαθητών. Γονείς και τα παιδιά τους είχαν το ίδιο αλφαβητάρι-αναγνωστικό.

  • Ο Κώστας Γραμματόπουλος (Αθήνα, Σεπτέμβριος 1916 – Αθήνα, 1 Οκτωβρίου 2003) ήταν Έλληνας ζωγράφος και χαράκτης.

Γεννήθηκε στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο του 1916. Οι γονείς του είχαν μετοικήσει πριν από λίγα χρόνια από την Κωνσταντινούπολη. Ο πατέρας του Παναγιώτης Γραμματόπουλος, καλλιτέχνης επιπλοποιός, καταγόταν από το Ρύσιο (Αρετσού), ελληνική παραλιακή κωμόπολη στην ανατολική πλευρά της Προποντίδας, 40 χλμ περίπου από την Κωνσταντινούπολη.

Το 1934 αποφοιτά από το Ζ’ Γυμνάσιο Παγκρατίου και εισάγεται στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, όπου σπούδασε ζωγραφική στο εργαστήριο του Ουμβέρτου Αργυρού, και χαρακτική στο εργαστήριο του Γιάννη Κεφαλληνού (1934-1940). Αποφοιτώντας του απονεμήθηκε η ανωτάτη διάκριση του «Χρυσοβεργείου Βραβείου».

Το 1940, φοιτητής ακόμη, δημιουργεί μερικές από τις γνωστότερες πατριωτικές αφίσες, με θέμα τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο. Είναι σε όλους γνωστές οι σχετικές αφίσες: «Οι Ηρωίδες του 1940» με τις Ελληνίδες στην Πίνδο, «Έλα να τα πάρης» με τον Έλληνα στρατιώτη με εφ’ όπλου λόγχη, «Εμπρός της Ελλάδος παιδιά» κ.α. Επίσης φιλοτέχνησε διάφορα έντυπα και προπαγανδιστικό υλικό του αντιστασιακού αγώνα. Για αυτήν τη δραστηριότητά του συνελήφθη και βασανίστηκε επί γερμανικής κατοχής.

Το 1944 ξεκίνησε η επαγγελματική του δραστηριότητα με τη δημιουργία σειράς προσωπογραφιών πολλών μεγάλων Ελλήνων λογοτεχνών για το περιοδικό Νέα Εστία (πασίγνωστα είναι τα πορτρέτα του Κωστή Παλαμά, του Άγγελου Τερζάκη, του Ηλία Βενέζη, του Μιλτιάδη Μαλακάση, του Άγγελου Σικελιανού κ.α.) και με την εικονογράφηση πολλών λογοτεχνικών και εκπαιδευτικών βιβλίων. Μέχρι το 1954 ασχολήθηκε κυρίως με τη φιλοτέχνηση και εικονογράφηση βιβλίων, μία σημαντική δραστηριότητά του σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Έχει εικονογραφήσει περισσότερα από 100 βιβλία. Ασχολήθηκε επίσης με την εικονογράφηση πολλών «Κλασικών Εικονογραφημένων» (Κολοκοτρώνης, Θησέας και Μινώταυρος, Περσέας και Ευρυδίκη κ.ά.)

Ευρέως γνωστά είναι τα δύο αλφαβητάρια της πρώτης Δημοτικού που εικονογράφησε το 1949 και το 1955. Η ανάθεση της εικονογράφησης των δύο αλφαβηταρίων ήταν αποτέλεσμα της πρώτης θέσης που κατέλαβε στους δύο αντίστοιχους πανελλήνιους διαγωνισμούς του Οργανισμού Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων (Ο.Ε.Σ.Β.). Στη Διεθνή Έκθεση Διδακτικού Βιβλίου και στο εκεί Παγκόσμιο Παιδαγωγικό Συμπόσιο στο Laeken του Βελγίου το 1949, του απονεμήθηκε το Πρώτο Βραβείο για το Αλφαβητάριο «Τα καλά παιδιά». Εικονογραφώντας τα αλφαβητάρια δημιούργησε έναν νέο κώδικα επικοινωνίας για όλους τους Έλληνες στα δύσκολα χρόνια της μεταπολεμικής περιόδου. Πρόθεσή του ήταν το βιβλίο να «αγγίξει» τα παιδιά, γι’ αυτό άλλωστε και η ανάμνηση των εικόνων αυτών προξενεί σε όλους συγκίνηση και χαρά. Το Αλφαβητάριο του 1955 χρησιμοποιήθηκε για τη διδασκαλία της γλώσσας στην Α´ τάξη Δημοτικού για περισσότερα από είκοσι συνεχόμενα έτη.

Το 1953 παντρεύεται τη ζωγράφο Αλκμήνη Νικολαΐδου.

Το 1954, ύστερα από επιτυχία στο διαγωνισμό του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών, συνεχίζει τις σπουδές του επί τετραετία στο Παρίσι. Σπουδάζει ζωγραφική, χαρακτική, χαλκογραφία και γραφικές τέχνες στις École Supé­rieure des Beaux–Arts, École Estienne και École Mé­tiers d΄Αrt. Η «Παρισινή» του εμπειρία επηρέασε καθοριστικά το εικαστικό του έργο. Η θεματολογία του παρέμεινε ελληνοκεντρική, αλλά το στυλ του εμπλουτίστηκε με στοιχεία της μοντέρνας τέχνης.

Το 1959 εκλέγεται τακτικός καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, στην έδρα της χαρακτικής, διαδεχόμενος τον δάσκαλό του Γιάννη Κεφαλληνό. Εκτός από χαρακτική διδάσκει στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και την «τέχνη του βιβλίου», ιδρύοντας το σχετικό εργαστήριο. Καθηγητής διατέλεσε μέχρι το 1985 και για αρκετά χρόνια υπήρξε διευθυντής (1973–1975) και πρύτανης (1978-1980) της Σχολής. Η διδακτική προσφορά του υπήρξε πολύ σημαντική. Στην εικοσιεξάχρονη θητεία του ως καθηγητής της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών διαμόρφωσε και μύησε στα μυστικά της ζωγραφικής και της χαρακτικής, εκατοντάδες νεότερους Έλληνες καλλιτέχνες. Πολλοί σύγχρονοι διακεκριμένοι Έλληνες καλλιτέχνες υπήρξαν μαθητές του.

Η εποχή της εκλογής του Κωνσταντίνου Γραμματόπουλου ως καθηγητή της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών συμπίπτει με την απαρχή μίας νέας περιόδου στο έργο του, κατά την οποία αρχίζει να δημιουργεί έγχρωμα χαρακτικά έργα (ξυλογραφίες) σε ασυνήθιστα μεγάλες διαστάσεις, με μία εντελώς νέα και απολύτως προσωπική τεχνοτροπία και ερμηνεία, με θέματα κυρίως από το Αιγαίο και την Ελληνική Μυθολογία. Η περίοδος αυτή διαρκεί μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980.

Το 1968 εκπροσώπησε την Ελλάδα στην 34η Μπιενάλε της Βενετίας. Την επιτυχία και παγκόσμια προβολή του έργου του στη διεθνή αυτή έκθεση επισκίασε η διεθνής κατακραυγή κατά του δικτατορικού καθεστώτος της Αθήνας, στερώντας του έτσι το πρώτο βραβείο της έκθεσης.

Το 1972 του απονέμεται το Χρυσό Μετάλλιο Χαρακτικής στην Μπιενάλε της Φλω­ρεντίας.

Το 1974 φιλοτεχνεί το σημερινό Εθνόσημο της Ελληνικής Δημοκρα­τίας.

Την τελευταία δημιουργική περίοδο της ζωής του, έως τις αρχές της δεκαετίας 1990, την αφιερώνει στη ζωγραφική και την έγχρωμη λιθογραφία, εισάγοντας και εκεί νέες ευρηματικές τεχνικές και εικαστικές εκφράσεις.

Ήταν μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος (ΕΕΤΕ).

Από τους τελευταίους κορυφαίους Έλληνες καλλιτέχνες της «γενιάς του ’30», ο Κωνσταντίνος Γραμματόπουλος έφυγε από τη ζωή την 1η Οκτωβρίου του 2003, σε ηλικία 87 ετών, ύστερα από πολύχρονη ασθένεια, η οποία τον κράτησε μακριά από τη δημιουργία για περίπου δέκα χρόνια.

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -