ΣΕΗ: Το θέατρο πρέπει να υπάρχει σε πολλές μορφές και να συναντά του κοινό του

«Το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών με αίσθημα ευθύνης απέναντι στην τέχνη που υπηρετεί και απέναντι στα μέλη του οφείλει να τοποθετηθεί απέναντι στο πρόσφατο άρθρο της δημοσιογράφου Ματίνας Καλτάκη στην Athens Voice που αναφέρεται στην θεατρική παραγωγή της Αθήνας.

Το άρθρο φαίνεται να εξυπηρετεί τελικά μια άποψη που προωθείται ιδιαίτερα τον τελευταίο καιρό και θέλει να αντιμετωπίζει τα μικρά θέατρα ως μία αποτυχημένη εκδοχή των μεγάλων θεάτρων.

Η προσπάθεια συρρίκνωσης και τελικά εξαφάνισης των μικρών θεατρικών χώρων δεν είναι καινούργια. Εδώ και πολλά χρόνια παρακολουθούμε τη σταδιακή προσπάθεια απαξίωσής τους, την πολεμική εναντίον τους από μεγάλους θεατρικούς επιχειρηματίες αλλά και από το κράτος.
Αυτό όμως που σήμερα γίνεται όλο και πιο εμφανές είναι ότι αυτή η απαξίωση αποκτά έναν θεσμικό αλλά και ιδεολογικό χαρακτήρα.
Μας προβληματίζει η προσπάθεια εξάλειψης της θεατρικής ιστορίας των τελευταίων τουλάχιστον 60 χρόνων της χώρας μας. Έχουν βαλθεί να μας πείσουν ότι οι μικρές σκηνές είναι ένα προβληματικό κατάλοιπο μιας άλλης εποχής, κάτι που πρέπει να διορθωθεί.
Μοιάζει να ξεχνούν – γιατί άραγε- πως ολόκληρες γενιές ηθοποιών και θεατών έμαθαν θέατρο σε σκηνές που δεν ξεπερνούσαν τις 180 θέσεις συχνά ούτε καν τις 50.

Να θυμίσουμε το θέατρο «Αμόρε» (180 θέσεις και 80 θέσεις η Νέα Σκηνή του), το «Απλό» (180 θέσεις και 80 η Νέα Σκηνή του), το Θέατρο Επί Κολωνώ (108 θέσεις), το θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας (149 θέσεις), το θέατρο Έρευνας του Δημήτρη Ποταμίτη (120 θέσεις), το θέατρο της οδού Κυκλάδων ( 149 θέσεις), αλλά ακόμα και ο «Φούρνος» με 50 θέσεις, ή το «Ιλίσια Στούντιο» και το θέατρο «Στοά» με κάτω από 100 θέσεις και τόσα άλλα που ουκ έστιν αριθμός.

Η Αθήνα απέκτησε την θεατρική της πολυφωνία επειδή άνθρωποι του θεάτρου έμπαιναν σε μικρούς χώρους και τους μετέτρεπαν σε εργαστήρια δημιουργίας. Άραγε υπάρχει κανείς που έμαθε θέατρο αποκλειστικά και μόνο στο Εθνικό και στη Στέγη;

Μπαίνοντας τώρα στην ουσία του άρθρου, η κυρία Καλτάκη διάλεξε να διαλαλήσει την προτίμηση της για «το θέατρο της μεγάλης ανάσας που δεν φυτοζωεί» και μάλιστα στην αρχή της θεατρικής περιόδου που οι παραστάσεις προσπαθούν να στηθούν και να βρουν το κοινό τους.

Παράλληλα μετατοπίζει το κέντρο βάρους από την καλλιτεχνική πράξη στις συνθήκες παραγωγής της. Κάτι που δημιουργεί μία πολύ επικίνδυνη εξίσωση, μεγάλο κόστος ίσον υψηλή ποιότητα, μικρό κόστος ίσον έκπτωση. Αλλά όταν αρχίσουμε να θεωρούμε ότι η θεατρική αξία μετριέται σε τετραγωνικά μέτρα, θέσεις θεατών και κόστος παραγωγής τότε δεν προστατεύουμε το θέατρο από την κρίση του.

Αλλάζουμε τον ορισμό του. Γιατί το θέατρο δεν είναι απλά ΘΕΑΜΑ, δεν είναι «ΑΓΟΡΑ». Γιατί ο πυρήνας της θεατρικής πράξης, συντελείται με έναν ηθοποιό και έστω έναν θεατή.

Αρκεί να υπάρχει κάτι το οποίο αξίζει να ειπωθεί και συντελείται πλήρως η ουσία της θεατρικής συνάντησης. Αυτός είναι ο σπόρος του. Όποιος θέλει όμως να δει το δέντρο, δεν κόβει τις ρίζες.

Ως Εργατικό αλλά και Καλλιτεχνικό Σωματείο διεκδικούμε η Πολιτεία να αναγνωρίσει το έργο των μικρών θιάσων και να συνδράμει το έργο τους με σοβαρότητα δίνοντας επιχορηγήσεις που θα αντανακλούν στις πραγματικές ανάγκες μιας θεατρικής παραγωγής, που θα δίνουν τη δυνατότητα της απρόσκοπτης αισθητικής δημιουργίας.

Ταυτόχρονα διεκδικούμε να θωρακιστούν οι άνθρωποι του θεάτρου με Συλλογικές Συμβάσεις έτσι ώστε να μην είναι αναγκασμένοι να εργάζονται ταυτόχρονα σε δύο ή τρεις δουλειές και να μπορούν να «αποδοθούν στην ασκητική προσέγγιση του ρόλου τους ως καλλιτεχνών» όπως ζητά και η γράφουσα.

Άλλωστε ως προς την ποσότητα των παραστάσεων είναι σαφές ότι λιγότερες παραστάσεις σημαίνει λιγότερα πρόσωπα που αποφασίζουν τι ανεβαίνει. Όταν οι πόροι συγκεντρώνονται σε λίγους οργανισμούς, κρατικούς ή ιδιωτικούς, συγκεντρώνεται μαζί τους και ο έλεγχος του ρεπερτορίου και του περιεχομένου. Περιορίζεται έτσι το θέατρο που μπορεί να είναι κριτικό, που ερευνά και πειραματίζεται, που μιλά για όσα ενοχλούν.

Οι μικρές σκηνές και οι ανεξάρτητες ομάδες δεν είναι «φούσκα». Είναι ο χώρος όπου το θέατρο γεννιέται από τη βάση, έξω από τα κριτήρια της αγοράς και της κάθε διοίκησης.
-Το «Περιμένοντας τον Γκοντό» πρωτοπαίχτηκε στο Théâtre de Babylone ένα μικρό θεατράκι του Παρισιού.
-Ο Γκροτόφσκι άλλαξε το θέατρο του 20ού αιώνα με μια αίθουσα λίγων δεκάδων θέσεων.
-Ο Πίτερ Μπρουκ έστησε το θέατρό του στα ερείπια των Μπουφ ντι Νορ ένα εγκαταλειμμένο θέατρο.

Το καινούργιο σπάνια γεννιέται εκεί όπου το περιμένουν. Γεννιέται εκεί όπου υπάρχει ελευθερία να δοκιμάσεις και να αποτύχεις. Η πολυφωνία είναι ανάγκη για όλη την κοινωνία, όχι μόνο για τον κλάδο. Γι’ αυτό η απάντηση στη φτώχεια των μικρών σκηνών και των ομάδων δεν είναι να λιγοστέψουν, αλλά να χρηματοδοτηθούν και μάλιστα γενναία.

Σήμερα η πρόθεση της Πολιτείας να στηρίξει την μεγάλη επιχειρηματικότητα και τους ομίλους σε βάρος των μικρών θιάσων και των ομάδων είναι εξόφθαλμη.

Ναι, η πολιτεία δεν χρειάζεται να πει «κλείστε τα μικρά θέατρα». Αρκεί η διαρκώς μειούμενη επιχορήγησή τους σε βαθμό εξόντωσης. Παράλληλα αρκεί ένα πολεοδομικό σύστημα με το οποίο οι απαιτήσεις αδειοδότησης και λειτουργίας καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη την νομιμοποίηση ή τη λειτουργία μικρών θεατρικών σκηνών μέσα στον αστικό ιστό. Γιατί άραγε η πολιτεία αντιμετωπίζει με τόση δυσπιστία τη δημιουργία μικρών θεατρικών χώρων όταν στον ίδιο ακριβώς χώρο δίνει την δυνατότητα άλλης επιχειρηματικής δραστηριότητας;

Το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών λοιπόν δεν μπορεί να μείνει σιωπηλό. Όχι για να υπερασπιστεί άκριτα κάθε παράσταση, αλλά για να υπερασπιστεί το δικαίωμα του θεάτρου να υπάρχει σε πολλές μορφές, να γεννιέται από τη βάση να πειραματίζεται και να συναντά του κοινό του».

***

Σημ. Η δημοσιογράφος Ματίνα Καλτάκη είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ και εργάζεται στην ΕΡΤ και στην Athens Voice.

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
0ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -