Σάτι. Η ανθρωποθυσία που θεωρείτο έθιμο

Το σάτι είναι απαγορευμένη ινδουιστική πρακτική κατά την οποία μια χήρα καίγεται ζωντανή στην πυρά του νεκρού συζύγου της, είτε οικειοθελώς, είτε με εξαναγκασμό. Έχει συνδεθεί με σχετικές ινδουιστικές πρακτικές στις ινδο-άριες περιοχές της Ινδίας, οι οποίες έχουν καταπατήσει τα δικαιώματα των γυναικών.

Ελληνικές πηγές από περίπου το 300 π.Χ. κάνουν μεμονωμένη αναφορά στο σάτι, και ινδουιστικές επιγραφές από το 464 μ.Χ. και μετά καταγράφουν την πρακτική μιας θυσίας με πραγματική φωτιά. Οι πρώτες αναφορές στο σάτι σε νομικά βιβλία των Βραχμάνων εμφανίστηκαν τον 7ο αιώνα. Ήταν ευρέως αναγνωρισμένο, αλλά όχι καθολικά αποδεκτό, μέχρι τον 12ο αιώνα. Υπάρχουν αρχεία για το σάτι σε πολλές χρονικές περιόδους και περιοχές. Υπήρχαν σημαντικές διαφορές σε διαφορετικές περιοχές και μεταξύ κοινοτήτων.

Στις αρχές του 19ου αιώνα, η Βρετανική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών, κατά τη διαδικασία επέκτασης της κυριαρχίας της στο μεγαλύτερο μέρος της Ινδίας, αρχικά προσπάθησε να σταματήσει την πρακτική. Ο William Carey, ένας Βρετανός Χριστιανός ευαγγελιστής, κατέγραψε 438 περιστατικά σε ακτίνα 48 χιλιομέτρων από την πρωτεύουσα, Καλκούτα, το 1803, παρά την απαγόρευσή της εντός της Καλκούτας. Μεταξύ 1815 και 1818, ο αριθμός των καταγεγραμμένων περιστατικών σάτι στην Προεδρία της Βεγγάλης διπλασιάστηκε, από 378 σε 839. Η αντίθεση στην πρακτική του σάτι από ευαγγελιστές όπως ο Carey, και από Ινδουιστές μεταρρυθμιστές όπως ο Raja Ram Mohan Roy οδήγησε τελικά τον Βρετανό Γενικό Κυβερνήτη της Ινδίας Λόρδο William Bentinck να θεσπίσει κανονισμό το 1829, δηλώνοντας ότι η πρακτική της καύσης ή της ταφής ζωντανών Ινδουιστών χηρών τιμωρείται από τα ποινικά δικαστήρια. Απορρίπτοντας μια αίτηση 800 ορθόδοξων Ινδουιστών κατά της απαγόρευσης, το Ιδιωτικό Συμβούλιο επικύρωσε την απαγόρευση της πρακτικής του Σάτι το 1832. Μεμονωμένα περιστατικά σάτι κατεγράφησαν στην Ινδία στα τέλη του 20ού αιώνα, γεγονός που οδήγησε την κυβέρνηση της Ινδίας να θεσπίσει τον Νόμο περί Πρόληψης του 1987, ο οποίος ποινικοποιεί την υποβοήθηση, την παρακολούθηση ή την προώθηση της πρακτικής.

Το 1829 στην Ινδία, ο Βρετανός κυβερνήτης απαγόρευσε το «σάτι». Επρόκειτο για αρχαίο «έθιμο» κατά το οποίο έριχναν στη νεκρική πυρά μαζί με το νεκρό, τη χήρα του ζωντανή και την έδεναν στα ξύλα για να καεί μαζί με τη σορό. Οι ιερείς έψελναν και ο κόσμος παρακολουθούσε. Περιηγητές
έγραψαν για τα ουρλιαχτά. Πολλοί Ινδοί εξεγέρθηκαν, ότι το έθιμο είναι ιερό και πώς είναι δυνατόν οι Άγγλοι να κάνουν τέτοια παρέμβαση στον πολιτισμό τους; Η απάντηση του Άγγλου στρατηγού James Napier ήταν: «Καλώς, αφού είναι το έθιμό σας ετοιμάστε τη φωτιά. Έχουμε κι εμείς όμως ένα έθιμο. Όταν κάποιος καίει μια γυναίκα ζωντανή, τον κρεμάμε για φόνο. Θα στήσουμε τις κρεμάλες και θα τηρήσουμε όλοι τα έθιμά μας». Καμιά πυρά δεν άναψε ξανά. Όπως έκαιγαν ζωντανές τις γυναίκες στην Ινδία, ακόμα σήμερα υπάρχει το φρικτό έθιμο σε πολλές χώρες της Αφρικής και
της Μέσης Ανατολής του ακρωτηριασμού των γεννητικών οργάνων στα κοριτσάκια. Οι Ταλιμπάν κι οι μουλάδες του Ιράν θάβουν τις γυναίκες ζωντανές ή τις εκτελούν ανενόχλητοι όπως στην Τουρκία. Η παιδοφιλία είναι νόμιμη στο Ισλαμ γιατί είναι χώρες με «διαφορετικό» πολιτισμό τον οποίο, ουαί κι αλίμονο αν δεν σεβόμαστε, εμείς οι γυναίκες και οι άντρες της Δύσης. Ε όχι, για να σταματήσει η βαρβαρότητα, μασκαρεμένη ως «πολιτισμική διαφορά», αρκεί κάποιες φορές ένας γενναίος και αποφασιστικός άνθρωπος, όπως ήταν ο Άγγλος κυβερνήτης.
Παρ’ όλα αυτά, το έθιμο καταργήθηκε με νόμο 1987 (the Commission of Sati). Αιτία ο εξαναγκασμός της18χρονης χήρας Ρουπ Κανγουάρ, σε “σάτι”, που ξεσήκωσε παγκόσμια κατακραυγή. Πλέον είναι παράνομη όχι μόνο η πράξη, αλλά και η εξύμνηση, προώθηση, υποστήριξη κ τιμωρείται με θάνατο.

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
0ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -