Του Παναγιώτη Μήλα
Σε ηλικία 27 ετών τον Οκτώβριο του 1940 ο Αλέξανδρος Δ. Αλεξανδράκης (γεν. 8 Μαρτίου 1913) επιστρατεύτηκε και ξεκίνησε από το Κουκάκι που έμενε τότε και πήγε στα βουνά της Ηπείρου. Στην πρώτη γραμμή του πυρός όταν οι Ιταλοί φασίστες επιχείρησαν την εισβολή στην πατρίδα μας.
Ο Αλέξανδρος πήρε μαζί του τα στοιχειώδη σύνεργα του ζωγράφου κι έτσι μπόρεσε να χαράξει με το μολύβι του αληθινά ζωντανά σκίτσα του πολέμου που του χρησίμευσαν αργότερα για να ζωγραφίσει τους γνωστούς πίνακες με σκηνές του ελληνοϊταλικού πολέμου.

Το ’40 επιστρατεύτηκαν και τα άλλα πέντε παιδιά του εμπόρου Δημητρίου Αλεξανδράκη. Του ανθρώπου που το 1907 αγόρασε την επιχείρηση υφασμάτων «Καριοφύλλη», στην οποία εργαζόταν, στην οδό Ερμού 27.

Η επιχείρηση μεγάλωσε και λειτουργεί μέχρι σήμερα έχοντας στο τιμόνι την Κατερίνα Ευτ. Αλεξανδράκη. Μάλιστα ως το 2017 ο πατέρας της Ευτύχιος Δ. Αλεξανδράκης, ένα από τα 6 αδέλφια, πήγαινε σε ηλικία 98 ετών κάθε μέρα στο κατάστημα. Το κατάστημα που ο ίδιος το έκανε διάσημο. Το κατάστημα που του έδωσε τη δυνατότητα να κάνει ένα μεγάλο δώρο και στον αδελφό του Αλέξανδρο αλλά και στον ελληνικό λαό.
Ο Ευτύχιος είχε καταγωγή από τη Χώρα της Αμοργού. Ο παππούς του Νικήτας Αλεξανδράκης ήταν δάσκαλος στο Δημοτικό Σχολείο της Χώρας. Ο Ευτύχιος σπούδασε στο Πανεπιστήμιο με υποτροφία από τη Μονή της Παναγίας Χοζοβιώτισσας, της Αμοργού και στη συνέχεια κράτησε το τιμόνι της επιχείρησης από το 1954.
Όταν πάτησε γερά στα πόδια του, ο Ευτύχιος πρότεινε στον αδελφό του Αλέξανδρο να αξιοποιήσει τα ξεχασμένα και παρατημένα στα συρτάρια του ατελιέ έργα του. Ήταν τα έργα με τα οποία αποτύπωσε το έπος του 1940.

Ο Αλέξανδρος γράφτηκε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (ΑΣΚΤ) το 1931 και σπούδασε ζωγραφική με δασκάλους τον Σπυρίδωνα Βικάτο και τον Ουμβέρτο Αργυρό και χαρακτική με τον Γιάννη Κεφαλληνό.
Μετά τον πόλεμο και κατά τη διάρκεια της Κατοχής κέρδισε το πρώτο βραβείο χαρακτικής σε διαγωνισμό της ΑΣΚΤ. Το 1950 έλαβε το πρώτο και το δεύτερο βραβείο σε διαγωνισμό αφίσας για το Σχέδιο Μάρσαλ και την επόμενη χρονιά το Α’ βραβείο αφίσας του ΕΟΤ.
Η φήμη του ξεπέρασε τα σύνορα της Ελλάδας. Συνεργάστηκε με το διάσημο Μουσείο Γκουγκενχάιμ και τη Βιβλιοθήκη της Γερουσίας των ΗΠΑ. Παράλληλα συμμετείχε σε πολλές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Το 1955 αποφάσισε να θέσει υποψηφιότητα για καθηγητής στην ΑΣΚΤ. Όπως πολύ σωστά καταλαβαίνετε, οι συνάδελφοί του που τον έκριναν …δεν τον εξέλεξαν! Αναμενόμενο! Τον τίμησαν δια της απόρριψης…
Έτσι ο Αλέξανδρος ασχολήθηκε με την εικονογράφηση του Αναγνωστικού της Ε’ Δημοτικού (το 1958), ενώ είχε …ξεχασμένα στο ατελιέ του 80 σκίτσα από το μέτωπο και 22 πολεμικούς πίνακες από την περίοδο εκείνη στα βουνά της Ηπείρου. Δεν υπολόγιζε την αξία τους.
***
Ευτυχώς τα αδέλφια του, ο έμπορος Ευτύχιος και ο διπλωμάτης Μενέλαος, τον έπεισαν – και τον βοήθησαν – να εκδώσει σε αφίσες και σε λεύκωμα τα ιστορικά του έργα.

Το Λεύκωμα «Έτσι πολεμούσαμε 40-41», κυκλοφόρησε το 1968, μόλις λίγους μήνες πριν το αδόκητο θάνατό του σε ηλικία 55 ετών, στις 13 Σεπτεμβρίου 1968. Τελευταίο έργο του που έμεινε ατελείωτο ήταν ένας πίνακας μεγάλων διαστάσεων για τη ναυμαχία του Γέροντα.
Στον πρόλογο του Λευκώματος ο Αλέξανδρος έγραψε: «Με το βιβλίο τούτο θέλησα να διηγηθώ τον πόλεμο με τον δικό μου τρόπο. Στην τέχνη μου με απασχόλησαν πολλά. Οι εικόνες, όμως, του μετώπου, και της υπεράνθρωπης προσπάθειάς μας στον συντριπτικά άνισο αγώνα, έρχονται και ξανάρχονται στη ζωγραφική μου σαν ανεξόφλητο χρέος».

Το Λεύκωμα, οι πίνακες (ελαιογραφίες) και τα σκίτσα φιλοξενούνται σήμερα στο Πολεμικό Μουσείο της Αθήνας.
Όπως …είναι αναμενόμενο στην Ελλάδα, η Ακαδημία Αθηνών μετά τον θάνατό του τον τίμησε για το έργο του στις 29 Δεκεμβρίου 1968, ενώ το 1980 η Εθνική Πινακοθήκη πραγματοποίησε μεγάλη αναδρομική έκθεση του έργου του.



