Η Αλόη Σιδέρη (1929-2004) γεννήθηκε στο Ληξούρι της Κεφαλονιάς. Σπούδασε Ιστορία – Αρχαιολογία και Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Από το 1955 ως το 1985 δίδαξε φιλολογικά μαθήματα σε ιδιωτικά κυρίως σχολεία της Mέσης Eκπαίδευσης. Μετά τη μεταπολίτευση υπήρξε για χρόνια ένα από τα σημαντικότερα στελέχη των συνδικαλιστικών κινητοποιήσεων της ΟΙΕΛΕ. Σημαντικό επίσης είναι το μεταφραστικό έργο της. Μετέφρασε σημαντικούς συγγραφείς από τα γαλλικά, τα ιταλικά και τα αγγλικά (Τζ. Σουίφτ, Σ. Σαβαρέζε, Ν. Μάνεα, Ο. Σκοτ, Χ. Κ. Άντερσεν, Καζανόβα κ.ά.). Θεωρείται ότι δημιούργησε τομή στις μεταφράσεις των βυζαντινών χρονογράφων (Άννα Κομνηνή, Προκόπιο, Μιχαήλ Ψελλό) στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Κατόρθωσε να αλλάξει τον τρόπο πρόσληψης αυτών των κειμένων φέρνοντάς τα κοντά στο σύγχρονο αναγνωστικό κοινό. Έχει επίσης μεταφράσει Όμηρο, Ηρόδοτο, Ξενοφώντα, Αριστοτέλη, Ιπποκράτη, Λουκιανό, Ηλιόδωρο καθώς και τις “Συλλογές των θαυμάτων του Αγίου Δημητρίου” του Αρχιεπισκόπου Ιωάννου του Ανωνύμου. Η Αλόη Σιδέρη έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές, μια συλλογή διηγημάτων, χρονογραφήματα, φιλολογικές μελέτες και μια δίτομη ιστορική πραγματεία. Ποιήματα και δοκίμιά της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά και πολιτικά περιοδικά. Είχε επίσης συνεργαστεί επανειλημμένως με το Κρατικό Ραδιόφωνο και την Κρατική Τηλεόραση σε εκπομπές λογοτεχνικού αλλά και κοινωνικού περιεχομένου. Υπήρξε μέλος του διοικητικου συμβουλίου της Εταιρείας Συγγραφέων.
Αλόη Σιδέρη (1929-2004), Ποιήματα
Η Καλλιόπη πέθανε τρελή
όλα τα όνειρα τα έκαμε κραυγές
ουρλιάζοντας καβάλα στο παλιό κανόνι
τι θα κάνεις όταν μεγαλώσεις
θα γίνω γριά καθισμένη κατάχαμα
φάντασμα το καταμεσήμερο
με τα πολύχρωμα φουστάνια σου
με τα φουσκωτά σου μανίκια
και με τι να σκουπίσεις τους λυγμούς
με τι κύματα και τι φωτιές
ύστερα από τον μεγάλο σεισμό
που γκρεμίστηκε η σοφίτα με τα μαγικά
και δεν είχαμε πού να παίξουμε πια
τι να παίξουμε πια
γοργόνα μπαλαρίνα σύγνεφο τρομπέτα
άλλοι αλλιώτικοι τώρα
κι ούτε σ’ αγαπούσαμε πια
πολύ πριν σ’ αφήσουμε σε κείνο τον τάφο
***
ΕΞΟΧΗ
Έρχεται μια ησυχία
από τ’ αμπέλια τα νιοσκαμμένα κουλουμάκια
γύρω από κάθε κούτσουρο
μια έγνοια ανθρώπινη
πότε να σκάσει το πρώτο φύλλο
έτσι το χόρτο έτσι η λιθιά
έτσι ο μικρός βόλος το χώμα
η γης και το ποτάμι
έτσι σιγά σιγά χωρίς περιπέτειες
εξόν τις μικρές εκείνες με το κύμα
με το απομεσήμερο και το μελτέμι
έτσι να παίρνεις πάλι αέρα
όπου είναι όστρια όστρια
όπου είναι γρέγος γρέγο
και λίγο λίγο ν’ ανασαίνεις
και λίγο λίγο να βλέπεις
και λίγο λίγο να ξαπλώνεσαι και να σωπαίνεις
και να λησμονείς
***
ΔΙΑΓΝΩΣΗ
Πλήρης ημερών
πλήρης νυκτών
ερώτων
λύπης
κόπου
.





