Σπύρος Ευαγγελάτος: Με τον Αμύντα για το όνειρο της επανάστασης αλλά με σεβασμό στην παράδοση

Του Παναγιώτη Μήλα

Τον σκηνοθέτη Σπύρο Ευαγγελάτο τον γνώρισα στο Θέατρο Κάβα, στην αρχή της οδού Σταδίου, αριστερά μετά τα Χαυτεία. Όταν ο Νίκος Χατζίσκος και η Τιτίκα Νικηφοράκη, άφησαν το Θέατρο αυτό, το πήρε ο Ευαγγελάτος για να στεγάσει το Αμφι-Θέατρό του. Εκεί παρουσίασε τα έργα που ως ερευνητής είχε ανακαλύψει μετά από …ανασκαφές στα σεντούκια της λογοτεχνίας.

Εκεί είδαμε έργα της μεσαιωνικής, αναγεννησιακής και μετα-αναγεννησιακής ελληνικής λογοτεχνίαςπαράλληλα με λιγότερα γνωστά έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Αρχικά εκεί και αργότερα στο γνωστό Αμφι-Θέατρο της οδού Ανδριανού, στην Πλάκα, παρακολουθήσαμε έργα όπως: Διγενής Ακρίτης Αγνώστου ποιητή του 12ου αιώνα, Ερωτόκριτος του Βιτσέντζου Κορνάρου, Ιφιγένεια εν Ληξουρίω του Πέτρου Κατσαΐτη, Φορτουνάτος του Μαρκαντώνιου Φόσκολου, Επιτρέποντες του Μενάνδρου, Ο Γουανάκος του Γιάννη Ψυχάρη, Ο Φιάκας του Μισιτζή, Το σακάκι που βελάζει του Στανισλάβ Στρατίεβ, Του Κουτρούλη ο γάμος του Ραγκαβή, Ο Χάσης του Δημητρίου Γουζέλη και πάρα πολλά άλλα που ο καθηγητής και σκηνοθέτης τα έβγαλε και πάλι στο φως.

Όμως ο Ευαγγελάτος δεν έπαψε ποτέ να ερευνά έστω κι αν αναγκάστηκε, από τα πρώτα χρόνια της κρίσης, να αποχωριστεί τη μόνιμη στέγη του. Έτσι φέτος παρουσιάζει για πρώτη φορά την κωμωδία του Γεωργίου Μορμόρη “Αμύντας”, την Παρασκευή 8 Ιουλίου 2016 στο Ηρώδειο στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Δυστυχώς μόνο για μία παράσταση αλλά με την ελπίδα θα δοθεί η ευκαιρία να την δούμε και πάλι ή στην Αθήνα ή σε άλλες θεατρικές σκηνές της περιφέρειας.

Το έργο τυπώθηκε ανώνυμα το 1745 στη Βενετία, ως ελεύθερη παράφραση στα ελληνικά της ομώνυμης κωμωδίας του μεγάλου Ιταλού ποιητή Τορκουάτο Τάσσο. Ωστόσο, ήταν ο Σπύρος Ευαγγελάτος εκείνος που πριν από χρόνια ανακάλυψε ότι πίσω από τον ανώνυμο συγγραφέα κρυβόταν ο Επτανήσιος ιατροφιλόσοφος και ποιητής από τα Κύθηρα Γεώργιος Μόρμορης (1720-1790).

Όπως αναφέρεται στο σημείωμα της παράστασης το έργο «εγκαινιάζει τις ονομαζόμενες “ποιμενικές κωμωδίες”, είδος δημοφιλές που διαδόθηκε στην πανευρωπαϊκή δραματουργία. Ξετυλίγεται σε δάση όπου κυκλοφορούν ερωτευμένοι βοσκοί, πρόβατα, παρθένες αμαζόνες, αλλά και άγρια ανύπαρκτα στην Ευρώπη θηρία, καθώς και μυθικά πρόσωπα όπως σάτυροι, δράκοι και θεοί του έρωτα. Το ελληνικό κείμενο ακτινοβολεί μια αίσθηση εφηβικής δροσιάς με γοητευτικό χιούμορ και συναρπαστική γλώσσα, ανάμειξη κοινής με ιδίωμα των Κυθήρων, ενώ δε λείπουν λόγια ή ψευδο-λόγια στοιχεία. Η όλη σύνθεση της παράστασης επιδιώκει να «φέρει» κάτι από τη γεύση του ονείρου, που άλλοτε θα ρέπει προς έναν ευμενή εφιάλτη και άλλοτε θα εκτινάσσεται προς μια ποιητική φάρσα».

Με αφορμή λοιπόν τον “Αμύντα” θυμήθηκα μια συνέντευξη που είχα κάνει μαζί του παλιότερα. Την συνέντευξη αυτή την περιόρισα λίγο μιας και αναφερόταν στον Οιδίποδα που ανέβασε πριν λίγα χρόνια στην Επίδαυρο. Ασφαλώς και σήμερα η συνομιλία μας εκείνη είναι το ίδιο φρέσκια σε ιδέες και γι αυτό πιστεύω οτι αξίζει να την διαβάσουμε…

Συναντηθήκαμε ένα μεσημέρι, πριν από την πρόβα, στο Αμφι-Θέατρο και στον χώρο που ήταν αφιερωμένος στην αξέχαστη αγαπημένη του, Λήδα Τασσοπούλου. Ήταν ένας χώρος που εξέπεμπε μόνο θετική ενέργεια. Αυτό θα το διαπιστώσετε κι εσείς διαβάζοντας όσα μας είπε.
Ο Σπύρος Ευαγγελάτος μας μίλησε με το πάθος του ανθρώπου που λες ότι για πρώτη φορά έρχεται αντιμέτωπος στη μάχη του πνεύματος. Πάντα με νεανική ορμή, έτοιμος και πάλι για την επανάστασή του.

Ποιους συναντήσατε στο τρίστρατο της ζωής σας;
– Είχα την τύχη στη ζωή μου και στο οικογενειακό και το επαγγελματικό περιβάλλον να αγαπήσω πολύ και να αγαπηθώ πολύ.
Όταν τη συναντήσατε τη σφίγγα, λύσατε το αίνιγμα;
– Δεν μου το έθεσε… Στη ζωή μου έταξα τον εαυτό μου στο λειτούργημα του σκηνοθέτη για να έχω την ευκαιρία να υπηρετώ κάποια πολύ μεγάλα κείμενα είτε είναι τραγωδίες, είτε είναι έργα του ευρωπαϊκού θεάτρου, είτε είναι όπερες γιατί είμαι άνθρωπος που λατρεύει τη μουσική. Λοιπόν, αυτός ήταν ένας άξονας που σφράγισε την όλη πορεία μου. Απόδειξη είναι τα 220 και πάνύσe γι αυτό πιστεύωtd-�ντήϵρι,�αι πο� όϷνται,�αι�στής είνα.1; Είχα τ έχορά�να�� εοινίσω από πολύ�νοαι21 ρεταν κ� ανό την πώ� τη μο�στεύωtd-�΃τία, το�«g>Φορτουνάτι± του�πάϺτου�αντώνιου Ύόσκολο ασε πανάλήόνια πώ� τ,ί μια�ορετική κωμωδία το�1655ύ.

– Ιουδεά,ν δουδεά,ν δουδεάε�.

– Πάντα�αι πολύ άικοι�νολι ήταν�εία δειά� όϷας. άικοα υϬ �ρ϶ουν�αρε, τεί και�μ΍ άικοι�ακ��μ΍�αρε, τεε�.

– εκεί�ντμ�αυ�νϬδραε.ς Ακ��μ΍ ήταν�ς λ� κ� υ Κατ϶έλ,ν ο>Νίκος�αζϳμιας και�υ ΔηήέτϷος�΀ε϶ράκος στη μουσικ,ω κι αυτός για πρώτη φορά και�σεβδίός�υ Μαϯτα Φοςα. Αυκή�ΓεωϮώθηκε μια���στ΁τική παράστασ.1; Δε�ντα�ξΉς γώ,α τοελ·����στεν Έτσ�άγράστηκε…�άλλ��� �ντα�δδνο� ένε�.

–�αλλά με σεβασμό στην παράδοσύ.

– επανάστασά με σεβασμό στην παράδοσυ, �ιόϿής είναυ α΃� υ� λκτό.υ Μνα επανάστασ�βόταν�εί·εται καειστϷς αρϾίζει νν�εί·εται κστ� στΉμένα. Αυτό δηιτουρλεί μια�φέα�ένϯ� δρασ,ί μια�φέα επανάστασ.ο Κθμε φορά�α επανάστασ�� σταϯ϶ρεται σϹής ΅ανάμεές της παράδοσος για να�φέρε» κάτι�νος. εκρίαρντο παράενιγμη είναι τ�τ϶έοής από ϵέ�«g�ευμε΀ί΁ει± του�α΃� ύολου� την Ϻρίτι τραγωδαν από τη�«g�φρέντιρι· όποϱ το γωε� κ� θες που κ� πρΌσωτεί Ͽι�νου πνεύμν στι έργ�εαυτό έρχετα�ησε ένα���στ΁τιμό ϵυβριβασμν, ε΅τός�ρισαγϳτιΎόν, με Ϲος ΀ριεύος που είναι�ν΁όνλες θ� όϷνϵές τη�ημητϹ� αρϾαος και που διθφέτουν�Ακ��μ΍�σύα��μ΍ και πρΌπκαεεί�σε ένα είδος ίάκος που�εί·εται καυ θσώί·εται με τη�ψήΆτο της Αθηιάς��Οφρένσης� πρΌπκαεεα να�τεάσεη αυϽές Ϲος ΀ριεύοϹ νν�εί΄ουν ευμε΃είς θ� όϷνϵέϱ για την � όπς� πϬιγμ�στο � πίτο εϹετϳυχάνει ε/>Wα�έν� αλλιγμότι για την � όπ.ο Κί΄ουν�α��ος,α κά΄ουν�ουσέες και ε� έρχεται�α���στ΁τιμυς συβριβασμας και αυϽέϹ κσϱβΚυίάζονται στην ΄στική η�, ως ΅ανάμεές τηϽ ε� λοίνας ϵια.�είναυ�ς παράδοσ όποϱ Ϸεν ·σεη ανεγηυ�ς έρωϿ� ποϯτα γι�� να σταϯ϶ρεται με ΄ερ�Απόει΍.
W72υ είχίτε μαζί�αος και�τεν�γιϭργ�g�νατσα, ω�στεύωt�γράρο και�τεν�α.�.ς ΍ερ�, ως μετάφραυκα. Τοας�ρχεϵς και σήμερα μαζα. Τ�ητρίε αυτό�υί·΁Ͼίζεε…

–�ρ϶οϼσε ΄οεέύψεα πολνές φοϭος μαζα. Με τον�νατσι πάνύ απ�80ς φοϭος�ται με τον ΍ερ�,�εκρΌπο�15ε�.

–�Ασφαλώα, ρτμιότεϿς�ται μν� αλαιγμένα.�ιότν όκοι είχην σϼιβάεαι με αυτή τηα���στ΁τική παράστασ.1;�νέβγια υϬ �ρϵσ΂�ται�