Η Απολογία της Εύας
Ήταν σάπιο το μήλο, σάς λέω,
θα ‘πεφτε μονάχο του.
(Κώστας Μόντης)
Ο Κώστας Μόντης (18 Φεβρουαρίου 1914 – 1η Μαρτίου 2004) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Ελληνοκύπριους ποιητές και συγγραφείς. Καταγόταν από την Κύπρο.
Γεννήθηκε το 1914 στην κατεχόμενη σήμερα Αμμόχωστο, παιδί του Θεόδουλου Μόντη και της Καλομοίρας Μπατίστα. Στα 18 του έφυγε για την Αθήνα για να σπουδάσει νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Επέστρεψε στην Κύπρο το 1937. Συνέβαλε στον Κυπριακό Απελευθερωτικό Αγώνα (1955-59) συμμετέχοντας ως πολιτικός καθοδηγητής των μελών της ΕΟΚΑ.
Ο Κώστας Μόντης ήταν αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Ποιητής, μυθιστοριογράφος και συγγραφέας θεατρικών έργων, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συγγραφείς του 20ου αιώνα και συγκεκριμένα της μεταπολεμικής περιόδου. Πολλά από τα έργα του έχουν μεταφρασθεί στα Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ιταλικά, Ολλανδικά, Σουηδικά, Ρωσικά και σε άλλες γλώσσες. Το 1980 τιμήθηκε με τον τίτλο του «δαφνοστεφούς ποιητή» (Poet Laureate) από την Παγκόσμια Ακαδημία Τεχνών και Πολιτισμού. Το 1984 προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ. Το 1997 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κύπρου. Ανάλογη τιμή δέχτηκε από το Πανεπιστήμιο Αθηνών το 2001.

Συγγραφέας πολυγραφότατος, βαθιά προβληματιζόμενος για το παρόν και το μέλλον της ιδιαίτερής του πατρίδας, της Κύπρου. Πολλά από τα έργα του αναφέρονται στον αγώνα των Κυπρίων για απελευθέρωση από την Αγγλία και ένωση με την Ελλάδα, την πορεία της νήσου μετά την Ανεξαρτησία, με σημαντικό σταθμό την Τουρκική Εισβολή και την έκτοτε κατοχή του 1/3 της Κύπρου.
Μερικά από τα γνωστότερά του έργα είναι το “Γράμμα στη Μητέρα”, “Στιγμές”, μία νουβέλα για τον απελευθερωτικό αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. (1955-59), “Ο Αφέντης Μπατίστας”, ένα ιστορικοαυτοβιογραφικό μυθιστόρημα το οποίο κέρδισε το πρώτο βραβείο μυθιστορήματος στην Εθνική Εταιρεία Ελλήνων Συγγραφέων της Κύπρου κ.ά.
Ο μουσικοσυνθέτης Μάριος Τόκας, προσωπικός φίλος του ποιητή και επίσης καταγόμενος από την Κύπρο, μελοποίησε μερικά από τα έργα του Κώστα Μόντη αναφερόμενα στην τουρκική εισβολή του 1974.
Το έτος 2014 ανακηρύχθηκε στην Κύπρο έτος Μόντη, σύμφωνα με την αλληλογραφία που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Φιλελεύθερος” από το Μιχάλη Πασιαρδή και τον Υπουργό Παιδείας Και Πολιτισμού της Κύπρου Κυριάκο Κενεβέζο. Η δεύτερη επιστολή του Πασιαρδή δημοσιεύτηκε 17 Ιανουαρίου 2014.
Χρονολόγιο
1914 — Γέννηση του Κώστα Μόντη στην Αμμόχωστο στις 18 Φεβρουαρίου. Είναι το έκτο και τελευταίο παιδί του Θεοδούλου Μόντη και της Καλομοίρας Μπατίστα. Ο πατέρας του είναι κυβερνητικός υπάλληλος από τη Λάπηθο. Η μητέρα του είναι απόγονος παλιάς ενετικής οικογένειας από την Αμμόχωστο.
•1915 — Ο Θεόδουλος Μόντης μετατίθεται στη Λεμεσό.
•1919 — Ο Θεόδουλος Μόντης μετατίθεται στη Λάρνακα. Ο μικρός Κώστας φοιτά στο Νηπιαγωγείο Καλογερά και μετά στην Αστική Σχολή Σκάλας (Λάρνακας).
•1922 — Ο αδελφός του Γιώργος Μόντης, τρίτο παιδί της οικογένειας, πεθαίνει από φυματίωση σε ηλικία 21 ετών, και μόλις τρεις εβδομάδες μετά πεθαίνει και ο αδελφός του Νίκος, τέταρτο παιδί της οικογένειας, από λευχαιμία σε ηλικία 16 ετών.
•1926 — Η Καλομοίρα πεθαίνει από φυματίωση, και όλη η οικογένεια εγκαταλείπει τη Λάρνακα και εγκαθίσταται στη Λευκωσία. Ο Θεόδουλος Μόντης αφυπηρετεί. Ο Κώστας Μόντης φοιτά στην πρώτη τάξη της Ελληνικής Σχολής Μόρφου, όπου διδάσκει ο γαμπρός του Κώστας Συλβέστρος, σύζυγος της μεγαλύτερης αδελφής, Ειρήνης (Ειρηνιάς).
•1927 — Ο Κώστας Μόντης επιστρέφει στη Λευκωσία και φοιτά στο Παγκύπριο Γυμνάσιο (Κεντρικό).
•1930 — Ο Θεόδουλος Μόντης πεθαίνει από καρκίνο.
•1931 — Συμμετέχει στην εξέγερση του Οκτωβρίου του 1931.
•1932 — Αποφοιτά από το Παγκύπριο Γυμνάσιο, και φεύγει για την Αθήνα, όπου εγγράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Συγχρόνως εργάζεται ως ανταποκριτής της Κυπριακής εφημερίδας Ελευθερία με το ψευδώνυμο Κώστας Άλκιμος.
•1937 — Τον Νοέμβριο παίρνει το πτυχίο του και γυρίζει στην Κύπρο. Δεν μπορεί, όμως να εργαστεί ως δικηγόρος διότι, μετά τα Οκτωβριανά, η Αγγλική αποικιακή κυβέρνηση της Κύπρου έχει απαγορεύσει στους δικηγόρους που έχουν σπουδάσει στην Ελλάδα να ασκήσουν το επάγγελμά τους.
•1938 — Τον Μάιο αρχίζει να εργάζεται στο Λογιστήριο της Ελληνικής Μεταλλευτικής Εταιρείας (ΕΜΕ) στη Λευκωσία.
Τον Ιούνιο μετατίθεται ως προϊστάμενος στα γραφεία της εταιρείας στα μεταλλεία του Μιτσερού.
Τον Ιούλιο μετατίθεται ως προϊστάμενος στα γραφεία της εταιρείας στα μεταλλεία της Καλαβασού. Συγχρόνως στέλλει ανταποκρίσεις στην Ελευθερία για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ζουν οι εργάτες των μεταλλείων.
•1939 — Μετατίθεται στη Λευκωσία ως υποδιευθυντής στο τμήμα προμηθειών της ΕΜΕ.
•1940 — Τα μεταλλεία κλείνουν εξ αιτίας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Κώστας Μόντης αρχίζει να διδάσκει στην Εμπορική Σχολή που έχει ιδρύσει ο Κώστας Συλβέστρος στη Μόρφου.
•1942 — Επιστρέφει και εγκαθίσταται στη Λευκωσία. Με συνεργάτες τον Αχιλλέα Λυμπουρίδη και τον Φοίβο Μουσουλίδη ιδρύει το Λυρικό, το πρώτο επαγγελματικό θέατρο στην Κύπρο.
Ο Κώστας Μόντης αρραβωνιάζεται την αγαπημένη του, την 19χρονη Έρση Κωνσταντίνου, κόρη του Παντελή και της Μαρίας (το γένος Γαβριηλίδη) Κωνσταντίνου από τη Μόρφου.
•1944 — Το Λυρικό κλείνει, και ο Κώστας Μόντης επιστρέφει στη θέση του στην Εμπορική Σχολή. Μαζί με τον Φοίβο Μουσουλίδη εκδίδει το θεατρικό και λογοτεχνικό περιοδικό Το Θέατρο (μέχρι το 1946).
•1946 — Στις 24 Φεβρουαρίου τελείται ο γάμος του Κώστα Μόντη και της Έρσης Κωνσταντίνου στην εκκλησία της Φανερωμένης στη Λευκωσία.
Διορίζεται στο Κυπριακό Εμπορικό Επιμελητήριο ως εκδότης του περιοδικού The Cyprus Chamber of Commerce Journal.
Εκδίδει την εφημερίδα Ελευθέρα Φωνή (μέχρι το 1947).
Γέννηση του πρώτου παιδιού, του Θεόδουλου.
•1948 — Ο Κώστας Μόντης διορίζεται συντάκτης στην εφημερίδα Έθνος.
•1949 — Γέννηση του δεύτερου παιδιού, του Μάριου.
•1950 — Η αδελφή του ποιητή Ελέγκω, δεύτερο παιδί της οικογένειας Θεοδούλου Μόντη, πεθαίνει από καρκίνο σε ηλικία 47 ετών.
Ο Κώστας Μόντης διορίζεται γενικός γραμματέας της Εμποροβιομηχανικής Ομοσπονδίας Κύπρου.
•1953 — Εκδίδει το Cyprus Trade Journal στα Ελληνικά και Αγγλικά.
Γέννηση του τρίτου παιδιού, του Λέλλου.
•1954 — Η αδελφή του ποιητή Χρυστάλλα, πέμπτο παιδί της οικογένειας, πεθαίνει από αδράνεια των εντέρων σε ηλικία 42 ετών.
•1955 — Ο Κώστας Μόντης συμμετέχει στον Απελευθερωτικό Αγώνα του 1955-1959 ως πολιτικός καθοδηγητής των μελών της ΕΟΚΑ.
•1956 — Γέννηση του τέταρτου και τελευταίου παιδιού, της Στάλως.
•1961 — Ο Κώστας Μόντης διορίζεται Διευθυντής του Τουρισμού.
•1976 — Αφυπηρετεί από τη θέση του.
•1983 — Η αδελφή του ποιητή Ειρήνη, πρώτο παιδί της οικογένειας του Θεοδούλου και της Καλομοίρας Μόντη και σύζυγος του Κώστα Συλβέστρου, πεθαινει σε ηλικία 83 ετών.
•2004 — Θάνατος του Κώστα Μόντη στη Λευκωσία την 1η Μαρτίου στην ηλικία των 90 ετών.

Κώστας Μόντης «Νύχτες»
Καλά, θ’ απορροφήσουν κάτι από την έγνοια σου
η μέρα, η κίνηση, η δουλειά σου, οι φίλοι,
και θα μπορέσεις ύστερα να πας
σε κάνα θέατρο ή κέντρον ή όπου αλλού.
Όμως όταν τελειώσουν όλα
τα θέατρα και τα κέντρα κλείσουν,
και πουν οι φίλοι καληνύχτα,
και πρέπει να γυρίσεις πια στο σπίτι, τι θα γίνει;
Το ξέρεις πως σκληρή, αδυσώπητη
σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια,
Θα ‘σαι μονάχος.
Και τότες θα λογαριαστείτε.
Θες ή δε θες θα μπουν κάτω όλα, να λογαριαστείτε.
Θα ‘σαι μονάχος
κι ανυπεράσπιστος απ’ τα θέατρα και τα κέντρα,
κι απ’ τη δουλειά σου και τους φίλους.
Σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια.
Θά ‘ρθεις, δεν γίνεται. Είν’ τόσο σίγουρη γι’ αυτό, και περιμένει.
Είναι στο σπίτι και σε περιμένει.
Από τη συλλογή «Τα τραγούδια της ταπεινής ζωής» (Λευκωσία 1954)

Στίχοι και αποφθέγματα
«Σκέφτομαι τι κακό όνομα θα ‘χουμε βγάνει στο σύμπαν. Θ’ ακούν “γήινος” και θα κουμπώνονται» – Κώστας Μόντης
Μην επωφεληθήτε του σκότους,
μην καταδεχθήτε να επωφεληθήτε του σκότους.
Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 7.
Είναι πάντα φρονιμότερο να σηκώνουμε εμείς τις κουρτίνες πριν τις σηκώσουν οι άνεμοι!
Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 7.
Είν’ αρκετό να πούμε όλοι
από μια φορά στη ζωή μας
ένα «όχι».
Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 8.
Τι είν’ αυτό το «αιωνία η μνήμη»,
ποιος σάς το ζήτησε;
Αφήστε τον άνθρωπο να ξεχαστεί!
Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 8.
Περίεργο πράγμα η καρδιά.
Όσο τη σπαταλάς τόσο περισσότερη έχεις.
Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 12.
Αυτό που τώρα δε μας γνωρίζει
οληνύχτα οργίαζε μέσα μας.
Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 24.
Μπορεί πραγματικά αυτά να εννοούσαμε
όμως οι λέξεις τι είπαν,
όμως οι λέξεις όταν πήραν την εξουσία στα χέρια τους τι είπαν;
Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 24.
Πόση πτώση άραγε μας μένει ως την κορφή;
Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 37.
Με πόση απουσία παριστάμεθα,
με πόση απουσία παρακολουθούμε προσεχτικά!
Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 55.
Μέρα παρά μέρα σε θυμάμαι,
μέρα παρά μέρα σε ξεχνώ!
Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 133.
Θα προσπαθήσω να τα πω
χωρίς ημί, χωρίς υπό.
Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 143.
Μας σκότωσαν τους αρχηγούς
κι επιστρέφουμε ακέφαλοι
μ’ οδηγό (τι να κάναμε;) ένα γραφιά.
Όμως η αλήθεια είναι πως αυτοί οι γραφιάδες
ξέρουν να βρίσκουν τη θάλασσα.
«Κάθοδος των Μυρίων». Εξ ιμερτής Κύπρου, 1969. Αλέξανδρος Αργυρίου, Η ελληνική ποίηση. Ανθολογία-Γραμματολογία: Νεωτερικοί ποιητές του Μεσοπολέμου. Εκδόσεις Σοκόλη, 1979. 428.
Μη μου χτυπάς. Ξέρω.
«Προς καρδίαν», Ι. Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 87.
Δεν είχες τίποτα να πεις, κύριε.
Γιατί ηνώχλησες τις λέξεις,
γιατί τις ηνώχλησες;
«Προς ποιητήν». Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 28.
Γιατί τόσα Μνημεία στον Άγνωστο Στρατιώτη
κι ούτ’ ένα στον Άγνωστο Άνθρωπο;
Εμείς πού θα βάνουμε τα στεφάνια μας;
«Στιγμές». Κώστας Μόντης, Ανδρέας Χριστοφίδης, Κυπριακή ανθολογία. Alvin Redman Hellas, 1965. 288.
Όπου δεν πέφτει φως είναι σκοτάδι,
μα όπου δεν πέφτει σκοτάδι δεν είναι φως.
«Στιγμές». Κώστας Μόντης, Ανδρέας Χριστοφίδης, Κυπριακή ανθολογία. Alvin Redman Hellas, 1965. 288.

Όλα όσα ζήσαμε,
όλα όσα αγαπήσαμε,
όλα όσα είπαμε δικά μας,
θα επαναλαμβάνουνται στην απουσία μας
μ’ άλλους να τα ζουν,
άλλους να τ’ αγαπούν,
άλλους να τα λεν δικά τους.
«Στιγμές». Κώστας Μόντης, Ανδρέας Χριστοφίδης, Κυπριακή ανθολογία. Alvin Redman Hellas, 1965. 290.
Ποιο «κράτος», κύριοι, ποιο «κράτος»;
Σ’ αλλεπαλλήλους σωρούς «κρατών» πατάμε.
Δεν καταλαβαίνετε πως με τεχνητά μέσα
κρατάμε την Ιστορία στη ζωή;
«Στιγμές». Κώστας Μόντης, Ανδρέας Χριστοφίδης, Κυπριακή ανθολογία. Alvin Redman Hellas, 1965. 290.
Σκέψου πως δε μας έμεινε άλλο όνειρο
παρά να βγούμε από μια πόρτα.
«Στιγμές». Κώστας Μόντης, Ανδρέας Χριστοφίδης, Κυπριακή ανθολογία. Alvin Redman Hellas, 1965. 293.
Καλή η λευτεριά, πρώτη η λευτεριά,
μα σου ’χει κάποτε μια σκλαβιά,
σου ’χει μια σκλαβιά!
«Στιγμές». Κώστας Μόντης, Ανδρέας Χριστοφίδης, Κυπριακή ανθολογία. Alvin Redman Hellas, 1965. 499.
Κι ένα μνημείο στον Ακούσιο Στρατιώτη, κύριοι,
ένα μνημείο στο στρατιώτη που ακούσια πολέμησε,
που ακούσια σκότωσε,
που ακούσια σκοτώθηκε.
«Στιγμές». Κώστας Μόντης, Ανδρέας Χριστοφίδης, Κυπριακή ανθολογία. Alvin Redman Hellas, 1965. 500.

2014 «Έτος Μόντη»: Ο παππούς μου ο Κώστας Μόντης
29/12/2014 – Πηγή: www.parathyro.com

Μια συνομιλία του Κώστα Μόντη, εγγονού του ποιητή και εκτελεστικού διευθυντή του Ιδρύματος Μόντη, με τις μαθήτριες της Αγγλικής Σχολής Λευκωσίας Μελίνα Ανδρέου, Ξένια Καντούνα, Μικαελένα Κόκκινου, Αγνή Κούλλα και Ελευθερία Στυλιανού*
Λίγο πριν από την εκπνοή του 2014, το οποίο ορίστηκε ως «Έτος Μόντη» καθώς συμπληρώθηκαν φέτος 100 χρόνια από τη γέννηση και δέκα από τον θάνατο του ποιητή, ο εγγονός του Κώστα Μόντη, συνονόματος του ποιητή και ιδρυτής του Επιστημονικού, Πολιτιστικού και Κοινωφελούς Ιδρύματος Κώστας Μόντης, μιλά για τις αναμνήσεις από τον παππού του αλλά και τους στόχους του ιδρύματος.
Θα αρχίσουμε με μια γενική και μάλλον αναμενόμενη ερώτηση: ως εγγονός του Κώστα Μόντη στις παιδικές σας αναμνήσεις θα είναι έντονη η παρουσία του. Υπάρχει κάτι που νιώθετε ότι σας έχει σημαδέψει;
* Ο παππούς μου ήταν ένας πολύ στοργικός, ήρεμος και γεμάτος αγάπη άνθρωπος. Νόμιζες ότι ήξερε τα πάντα, ότι μπορούσε να επιληφθεί όλων των καταστάσεων. Αυτό που πραγματικά νιώθω ότι με σημάδεψε είναι η ειλικρίνεια και η αγάπη του, ένιωθες ότι αγαπούσε όλο τον κόσμο. Επίσης, η ασφάλεια που μου δημιουργούσε. Μου έγραψε κάποτε, όταν ήμουν μικρός, ένα ποίημα: «Προς το εγγονάκι μου Κώστα:/ Όταν μια μέρα δεν με βρεις στην αυλόπορτα του σχολείου να σε περιμένω / να ξέρεις πως δεν θα με ξαναβρείς». Ο παππούς μου δεν μου έταξε ποτέ κάτι και να μην το κάνει ή τουλάχιστον να μην κάνει τα αδύνατα δυνατά για να το κάνει. Ως παιδί, ήξερα ότι δεν υπήρχε πιθανότητα να μην έρθει να με πάρει από το σχολείο, ήταν πάντα εκεί πριν από μένα, πριν καν χτυπήσει το κουδούνι… Όταν ξαναδιαβάζω, τώρα που μεγάλωσα, το ποιηματάκι αυτό, ξέρω ότι το μήνυμα είναι «δεν θα σε απογοητεύσω ποτέ». Είναι πολύ σημαντικό για ένα παιδί να νιώθει αυτή την ασφάλεια και εγώ μπορώ να πω ότι είναι κάτι που πήρα από τον παππού.
– Υπάρχει το στερεότυπο ότι ο μεγάλος δημιουργός είναι ένας μοναχικός άνθρωπος, πλήρως απορροφημένος από την τέχνη του, ο οποίος δεν μπορεί να ασχολείται με την οικογένεια και τα προβλήματα της καθημερινότητας. Ο Μόντης αντιθέτως και μέσα από συνεντεύξεις του και στην ποίησή του προβάλλει την εικόνα ενός αφοσιωμένου οικογενειάρχη.
* Ο Μόντης ως ποιητής ήθελε όντως να απομονώνεται και σε αυτό βοήθησε πολύ και η γιαγιά, η οποία κατανοούσε την ανάγκη του να μένει μόνος στα βιβλία του, να κάνει τους περιπάτους του ή απλώς να κάθεται στην τζαμαρία του και να σκέφτεται. Αλλά δεν μπορώ να πω ότι ήταν απορροφημένος αποκλειστικά και μόνο στην τέχνη του. Ήθελε να περνά χρόνο με τα παιδιά και τα εγγόνια του. Η οικογένεια ήταν πολύ σημαντική για τον Μόντη, ίσως γιατί είχε στερηθεί πολύ νωρίς τη δική του οικογένεια. Ένιωθε πολύ ευτυχισμένος στις οικογενειακές συνάξεις και τις επεδίωκε. Θεωρώ ότι για εκείνον το μεγαλύτερο επίτευγμα της ζωής του ήταν η οικογένεια.
– Αρκετά ποιήματα αναφέρονται στην τουρκική εισβολή του 1974. Πώς βίωσε ο άνθρωπος Κώστας Μόντης την εμπειρία του πολέμου και της προσφυγιάς;
* Εμένα πολλές φορές μου μιλούσε για την εισβολή και έκλαιγε. Η εμπειρία αυτή τον πλήγωσε βαθιά και φαίνεται στα σχετικά ποιήματα. Μια φορά μου είχε πει ότι για να μεταδώσεις ένα συναίσθημα, πρέπει εσύ πρώτα να το νιώσεις 1.000 φορές περισσότερο. Στην ποίηση του Μόντη υπάρχει διάχυτος ο πόνος της προσφυγιάς και της αδικίας και ο λόγος του εκπροσωπεί όλους μας: τη μάνα του αγνοουμένου, το παιδί του πεσόντα, τον πρόσφυγα που έχασε τα πάντα. Ο καλύτερος τρόπος για έναν ξένο να βιώσει τον πόνο της Κύπρου είναι νομίζω μέσα από την ποίηση του Μόντη.
Πάντως φαίνεται ότι αγαπούσε πολύ την Κύπρο και μάλιστα είχε το χάρισμα να εκφράζει την αγάπη του για τον τόπο του χωρίς να προκαλεί.
Κανένας αγνός πατριώτης δεν προκαλεί, όταν εκφράζει την αγάπη του για τον τόπο του. Για να γράψει κάποιος ποίηση, πρέπει να ξεπεράσει τα πάθη του και να αποστασιοποιηθεί. Γι’ αυτό πιστεύω ότι δεν μπορούν να υπάρχουν δεξιοί και αριστεροί ποιητές. Οι ποιητές δεν μπαίνουν σε καλούπια. Ο παππούς μου είναι γνωστό ότι αποστρεφόταν τη στρατευμένη ποίηση. Η ποίηση εκφράζει την ψυχή του ποιητή, γι’ αυτό και δεν προκαλεί, απλώς υποβάλλει συναισθήματα. Πράγματι, ο Μόντης αγαπούσε πολύ την Κύπρο και αυτό φαίνεται ακόμα περισσότερο στα κυπριακά του ποιήματα. Νομίζω μάλιστα ότι στα κυπριακά, «στη γλώσσα που πρωτομίλησα», όπως το όρισε ο ίδιος, έγραψε και την καλύτερή του ερωτική ποίηση.
– Στο ποίημα του «Έλληνες ποιητές» αναφέρεται στη δυσκολία του να είσαι Έλληνας ποιητής, αλλά ταυτόχρονα θεωρεί τη χρήση της ελληνικής γλώσσας ως το αντιστάθμισμα για όλα. Εσείς που δεν είστε ποιητής και ενδεχομένως να βλέπετε το θέμα λιγότερο συναισθηματικά, τι νομίζετε; Θα ήταν ευρύτερη η απήχηση του Μόντη, αν έγραφε σε μια πιο διαδεδομένη γλώσσα, όπως, ας πούμε, τα αγγλικά;
* Σίγουρα είναι πιο εύκολο να γίνει γνωστός ένας ποιητής που γράφει στα αγγλικά παρά ένας ποιητής που γράφει στα ελληνικά, αλλά είναι και μεγάλη πρόκληση για έναν ποιητή να γράφει στα ελληνικά κι αυτό ακριβώς λέει και ο Μόντης στο ποίημα αυτό. Στα ελληνικά έγραψε και ο Όμηρος και οι μεγάλοι λυρικοί του 6ου αιώνα π.Χ. και ο Διονύσιος Σολωμός. Κάθε ποιητής που γράφει ελληνικά έχει την ευθύνη να προσθέσει σε αυτή την τεράστια πολιτιστική κληρονομιά. Ίσως κάποιες φορές να ένιωθε λίγο αδικημένος από απόψεως αναγνωρισιμότητας, θα ήταν ανθρώπινο άλλωστε, όμως ήταν πάντα περήφανος που ήταν ένας Έλληνας ποιητής.
– Αλλά υπάρχουν και οι μεταφράσεις που διευκολύνουν τη διάδοση του έργου ενός ποιητή. Σε ποιο βαθμό έχει μεταφραστεί ο Μόντης σε ξένες γλώσσες;
* Η μετάφραση σίγουρα διευκολύνει τη διάδοση του έργου ενός ποιητή και ένας από τους σκοπούς του Ιδρύματος Κώστας Μόντης είναι και η προώθηση των μεταφράσεων, έτσι ώστε να μπορέσει να μελετηθεί και από ξένους μελετητές. Η αλήθεια είναι ότι άργησε πολύ να μεταφραστεί και ούτε έχει ακόμα μεταφραστεί αρκετά. Υπάρχουν κάποιες μεταφράσεις στα αγγλικά, στα γαλλικά, στα ισπανικά, όμως δεν έχει μεταφραστεί το σύνολο του ποιητικού του έργου. Πιστεύω ότι, εάν είχε μεταφραστεί περισσότερο, ίσως να έπαιρνε και το Νόμπελ, πράγμα που θα βοηθούσε πολύ τον τόπο μας.
– Το Ίδρυμα Κώστας Μόντης ιδρύθηκε το 2012. Ποια πρωτοβουλία οδήγησε στην ίδρυσή του και ποιοι είναι οι βασικοί σκοποί του;
* Θεωρώ ότι χρειαζόταν ένα ίδρυμα που να στελεχώνεται από ανθρώπους που να αγαπούν την ελληνική παιδεία και τον ποιητή. Ιδρύθηκε αρχικά με μια πρωτοβουλία δική μου, όμως και με την πολύτιμη συνεργασία αρκετών ανθρώπων του πνεύματος, πανεπιστημιακών, όπως o Πέτρος Παπαπολυβίου και ο Παντελής Βουτουρής, αλλά και Κυπρίων ποιητών, όπως η Κλαίρη Αγγελίδου και η Ελένη Θεοχάρους. Όταν δημιουργήθηκε το ίδρυμα είχαμε μαζί μας και τον μακαρίτη τον Αντρέα Παστελλά, έναν από τους μεγαλύτερους και πιο αδικημένους, κατά τη γνώμη μου, ποιητές. Όλοι μοιραζόμαστε το ίδιο όραμα και δημιουργήσαμε αυτό το σώμα με σκοπό την προώθηση του έργου του Μόντη αλλά και της ελληνικής παιδείας γενικότερα.
– Το ίδρυμα, εκτός από «επιστημονικό» και «πολιτιστικό», χαρακτηρίζεται και «κοινωφελές». Με ποια έννοια «κοινωφελές»; Με την έννοια της δημόσιας παροχής γνώσης ή υπάρχει κάτι πιο συγκεκριμένο στα σχέδιά του, όπως η θέσπιση κάποιων υποτροφιών;
* Σίγουρα υπάρχει αυτό στα σχέδιά μας. Θέλουμε μέσα στα επόμενα χρόνια να θεσπίσουμε κάποιες υποτροφίες και να χρηματοδοτήσουμε ίσως κάποιες διατριβές που θα αφορούν το έργο του Κώστα Μόντη. Επίσης φιλοδοξούμε να ιδρύσουμε μια έδρα Μόντη σε κάποιο πανεπιστήμιο του εξωτερικού, η οποία θα προωθεί τις ελληνικές σπουδές.
* Επιμέλεια: δρ Εύα Πολυβίου, καθηγήτρια Ελληνικών

Από το «Τρίτο Γράμμα στη Μητέρα» – του Κώστα Μόντη

Την περιμέναμε μέσ’ απ’ τους καπνούς
και τις φλόγες της κοιλάδας των Κέδρων,
Την περιμέναμε απ’ το ξάγναντο του Τρίπυλου,
την περιμέναμε βουτηγμένοι ως το λαιμό
στη θάλασσα της Κερύνειας,
συγκρατούσαμε το ξεψύχισμά μας να μας προφτάξει.
Φυλλομετρούσαμε την Ιστορία της.
Φυλλομετρούσαμε σαν ευαγγέλιο την Ιστορία της
-«να εδώ κ’ εδώ κ’ εδώ»-
και την περιμέναμε,
κι «όχι, δεν μπορεί να μην έρθει», λέγαμε
κι «όχι, δεν γίνεται να μην έρθει», λέγαμε
κι όπου να’ ναι άκου την με τους Σπαρτιάτες της
και τα «Υπό σκιάν» και τα «Μολών λαβέ» και τον «Αέρα»,
κι όπου να’ ναι άκου την!
Και πραγματικά μια νύχτα έφτασε το μήνυμα πως η Ελλάδα ήρθε.
Τι νύχτα ήταν εκείνη, μητέρα,
τι αντίλαλος ήταν εκείνος,
τι βουητό ήταν εκείνο που σάρωσε το νησί!
Αγκαλιαστήκαμε κλαίγοντας και πηδούσαμε
και φιλιόμαστε και νοιώθαμε ρίγη να μας περιλούουν
και τα στήθια μας φούσκωναν να διαρραγούν
κ’ η καρδιά μας χτυπούσε να της ανοίξουμε να βγει.
οι χαροκαμένοι ξέχασαν τα παιδιά τους
και τους αδελφούς και τους πατέρες
κ’ έκλαιγαν για την Ελλάδα πια,
κ’ έχασκαν μ’ ένα γελόκλαμα.
Κ’ έλεγαν οι δάσκαλοι «Είδατε;»
Και λέγαμε όλοι «Είδατε;»
Ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε ως το βυθό
ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε πέρα απ’ το βυθό,
ώσπου την άλλη μέρα βούλιαξε το Τρίπυλο,
ώσπου την άλλη μέρα πισωπάτησε
σιωπηλό το Τρόοδος να βρει βράχο να καθίσει,
ώσπου την άλλη μέρα γούρλωσε τα μάτια η Αίπεια,
ώσπου την άλλη μέρα γούρλωσαν τα μάτια οι Σόλοι και το Κούριο
κ’ οι αγχόνες της Λευκωσίας
γιατί η Ελλάδα δεν ήρθε,
γιατί ήταν ψεύτικο το μήνυμα,
ψέμα η Ελληνική μεραρχία στην Πάφο,
γιατί μας είπαν ψέμα οι ουρανοί και ψέμα οι θάλασσες
και ψέμα τα χελιδόνια και ψέμα η καρδιά
και ψέμα οι Ιστορίες μας,
ψέμα, όλα ψέμα.
Είχε λέει, άλλη δουλειά η Ελλάδα,
κάτι πανηγυρισμούς,
κ ήμαστε και μακριά και δεν μπορούσε, λέει,
λυπόταν, δεν το περίμενε,
ειλικρινά λυπόταν,
ειλικρινά λυπόταν πάρα πολύ.
Κ’ οι δάσκαλοί μας έσκυψαν ντροπιασμένοι,
και τα «Εγχειρίδια» έσκυψαν ντροπιασμένα
κ’ οι δάσκαλοί μας τρέμουν τώρα πια,
και τα «Εγχειρίδια» τρέμουν τώρα πια
όσο πλησιάζουν τα περί Θερμοπυλών και τα περί Σαλαμίνος…
Δεν κάνω ποίηση, μητέρα,
έχω αντίγραφα.

Μια ασήμαντη φτωχογειτονιά
Πέρασε δυο φορές η Ιστορία, τρεις φορές,
και δε βρήκε τίποτα να σημειώση. [ΑΠ.Α΄1, 215]
Δεν ξέρω αν θα διευθετήσουν
νάχουμε ποδοσφαιρική συνάντηση την προσεχή Κυριακή
ή πόλεμο. [ΑΠ.Α΄1, 253]
* Ο θλιμμένα αισιόδοξος ποιητής Κώστας Μόντης αποκαλύπτει τη δύναμη και τη χαρά που μπορεί να αντλήσει ο άνθρωπος από απλά, καθημερινά και φαινομενικά ασήμαντα πράγματα.

Και τι θα γίνει τώρα,
θα σχίσουμε τα παλιά μας τετράδια
που ‘ταν γεμάτα χρωματιστή «Ένωση»,
θα σχίσουμε τα παλιά μας σχολικά τετράδια
που ‘ταν γεμάτα «Ένωση» διακοσμημένη με γιασεμιά και
λεμονανθούς και μαργαρίτες,
θα σχίσουμε τα παλιά αναγνωστικά των παιδιών μας
με τις ελληνικές σημαίες,
θα πετάξουμε τ’ αγαπημένο αναμνηστικό σκουφί του Γυμνασίου
με την «Ένωση» στο γείσο,
θα πετάξουμε το χάρακά τους
και την τσάντα και τη μπάλα και το ποδήλατο
που ‘γραφαν «Ένωση»;
Αλήθεια, πέστε μου, τι θα γίνει τώρα;
(Κύπρος, 1974-1976, Β, 605)
Δεν ήρθαν
Δεν ήρθαν οι θεατές που περιμέναμε,
δεν ήρθαν οι θεατές που περίμεναν τ’ αναμμένα φώτα
και ματαιώθηκε η παράσταση
και καθήσαμε μονάχοι στην πλατεία
τριγυρισμένοι απ’ τ’ άδεια καθίσματα
με πολλή κατάθλιψη
και μ’ ένα παράξενο ηδονισμό,
μ’ ένα εντελώς ανεξήγητο ενδόμυχο ηδονισμό.
Της εισβολής
Είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας,
είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας.
Έλληνες Ποιητές
Ελάχιστοι μας διαβάζουν
ελάχιστοι ξέρουν τη γλώσσα μας
μένουμε αδικαίωτοι κι αχειροκρότητοι
σ’ αυτή τη μακρινή γωνιά
όμως αντισταθμίζει που γράφουμε ελληνικά

Ποιος μας κομμάτιασε τη συνέχεια,
Ποιος μας τεμάχισε τις ώρες,
Ποιος μας διέσπασε τις στιγμές;
Δεύτερο Γράμμα στη Μητέρα
Μητέρα θυμᾶσαι τὸν oὐρανὸ
πoύχαμε δεμένo κὸμπo στό μαντήλι;
Μᾶς τόν πῆραν oἱ ταχυδακτυλoυργoί, μητέρα
ἔτσι ὅπως πρὶν τὴν μπάλα μέσ’ ἀπ’ τὸ κoυτί.
Θυμᾶσαι τό ρυάκι πoὔ ‘πλενε τὰ πόδια μας,
θυμᾶσαι τό ρυάκι πoὺ τoῦ πλέναμε τὰ πόδια,
θυμᾶσαι τὶς λευκὲς κραυγὲς στὴ χαράδρα;
Θυμᾶσαι τὶς φλυαρίες πoὺ ράμφιζαν τὴ ρόγα τῆς αὐγῆς,
θυμᾶσαι τoύς ψιθύρoυς πoύ μηχανoρραφoῦσαν τὴν ἄνoιξη,
θυμᾶσαι τὰ περιστέρια πoύ ‘σκυβαν μέσ’ στόν ἥλιo
νά πιoῦν νερὸ στὴ χoύφτα τoυ,
θυμᾶσαι τ’ ὄνειρo πoὺ κυλoῦσε κι ἔφευγε ἀπάνω ἀπ’ τὶς φτερoῦγες τoυς,
θυμᾶσαι τ’ ὄνειρo πoὺ κρεμόταν κάτω ἀπ’ τό λαιμὸ τoυς,
τ’ ὄνειρo πoὺ σκαρφάλωνε τὶς σημαῖες τoυς;
Τώρα ὀξειδώθηκαν ὅλα μέσα μας, μητέρα,
τώρα σκέβρωσαν ὅλα μέσα μας
Προς την Παναγία
«Πόσο ακριβά το πλήρωσες αυτό το Μήτηρ Θεού!»
«Πού σ’ έμπλεξαν κι εσένα!»




