Τάκης Ζενέτος, ο αρχιτέκτονας της νέας ουτοπίας

Ο Τάκης Ζενέτος (1926–1977) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους, πιο ριζοσπαστικούς και πρωτοπόρους Έλληνες αρχιτέκτονες και πολεοδόμους του 20ού αιώνα. Σπούδασε στην École des Beaux-Arts στο Παρίσι και επέστρεψε στην Ελλάδα φέρνοντας μαζί του μια οραματική, σχεδόν φουτουριστική προσέγγιση. Θεωρείται προάγγελος της ψηφιακής εποχής στην αρχιτεκτονική, καθώς από τις δεκαετίες του ’50 και ’60 ενσωμάτωνε την έννοια της προηγμένης τεχνολογίας και των ηλεκτρονικών δικτύων στα σχέδιά του. 
Τα 4 Πιο Εμβληματικά του Έργα
    • Εργοστάσιο ΦΙΞ (Λεωφόρος Συγγρού): Σχεδιάστηκε το 1957 (σε συνεργασία με τον Μ. Αποστολίδη). Αποτελεί μνημείο του ελληνικού μοντερνισμού, με τις τεράστιες οριζόντιες επιφάνειες γυαλιού και σκυροδέματος. Σήμερα, το ανακατασκευασμένο τμήμα του στεγάζει το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ).
    • Θέατρο Λυκαβηττού (1964): Μια ελαφριά, κοίλη μεταλλική κατασκευή («ιπτάμενος δίσκος») που σχεδιάστηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να εναρμονίζεται πλήρως με το έντονο ανάγλυφο του νταμαριού. 
    • «Στρογγυλό» Σχολείο Αγίου Δημητρίου (1969–1974): Ένα πρωτοποριακό, κυκλικό σχολικό συγκρότημα που σχεδιάστηκε για να προωθήσει μια πιο ανοιχτή, ευέλικτη και κοινοτική μορφή εκπαίδευσης. 
    • Ηλεκτρονική Πολεοδομία (Όραμα): Μια θεωρητική μελέτη για την πόλη του μέλλοντος, όπου οι άνθρωποι θα ζουν σε αναρτημένες κατασκευές (χωροδικτυώματα) και θα εργάζονται ή θα επικοινωνούν εξ αποστάσεως μέσω τηλε-διασύνδεσης (μια απίστευτη πρόβλεψη του διαδικτύου και της τηλεργασίας). 

Εκτός από τα δημόσια κτήρια, σχεδίασε και μοναδικές μοντερνιστικές μονοκατοικίες και πολυκατοικίες (όπως στην Ηρώδου Αττικού 17 και τη διάσημη, κατεδαφισμένη πλέον, «αιωρούμενη» βίλα στο Καβούρι) που ξεχώριζαν για τους μεγάλους προβόλους τους. 
Η ζωή του διακρινόταν από μια έντονη, ασυμβίβαστη ιδιοφυΐα, ενώ εργαζόταν σχεδόν αποκλειστικά τις νύχτες απομονωμένος. Έβαλε τέλος στη ζωή του το 1977, αφήνοντας πίσω του ένα έργο που συνεχίζει να μελετάται διεθνώς.

Από τα μέσα του 20ου αιώνα, αμέσως σχεδόν μετά τον πόλεμο, άρχιζε να διαγράφεται στον ορίζοντα των ερειπίων το πνεύμα μιας νέας ουτοπίας. Η αισιοδοξία της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης και η εδραίωση του μοντερνίστικου οράματος γίνονται οι βάσεις μιας οραματικής αφήγησης που θα δοκιμάσει τα θεμέλια μιας νέας κοινωνικότητας. Μια προσπάθεια που θα εξελιχθεί σε πολλά επίπεδα και σε διάφορους χώρους, μεταξύ αυτών και στο χώρο της αρχιτεκτονικής. Η προωθημένη τεχνολογία και η αστική πύκνωση, αυτή η κτισμένη επιφάνεια που καταλάμβανε όλο και περισσότερο έδαφος, έτειναν προς αυτό που ο Δοξιάδης, ένας άλλος αρχιτεκτονικός φωστήρας της εποχής, θα ονομάσει οικουμενούπολη. Μια τεχνοκρατική ουτοπία που άρχιζε και πάλι να εδραιώνεται και να σχεδιάζει τη μεγαδομή της σύγχρονης μητρόπολης. Το 1959 ο Kiyonori Kikutake θα σχεδιάσει μια θαλάσσια πόλη, ενώ την ίδια περίοδο ο Yona Friedman θα ανυψώσει μια χωρική πόλη σε κολόνες πάνω από το έδαφος, και ο Buckminster Fuller μέσα από μια υποδομή τηλεματικών πλανητικών δικτύων θα προτείνει μεταφερόμενες πόλεις.

     Στην έξαψη αυτού του νέου ουτοπισμού εμφανίζεται η μοναδική, για τα ελληνικά δεδομένα, περίπτωση του Τάκη Ζενέτου. Ένας αρχιτέκτονας που παρακολουθούσε στενά τις επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις της εποχής του. Το 1962 θα διατυπώσει την περίφημη ηλεκτρονική πολεοδομία του. Ο σχεδιασμός μιας μεγάπολης, αιωρούμενης πάνω από το έδαφος, που θα ‘φθανε ως τα όρια της βιώσιμης ατμόσφαιρας. Ένα εκτεταμένο σύστημα αναρτημένων επιπέδων από καλώδια, που θα φιλοξενούσαν τις κατοικίες και τις δραστηριότητες της πόλης, σαν ένας τεράστιος ιστός αράχνης που θα περιέβαλλε τον πλανήτη και που η ηλεκτρονική τεχνολογία θα εξασφάλιζε την επικοινωνία και θα διεκπεραίωνε το σύνολο της ανθρώπινης δραστηριότητας. «Θα οικοπεδοποιήσουμε τον αέρα. Η κατοικία θα είναι μία προκατασκευασμένη μονάδα που θα τοποθετείται σε τεχνητά επίπεδα που θα επαναλαμβάνουν τον φλοιό της γης και το ύψος της ατμόσφαιρας, αυξάνοντας έτσι την έκτασή του», σημείωνε το 1962. Ένα σχέδιο, που μάλιστα για τον Ζενέτο δεν ήταν καθόλου ουτοπικό, το είχε μελετήσει ως και στην παραμικρή του λεπτομέρεια, από το χωροδικτύωμα των τεταμένων καλωδίων έως το σύστημα οργάνωσης της αναρτημένης πόλης, ακόμη και το σχεδιασμό των κατοικιών και των επίπλων, κι αυτό είναι κάτι που ξεχωρίζει το έργο του απ’ τους ουτοπικούς σχεδιασμούς της εποχής του. Το φαντασιακό του αναγνωρίζεται μέσα στην επιστημονική του μεθολογία, σε μια πληθώρα εξαντλητικών υπολογισμών. Το ζωτικό όργανο αυτής της telepolis θα ήταν για τον Ζενέτο οι τεχνολογίες της επικοινωνίας. Μια τηλεδραστηριότητα που θα μορφοποιούσε τους χώρους και την αστική ανάπτυξη. Υπήρχαν ακόμη και στάδια αυτής της αιώρησης της πόλης πάνω από τη φύση, όπου το έδαφος θα ελευθερωνόταν σταδιακά και η κατοίκηση όπως και οι άλλες λειτουργίες της πόλης θα τοποθετούνταν σε ένα ελαφρύ «δικτύωμα καλωδίων υπό τάση», έως να κυριαρχήσει στο απώτερο μέλλον το άυλο. «Οι πόλεις μας ξόφλησαν. Έτσι όπως τις έχτισε η τρισδιάστατη πολεοδομία καταστράφηκαν. Έγιναν αποκλειστικοί χώροι της υπερτροφικής τριτογενούς παραγωγής. Σωτηρία υπάρχει μόνο στην Ηλεκτρονική. Αυτή μπορεί να φέρει την Ειρήνη στις πόλεις με τα εκατομμύρια κατοίκους. Έχουμε διαθέσιμες τις τεχνικές. Είναι οι κάθε λογής  τηλενέργειες: Τηλεδιεκπεραίωση, τηλε-εργασία, τηλε-εξυπηρέτηση και τηλε-επαφές. Με τις ίδιες τηλε-ενέργειες μπορούμε κάλλιστα να μπούμε και στις πόλεις για να τις σώσουμε», γράφει στην Ηλεκτρονική πολεοδομία του. Τον εντάσσει μάλιστα αυτό τον σχεδιασμό και σε ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, όταν προβλέπει την υλοποίησή του στα μέσα της δεκαετίας του ’80, «όπου η τηλε-εργασία και οι τηλε-υπηρεσίες θα έχουν γίνει πια πραγματικότητα», όπως σημείωνε ενθουσιωδώς στα τετράδιά του. «Η ηλεκτρονική πολεοδομία δεν είναι ουτοπία, αλλά μία αδυσώπητη πραγματικότητα από την οποία ο μεταπολεμικός άνθρωπος της καταναλωτικής κοινωνίας δεν θα μπορέσει να ξεφύγει». Ο άνθρωπος της απεδαφοποιημένης και διασυνδεδεμένης αρχιτεκτονικής του Ζενέτου είναι αυτός ο διαδραστικός άνθρωπος της σύγχρονης κοινωνίας της πληροφορίας, της διασύνδεσης, του άυλου, του μεταβαλλόμενου πλαισίου, της πλανητικής διασποράς. «Το κέντρο υλοποιείται τη στιγμή και στον τόπο της ενέργειας», έγραφε στην προμετωπίδα της ηλεκτρονικής του πολεοδομίας. Ένα παραληρηματικό έργο που επαναδιατύπωνε μοντερνίστικες, σχεδιαστικές δυνατότητες, εγγράφοντάς τες στο άπειρο.

     Η τεχνολογική μέθη του ζενέτειου έργου εγείρει και έναν προβληματισμό γύρω απ’ τη φύση της τεχνολογίας αλλά και γα τη θέση του κόσμου μέσα σ’ αυτή. “Η ροή των δεδομένων”, στην οποία ο Ζενέτος εντάσσει την αρχιτεκτονική μορφή, ριζοσπαστικοποιεί το προσδιορισμένο μοντέλο της. Ο κόσμος δεν αποκρυσταλλώνεται αλλά διατίθεται σε μια διασπορά, στην καταγωγική ιδέα της ου-τοπίας του. Η αρχιτεκτονική μορφή δεν ήταν για τον Ζενέτο ένα αυστηρά οριοθετημένο αντικείμενο, ούτε η πολεοδομία του αυτό που γνωρίζουμε ακόμη και σήμερα με το σταθερό κέντρο και τη συνεχώς εξαπλούμενη περιφέρειά του. Στον Ζενέτο έχουμε μόνο στιγμές και τόπους πύκνωσης της ανθρώπινης δραστηριότητας, εκεί όπου αναπτύσσεται το εφήμερο και συνεχώς μετακινούμενο κέντρο. Η ελάχιστη και non stop αρχιτεκτονική των δικτύων και της επικοινωνίας. Μια απροσδιόριστη διάχυση εγκαταλελειμμένη στην ανοικτότητά της. Δεν ήθελε μια αρχιτεκτονική που θα δεσμεύει με το σχεδιασμό της το μέλλον αλλά «συστήματα εξίσου ρευστά με τις ανάγκες μας που συνεχώς αλλάζουν». Οι μελλοντολογικοί σχεδιασμοί του Ζενέτου δεν είναι παρά ο επιτελεστικός τους θρίαμβος, μια σχεδιαστική χειρονομία που κυριεύει και επαναπροσδιορίζει το ανθρώπινο και σωματικό. Μια βουλησιαρχική δύναμη που καθιερώνει πραγματικότητες. Στο σχολικό συγκρότημα του Αγίου Δημητρίου, υπάρχουν ήδη όλες οι ιδέες του για την κοινωνία της πληροφορίας. Ένα κτήριο που ανεγέρθηκε όχι τόσο στο περιβάλλον του, όσο στη δυνητικότητα του περιβάλλοντός του και γι’ αυτό ένα κτήριο διαθέσιμο στην ελευσόμενη αλήθειά του. Ένα κυκλικό οικοδόμημα που οργανώνεται γύρω απ’ την καθετότητα μιας υπολογιστικής μονάδας που εντάσσει στο πανοπτικόν της εύρος όλες τις δραστηριότητες της σχολικής ζωής. Μια κτηριακή μηχανή εκπαίδευσης και συλλογικότητας. Το εργοστάσιο Φιξ της Συγγρού, μισοκατεδαφισμένο σήμερα και κακοποιημένο με την ανακατασκευή του σε Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, ήταν σύμφωνα με τον Kenneth Frampton “ένα από τα καλύτερα βιομηχανικά κτήρια που έχουν κατασκευαστεί παγκοσμίως αυτόν τον αιώνα” και πάντως ένα από τα πιο εμβληματικά κτήρια της Αθήνας. Στην πραγματικότητα ένα μη κτήριο, ένας μανδύας μόνο από σκυρόδεμα και γυαλί που ενοποιούσε τρία προϋπάρχοντα κτήρια. Μια ελάχιστη και ακαριαία χειρονομία, αυτή η ιδέα της ατέρμονης, μη δεσμευτικής αρχιτεκτονικής, που κατόρθωσε όμως να καθιερώσει μια νέα μνημειακότητα και να οργανώσει τη νέα προοπτική της πόλης, τη γραμμικότητα της προοπτικής της προς τη θάλασσα.

     Το έργο του Ζενέτου είναι ένα μεταιχμιακό έργο που χαρακτήρισε αλλά και χαρακτηρίστηκε από τις δυνατότητες της εποχής του, απ’ τις δυνητικές αλλά όχι ουτοπικές της προεκτάσεις. Ένα έργο έτσι που εξέχει απ’ το συμβατικό πλαίσιο του καιρού του αναλαμβάνοντας και το ανεντόπιστο ίχνος του. Ο Ζενέτος το 1977 αυτοκτονεί, ακολουθεί ο Κωσταντινίδης. Ο δημιουργός, έλεγε ο Πικάσο, πρέπει να είναι λίγα βήματα μόνο μπροστά από την εποχή του, αν θέλει να είναι κατανοητός. Ο Ζενέτος ήταν πολλά. Μισός αιώνας πέρασε από την ηλεκτρονική του πολεοδομία και ακόμη οι ιδέες του περιμένουν το μέλλον.

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
0ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -