*
Γράφει η Ειρήνη Αϊβαλιώτου
Σοβαρός άνθρωπος να γράφει ποιήματα
για τη γιαγιά του;
Όμως, κι ας έχει φύγει τώρα είκοσι χρόνια
εμένα με βοηθάει να θυμηθώ
πως άλλοτε θυμόμουν μυρωδιές
κινήσεις φράσεις της και τα φορέματά της
κι ότι έβαζα σημάδια στο μυαλό
για κάθε τι δικό της.
Έτσι έλεγχα τη μνήμη κάθε τόσο
νομίζοντας πως αν θυμόμουν
αγαπούσα.
Γιάννης Βαρβέρης, Της γιαγιάς (1991)
*

Καθώς μεγάλωνα, με τα καλοκαίρια μου συνδεδεμένα με μια παράξενη, ταλαιπωρημένη από τον Εμφύλιο και δεσποτική γιαγιά, ήμουν περικυκλωμένη από απίστευτες γεύσεις, μπαχαρικά, βότανα και φαγητά που έλεγαν κρυφές ιστορίες. Θα ήθελα να μπορούσα να φέρω αυτό το ίδιο συναίσθημα εδώ με τα ίδια ίχνη και τις ίδιες εμπειρίες να συνυπάρχουν.
Θραύσματα
Μόλις λίγα χιλιόμετρα από εκεί που βρισκόταν το σπίτι μας, τόσο παλιό και τόσο ραγισμένο, η μεσσηνιακή θάλασσα συνεχίζει ακόμα και τώρα να πλένει την ίδια ακτογραμμή που κάποτε ταξίδευαν Ρωμαίοι και Βυζαντινοί.
Ολόκληρος αυτός ο κόσμος της νότιας θάλασσας είναι τόσο κορεσμένος με ιστορία, που μπορεί κανείς να περπατήσει ανάμεσα σε αρχαία φρούρια, πρώιμες χριστιανικές εκκλησίες, ρωμαϊκούς δρόμους, βυζαντινά παλάτια και αρχαιολογικά στρώματα και να φύγει με την αίσθηση ότι ο χρόνος δεν είναι μια ευθεία γραμμή αλλά μια θάλασσα που επιστρέφει συνεχώς θραύσματα του παρελθόντος της στην ακτή.
Και ειλικρινά, σήμερα δυσκολεύομαι να φανταστώ καλύτερο τρόπο να περάσει κανείς ένα καλοκαίρι. Ένας μακρύς περίπατος ανάμεσα σε αρχαία ερείπια, όπου το γρασίδι φυτρώνει ανάμεσα στις πέτρες με τον ίδιο τρόπο που οι αιώνες φυτρώνουν ανάμεσα στους ανθρώπους, ενώ ο ήλιος φωτίζει τα ερείπια κόσμων που κάποτε φαίνονταν τόσο αιώνιοι όσο ο δικός μας φαίνεται σήμερα.
Έχω φτάσει να εκτιμώ αυτές τις ήσυχες απολαύσεις, επειδή δεν περιέχουν ούτε φιλοδοξία ούτε ανταγωνισμό, και δεν υπάρχει λόγος να αποδείξω τίποτα σε κανέναν. Μόνο γη και θάλασσα. Μόνο μνήμη. Μόνο ιστορία. Και αυτή η σπάνια αίσθηση εσωτερικής γαλήνης που μερικές φορές φτάνει με τη μορφή ενός καλοκαιρινού αέρα, του αρώματος του αλατιού και μερικών όμορφα γραμμένων και παρουσιασμένων θεατρικών σκηνών.
Όπως οι σκηνές της παράστασης «Οι γριές που μαζεύουν την τσουκνίδα» σε σκηνοθεσία Κωσταντίνου Ντέλλα που παρακολούθησα στο θέατρο «Σταθμός»

Αυτές «Οι γριές» με έκαναν να εμπεδώσω κάτι που βαθιά μέσα μας το ξέρουμε όλοι αλλά διαρκώς ξεχνάμε, δηλαδή πως η αληθινή πολυτέλεια της ζωής δεν βρίσκεται στα πράγματα, αλλά στις αργές, ήσυχες στιγμές που μοιράζονται σε ένα κατώφλι —όπου ο χρόνος σταματά, και ο κόσμος είναι απλώς τρεις Γριές οι οποίες συνομιλούν πάνω από ένα λιθάρι.
Αποφεύγοντας να συνεχίσω με τον τρόπο του Σεφέρη και να γράψω το κλασικό «Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει», θα αναφερθώ στο σκηνοθέτη Κωνσταντίνο Ντέλλα που τόσα χρόνια τον παρακολουθώ να βαδίζει με ασφάλεια, ακαταμάχητη γοητεία, ταλέντο και αδιάκοπη καινοτομία ανάμεσα στο θέατρο, την ιστορία και τη λαογραφία αλλά του οποίου η εκθαμβωτική δημιουργικότητα έχει ακόμα πολλά να δώσει.
Ακροβατώντας στο ιστορικό μεταίχμιο ανάμεσα στον παλαιό κόσμο που καταρρέει και στον νέο που πασχίζει να γεννηθεί, ο Κωνσταντίνος Ντέλλας παραμένει πιστός στην επιμονή του να αποτυπώσει, με τα μέσα της λογοτεχνίας και του θεάτρου, τη βαθιά κρίση της εποχής μας και τις κινητήριες δυνάμεις που τη δημιούργησαν.
Καρπός αυτής της αναζήτησης είναι η παράσταση «Οι γριές που μαζεύουν την τσουκνίδα», η οποία συγκαταλέγεται στις σημαντικότερες του δημιουργού, εξερευνώντας παράλληλα θέματα ταυτότητας, ελευθερίας, οικογένειας και ανθεκτικότητας που συνεχίζουν να αντηχούν μέχρι σήμερα.

Στις Γριές ο Κωνσταντίνος Ντέλλας περιγράφει ένα χρονικό διάστημα από τη ζωή μιας ορεινής αγροτικής κοινότητας στα χρόνια του Μεσοπολέμου, με αφηγήτριες τις γηραιότερες του χωριού. Όμως πολύ γρήγορα οι μυστικιστικές και ιδεοληπτικές αφηγήσεις – κηρύγματά τους για τη χαμένη ενότητα με τη φύση και τον συνάνθρωπο αρχίζουν να «μαγεύουν» την πλειονότητα των θεατών και η κατάσταση εκτροχιάζεται. Το παλιό βυθισμένο στα έγκατα του χρόνου αναβιώνει και η μαζική παράκρουση κορυφώνεται με μια ανήκουστη τραγωδία.
Η σύνδεση της μαγείας με τη μαγειρική
Η παράσταση αποτελεί μια σκηνική προσέγγιση στη σύνδεση της μαγείας με τη μαγειρική ως γυναικείο μυστικό κώδικα της περιοχής της Θεσσαλίας. Στη σκιά της ανδρικής εξουσίας, οι γυναίκες παρέμειναν στο περιθώριο, χωρίς να έχουν λόγο στις αποφάσεις που ήταν αποκλειστικά δικαίωμα των ανδρών.
Από τη Μήδεια
Πέρα από τις υπόλοιπες εργασίες, με τις οποίες συνέβαλλαν στην οικονομία της οικογένειας και της κοινότητας ως εργάτριες, είχαν και την ευθύνη της τροφοδοσίας των μελών της οικογένειάς τους, πάντα όμως εντός του οίκου.
Έτσι, ανέπτυξαν έναν μυστικό κώδικα, μια λανθάνουσα εξουσία, που στηριζόταν στη χρήση της μαγείας, των «πρακτικών», του ξεματιάσματος και άλλων δεξιοτήτων, μέσα από τη μεταχείριση των υλικών που χρησιμοποιούσαν και στη μαγειρική, τα βότανα και τα χόρτα της περιοχής, το λάδι, το νερό και το αλεύρι.
Στη Θεσσαλία, η παράδοση θέλει τις μάγισσες της περιοχής να έχουν παραλάβει τις μυστικές δεξιότητές τους από τη Μήδεια και να ειδικεύονται στο «κατέβασμα» του φεγγαριού.
-Haralampos-Vlahodimos-Ilias-Lahanas-4.jpg)
Ηθοποιοί και συντελεστές
Τρεις εκπληκτικοί νεαροί ηθοποιοί (Μιχάλης Αναγνώστου, Μανούσος Γεωργόπουλος, Πλάτωνας Γιώργος Περλέρος) με εύρυθμο τρόπο προσεγγίζουν σκηνικά το γυναικείο σώμα, όπως έχει καταγραφεί στο δικό τους σώμα, μέσα από τις αναφορές στις δικές τους γιαγιάδες.
Με εκφραστικά εργαλεία τις πρώτες ύλες της τελετουργικής διαδικασίας, δηλαδή τις αριστουργηματικές μάσκες της έμπειρης Μάρθας Φωκά και τον επιδέξιο συντονισμό του λόγου και του σώματος (επιμέλεια κίνησης: Μαρίζα Τσίγκα), και έχοντας ως αφετηρία τα στάδια της παρασκευής της πίτας, αφηγούνται ιστορίες από τις Μεταμορφώσεις του Οβίδιου και τα Φαρσάλια του Λουκιανού, αλλά και της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας και έρευνας, από παραδοσιακά τραγούδια και συνεντεύξεις γυναικών έως ιατροσοφικούς κώδικες του 19oυ αιώνα.
Οι φωτισμοί του Γιώργου Αντωνόπουλου, η πρωτότυπη μουσική και η ηχητική επένδυση του Αλέξανδρου Κτιστάκη ενίσχυσαν το συναίσθημα καθώς και τις κορυφώσεις της παράστασης.
Γουλιές μνήμης
Η παράσταση του θεάτρου «Σταθμός» σε δραματουργία – σκηνοθεσία – έρευνα Κωνσταντίνου Ντέλλα και επιμέλεια κοστουμιών Κωνσταντίνας Μαρδίκη ήταν εισπνοές από τη ζωή κάποιων άλλων, όταν το δικό μας δέρμα νιώθει πολύ ξηρό. Ήταν γουλιές μνήμης, που πέρασαν από άλλα χέρια στα δικά μας.
Μερικές φορές έμοιαζε σαν να αντιγράφεις μια γραμμή από τον Θεοτόκη σε ένα σημειωματάριο λερωμένο με καφέ και να το κοιτάς επί τρεις μέρες. Ή σαν να θυμάσαι μια πρόταση από τον Παπαδιαμάντη ενώ διπλώνεις τα ρούχα του παιδιού σου. Ή σαν να κουβαλάς ένα ψιθυριστό «η μνήμη είναι το μόνο πράγμα που μας κρατάει ζωντανούς, αλλά είναι και αυτό που μας σκοτώνει» από τον «Ήχο του όπλου» της Λούλας Αναγνωστάκη σαν φυλαχτό όταν όλα γύρω σου είναι θόρυβος, κούραση και σκόνη.
Παρακολουθώ θέατρο με τον τρόπο που αγαπάς κάποιον που δεν βλέπεις συχνά αλλά ποτέ δεν σταματάς να περιμένεις.
Η κατασκευή των υπέροχων κοστουμιών, που θα τα χαρακτήριζα εξωπραγματικά μέσα στην αλήθεια τους, ήταν μια ευγενική χορηγία του Εργαστηρίου του Λυκείου των Ελληνίδων Αθηνών.
Ο Τόμας Καρλάιλ πίστευε ότι «η ιστορία του κόσμου δεν είναι παρά η βιογραφία μεγάλων ανδρών, γραμμένη σε βιβλία».
Πίστευα πάντα ότι τα πιο ήσυχα βράδια φέρουν τα ονόματα γυναικών που άντεξαν το σκοτάδι χωρίς μάρτυρες. Το αληθινό θέατρο είναι ένας αγώνας με τον συγγραφέα, με τον θεατή του, με το νόημα. Θα πρόσθετα πως μερικές φορές, είναι και χάρη. Κάποιος είπε ότι ένα είναι ένα είδος μήτρας.
Για μένα είναι ένα ιερό όπου βγάζω τα παπούτσια μου και μπαίνω σιωπηλά. Απλώς ο στόχος δεν ήταν ποτέ οι αριθμοί. Πόσες παραστάσεις θα δω φέτος; Πόσες αυτό το καλοκαίρι; Ο στόχος ήταν να επιστρέψω στον εαυτό μου πιο αργά, πιο μοναχικά, αλλά πιο αληθινά. Και πάντα, πάντα με ένα εισιτήριο κι ένα σημειωματάριο στο χέρι.

Μακάρι πάντα να παρακολουθώ παραστάσεις σαν τις «Γριές που μαζεύουν την τσουκνίδα». Παραστάσεις που αφορούν ανθρώπους, βιοπορισμούς και παραδόσεις που χτίστηκαν επί γενεών. Παραστάσεις που αφορούν μυστικές ιστορίες γυναικών της Θεσσαλίας ή άλλων τόπων. Δεν έχει σημασία ποιων.
*
Πολλά ευχαριστώ στον Κωνσταντίνο Ντέλλα, στο Θέατρο “Σταθμός”, στον Μιχάλη Αναγνώστου, στον Μανούσο Γεωργόπουλο, στον Πλάτωνα Γιώργο Περλέρο, στον Αλέξανδρο Κτιστάκη, στη Μαρίζα Τσίγκα, στη Μάρθα Φωκά, στην Κωνσταντίνα Μαρδίκη και στον Γιώργο Αντωνόπουλο.
Πολλά ευχαριστώ επειδή δημιουργήσατε μια παράσταση που έχει εμπνεύσει, προκαλέσει και συγκινήσει τόσους πολλούς ανθρώπους. Εύχομαι η δουλειά σας και οι ιστορίες σας να συνεχίσουν να βρίσκουν νέους θεατές για τα επόμενα χρόνια.

Συντελεστές
Δραματουργία –σκηνοθεσία- έρευνα: Κωνσταντίνος Ντέλλας
Ερμηνεύουν: Μιχάλης Αναγνώστου, Μανούσος Γεωργόπουλος, Πλάτωνας Γιώργος Περλέρος
Ηχητικό περιβάλλον – πρωτότυπη μουσική: Αλέξανδρος Κτιστάκης
Επιμέλεια κίνησης: Μαρίζα Τσίγκα
Κατασκευή μάσκας: Μάρθα Φωκά
Επιμέλεια κοστουμιών: Κωνσταντίνα Μαρδίκη (Η κατασκευή των κοστουμιών είναι μια ευγενική χορηγία του Εργαστηρίου του Λυκείου των Ελληνίδων Αθηνών)
Φωτισμοί: Γιώργος Αντωνόπουλος
Φωτογραφίες – βίντεο προώθησης: Χαράλαμπος Βλαχοδήμος, Ηλίας Λαχανάς
Μοντάζ – βίντεο προώθησης: Στυλιανός Βλαχοδήμος
Παραγωγή: Πολιτισμός Σταθμός Θέατρο – Experimenta Art Company



