31.4 C
Athens
Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026
Αρχική Παράλληλη τέχνη Βιβλιοστάτης Δύο ποιήματα της Ντόροθι Πάρκερ

Δύο ποιήματα της Ντόροθι Πάρκερ

Black and Violet (1923) Wassily Kandinsky.
Τα ξυράφια πονάνε, τα ποτάμια έχουν λάσπες, το οξύ αφήνει σημάδια, τα δηλητήρια φέρνουν σπασμούς, τα όπλα δεν είναι νόμιμα, οι θηλιές ξεχειλώνουν, το αέριο μυρίζει απαίσια. Καλύτερα, τελικά, να ζήσεις.
Μετάφραση: Δημήτρης Κοσμόπουλος
Δύο ποιήματα


Επι­τά­φιος

Όταν την πρώ­τη μου πέ­θα­να φο­ρά
έβλε­πα τις μέ­ρες να σβή­νουν στη σει­ρά.

Ήμουν πε­ρή­φα­νη, με τό­ση χά­ρη
όμως φο­βό­μουν ν’ αντι­κρί­σω το φεγ­γά­ρι.

Σκια­ζό­μου­να να βλέ­πω τη βρο­χή
τον πό­νο ψη­λα­φού­σα στην ψυ­χή.

Με θά­ψα­νε την δεύ­τε­ρη φο­ρά βα­θειά.
Με κλά­ψα­νε. Λό­για συ­νή­θη και σα­χλά.

Άν­θη και ρο­δο­πέ­τα­λα την κά­σα μου σκε­πά­σαν.
Απά­νω πλά­κα πέ­τρι­νη. Ησυ­χά­σαν.

Ζε­στά εί­ναι ΄δώ. Γα­λή­νη, λέω, πως θα ’ναι.
Θα βλέ­πω σκου­λη­κά­κια να περ­νά­νε.

Ξη­με­ρώ­νει

Στα­μά­τη­σα να τρα­γου­δώ.
Με την καρ­διά μου σί­δε­ρο,
Κοι­τώ την νύ­χτα το τα­βά­νι.
Το χά­ρα­μα αυ­γά­ζει. Φτά­νει.

                            *

Χει­μώ­νας. Οι αβα­σί­λευ­τες νυ­χτιές.
Σκό­τει­νες, μαύ­ρες, θλι­βε­ρές.
Μα πιο πολὐ πο­νά­ει που πά­λι
Η αυ­γή σι­γά-σι­γά προ­βάλ­λει.

Δύο ποιήματα

Η Dorothy Parker (1894-1973), γεν­νή­θη­κε και έζη­σε στη Νέα Υόρ­κη. Στην πε­ρί­ο­δο του Με­σο­πο­λέ­μου, υπήρ­ξε η κι­νη­τή­ρια δύ­να­μη και το κε­ντρι­κό πρό­σω­πο μιας λο­γο­τε­χνι­κής κί­νη­σης, την οποία στε­λέ­χω­ναν με­ρι­κοί από τους ση­μα­ντι­κό­τε­ρους Νε­ο­ϋ­ορ­κέ­ζους συγ­γρα­φείς. Έγρα­ψε πε­ζο­γρα­φία, θε­α­τρι­κά έρ­γα, δο­κί­μια. Για αρ­κε­τά χρό­νια άσκη­σε την τέ­χνη της κρι­τι­κής.
Τις πρώ­τες δε­κα­ε­τί­ες της ζω­ής της, συμ­με­τεί­χε στο αρι­στε­ρό κί­νη­μα και στις φε­μι­νι­στι­κές του εκ­φάν­σεις. Με­τά την απο­γο­ή­τευ­ση από τους ιδε­ο­λο­γι­κούς σε­χτα­ρι­σμούς, η ποί­η­σή της, που απο­τε­λεί τη ση­μα­ντι­κό­τε­ρη έκ­φαν­ση του πο­λύ­πτυ­χου έρ­γου της, κα­τα­κλύ­ζε­ται από την ατμό­σφαι­ρα ενός κλί­μα­τος βα­θιάς με­λαγ­χο­λί­ας ανα­με­μειγ­μέ­νης με σαρ­δό­νια ει­ρω­νεία. Με τον και­ρό, η ποι­η­τι­κή της γρα­φή απεκ­δύ­ε­ται τις φε­νά­κες των μορ­φι­κών πει­ρα­μα­τι­σμών του μο­ντερ­νι­σμού και γί­νε­ται μια αιχ­μη­ρή με­λέ­τη θα­νά­του, μέ­σα από απέ­ριτ­τες και κα­θα­ρές μορ­φές. Ανα­μει­γνύ­ει τα μο­ντερ­νι­στι­κά επι­τεύγ­μα­τα με την πλού­σια πα­ρά­δο­ση της αγ­γλο­σα­ξο­νι­κής προ­σω­δί­ας ― όπως, άλ­λω­στε, κά­μπο­σοι από τους κο­ρυ­φαί­ους Αγ­γλο­σά­ξο­νες με­τα­πο­λε­μι­κούς ποι­η­τές. Η μορ­φι­κή κα­θα­ρό­τη­τα στην ποί­η­ση της Πάρ­κερ, εί­ναι ευ­θέ­ως ανά­λο­γη με μια ποι­η­τι­κή αντί­λη­ψη οντο­λο­γι­κού χα­ρα­κτή­ρα: Η ποί­η­σή της, στις κα­λύ­τε­ρές της στιγ­μές, εί­ναι με­λέ­τη θα­νά­του και εν ταυ­τώ πό­λε­μος ενα­ντί­ον του θα­νά­του σε κά­θε του μορ­φή. Από την μα­ταιό­τη­τα της κα­τα­να­λω­τι­κής συν­θή­κης και τις δια­ψεύ­σεις της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας ως «μα­ζι­κής» πλην ψευ­δούς ευ­τυ­χί­ας, έως το ανα­πό­δρα­στο συμ­βάν του θα­νά­του η Πάρ­κερ σαρ­κώ­νει στα ποι­ή­μα­τά της μιαν ιδιό­τυ­πη απελ­πι­σία τέ­τοιας έντα­σης που κα­τα­λη­γεί ο προ­άγ­γε­λος της αλη­θι­νής ελ­πί­δας.

― Δ. Κ.