Τιμή στις μεγάλες εθνικές επετείους με κιτρινισμένες φωτογραφίες και χωρίς παρελάσεις

Επιμέλεια: Παναγιώτης Μήλας

 

Η πανδημία, ο κορονοϊός, ο covid-19 και τα υγειονομικά μέτρα δεν άναψαν το «πράσινο» φως για τη διεξαγωγή των μαθητικών και στρατιωτικών παρελάσεων. Έτσι τα 200 χρόνια από την επέτειο της κήρυξης της Επανάστασης του 1821 [25η Μαρτίου] και τα 80χρονα από το Έπος του 1940 [28η Οκτωβρίου] γιορτάζονται μόνο με αναμνήσεις.
Ο σκληρός μας δίσκος έχει δεκάδες από αυτές τις μνήμες, από κιτρινισμένες παλιές χάρτινες φωτογραφίες και φθαρμένα βιβλία του Δημοτικού μας Σχολείου. Αυτές τις μνήμες κανείς δεν μπορεί να τις διαγράψει.
Όχι μόνο επειδή δεν μπορεί αλλά επειδή στην ουσία δεν θέλει…

 

***

 

Το επετειακό θέμα που ακολουθεί στηρίζεται σε φωτογραφίες:

 

– Από το ιστορικό «Λεύκωμα Γλυφάδα» του συγγραφέα Θωμά Δρίκου [Έκδοση Δήμου Γλυφάδας – Ιούνιος 2001].
– Από το Λεύκωμα «50 χρόνια στα Βριλήσσια», [Έκδοση του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Βριλησσίων, 1999. Σε επιμέλεια της Αριάδνης Κλωνιζάκη].
– Eπίσης υπάρχουν και φωτογραφίες από το Δημοτικό Σχολείο της Βασιλικής Σταυράκη, στη Γλυφάδα.
– Από το Δημοτικό Σχολείο της Μελπομένης Παπαϊωάννου και του Αναστάσιου Γεωργαντόπουλου, στο Κουκάκι.
– Και τέλος από το ΣΤ’ Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών, το 1962 με τον γυμναστή Μαντά να συνοδεύει τους μαθητές.

 

Τέλος, υπάρχουν στίχοι από ποιήματα, ύμνους και τραγούδια που χαρακτηρίζουν εκείνα τα χρόνια.

 

***

 

 

 

«Στη Σημαία», [Του Στέλιου Σπεράντσα]

 

Μέσα μας βαθιὰ γιὰ σένα / μία λαχτάρα πάντα ζεῖ / τὴν πατρίδα συμβολίζεις / καὶ τὴ λευτεριὰ μαζί.
Γαλανόλευκη ἡ θωριά σου / καὶ φαντάζεις μέσ᾿ στὸ νοῦ / σὰν τὸ κύμα, σὰν τὸ γέλιο / τοῦ πελάου καὶ τ᾿ οὐρανοῦ.
Τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἀνδρείας / εἶσ᾿ ἀστείρευτη πηγή, / τοῦ λευκοῦ Σταυροῦ σου ἡ χάρη / δυναμώνει κι εὐλογεῖ.
Κι ὅσοι χάνονται γιὰ σένα / σπώντας σίδερα βαριά, / ξεψυχοῦν καὶ τραγουδᾶνε / χαῖρε, ὦ χαῖρε, λευτεριά.

 

***

 

 

 

«Ἡ Σημαία», [Του Ιωάννη Πολέμη].

 

Πάντα κι ὅπου σ᾿ ἀντικρίζω / μὲ λαχτάρα σταματῶ / καὶ περήφανα δακρύζω, / ταπεινὰ σὲ χαιρετῶ.
Δόξα ἀθάνατη στολίζει / κάθε θεία σου πτυχή, / καὶ μαζί σου φτερουγίζει / τῆς Πατρίδος ἡ ψυχή.
Ὅταν ξάφνου σὲ χαϊδεύει / τ᾿ ἀεράκι τ᾿ ἀλαφρό, / μοιάζεις κῦμα ποὺ σαλεύει / μὲ χιονόλευκο ἀφρό.
Κι ὁ σταυρὸς ποὺ λαμπυρίζει / στὴν ψηλή σου κορυφή, / εἶναι ὁ φάρος ποὺ φωτίζει / κάθ᾿ ἐλπίδα μας κρυφή.
Σὲ θωρῶ κι ἀναθαρρεύω / καὶ τὰ χέρια μου χτυπῶ / σὰν ἁγία σὲ λατρεύω / σὰν μητέρα σ᾿ ἀγαπῶ.
Κι ἀπ᾿ τὰ στήθη μ᾿ ἀνεβαίνει / μία χαρούμενη φωνή / νἄσαι πάντα δοξασμένη / ὦ! σημαία γαλανή.

 

***

 

 

 

«Στον πόλεμο βγαίνει ο Ιταλός». [Διασκευή: Σοφία Βέμπο και Απόστολος Μουσχούτης – Παρῳδία: Γιώργου Θίσβιου].

 

Στὸν πόλεμο, βγαίνει ὁ Ἰταλὸς /  καὶ ὁ τσολιᾶς τοῦ λέει· /  ἔβγα Μουσολὶν μὲ τὸ φουστάν᾿ τὸ κουρουμπλί, / γιατί δὲν βγαίνεις κατὰ ἰδῶ /  κι ἔχω μία ὄρεξη ὠρὲ νὰ σὲ ἰδῶ.
Κι ἐκεῖ ῾σια πᾶν᾿ ῾σια πᾶν᾿ στὴν Κορυτσᾶ /  λέν᾿ τὰ παιδιά μας οὖλα /  ἔλα παραδῶ ὠρὲ γιὰ νὰ σὲ ἰδῶ κι ἐγώ, / γιατί δὲν βγαίνεις νὰ σὲ ἰδῶ /  ὠρὲ γιατί μας κάνεις τὸ λαγό.
Καίει ὁ ἥλιος καίει, / καίει μανάρα μ᾿ καίει /  καὶ αὐτοὶ μιλᾶν᾿ γιὰ χιόνια /  λάσπες καὶ βροχὲς /  ἔ- ρε λάσπες καὶ βροχές.
Τὸν πόλεμο τί μωρ᾿ τί τὸν ἤθελες /  καὶ σὲ περιγελοῦνε /  οἱ ἄντρες σὰν σὲ ἰδοῦνε, / Παράτα την μωρ᾿ τὴν παλικαριὰ /  τὰ τάνκς καὶ τὰ κανόνια /  δὲν εἶναι μακαρόνια.
οὖσαι ὠρὲ Μπενίτο /  κρυμμένος στὴ σπηλιά, / ὠρὲ κατέβα παρακάτω /  φοβᾶμαι τὸν τσολιὰ /  ἔ- ρε φοβᾶμαι τὸν τσολιά.

 

 

***

 

«Παιδιὰ τῆς Ἑλλάδας».Του Μίμη Τραϊφόρου. Μουσική Μιχάλης Σουγιούλ. Τραγούδι Σοφία Βέμπο.

 

 

Μὲς τοὺς δρόμους τριγυρνᾶνε / οἱ μανάδες καὶ ζητᾶνε ν᾿ ἀντικρίσουνε / τὰ παιδιά τους π᾿ ὁρκιστῆκαν / στὸ σταθμὸ σὰν χωριστῆκαν νὰ γυρίσουνε / Μὰ γιὰ κείνους πού ῾χουν φύγει / καὶ ἡ δόξα τοὺς τυλίγει ἂς χαιρόμαστε / καὶ καμιὰ ποτὲ ἂς μὴν κλάψει / κάθε πόνο της ἂς θάψει καὶ ἂς εὐχόμαστε.
Παιδιὰ τῆς Ἑλλάδας παιδιά, / ποὺ σκληρὰ πολεμᾶτε πάνω στὰ βουνὰ / παιδιά, στὴ γλυκιὰ Παναγιὰ / προσευχόμαστε ὅλοι, νά ῾ρθετε ξανά.
Λέω σ᾿ ὅσες ξαγρυπνᾶνε / καὶ γιὰ κάποιον ξενυχτᾶνε καὶ στενάζουνε / πὼς ἡ πίκρα κι ἡ τρεμούλα / σὲ μία γνήσια Ἑλληνοπούλα δὲν ταιριάζουνε.
Ἑλληνίδες τοῦ Ζαλόγγου / καὶ τῆς πόλης καὶ τοῦ λόγγου καὶ Πλακιώτισσες / ὅσο κι ἂν πικρὰ πονοῦμε / ὑπερήφανα ἂς τὸ ποῦμε σὰν Σουλιώτισσες.
Παιδιὰ τῆς Ἑλλάδας παιδιά, / ποὺ σκληρὰ πολεμᾶτε πάνω στὰ βουνὰ / παιδιά, στὴ γλυκιὰ Παναγιὰ / προσευχόμαστε ὅλοι, νά ῾ρθετε ξανά.
Μὲ τῆς νίκης τὰ κλαδιά, σᾶς προσμένουμε παιδιά.

 

***

 

Επάνω, από αριστερά: Χριστίνα Λυμπέρη, Ευαγγελία Κωστούκη, Ρένα Σγουροπούλου, Θάλεια Πουσκουλού, Αρούς Νικοτιάν και Άδα Γεωργαντοπούλου. Κάτω, από αριστερά: Μπελίνα Λιακοπούλου, Κατερίνα Κωνσταντινοπούλου, Βέτα Στριγγάρη και Ελένη Παντελεημονίτου.

 

 

«Ο χορός του Ζαλόγγου»

 

Έχε  γεια καημένε κόσμε

έχε γεια γλυκιά ζωή,

κι εσύ δύστυχη πατρίδα

έχε γεια παντοτινή.

Έχετε γεια βρυσούλες, λόγγοι βουνά ραχούλες

έχετε γεια βρυσούλες κι εσείς Σουλιωτοπούλες.

Στη στεριά δε ζει το ψάρι

ούτ’ ανθός στην αμμουδιά,

κι οι Σουλιώτισσες δε ζούνε

δίχως την ελευθεριά.

Έχετε γεια βρυσούλες, λόγγοι βουνά ραχούλες

έχετε γεια βρυσούλες κι εσείς Σουλιωτοπούλες.

 

 

***

 

«Οι Ἠπειρώτισσες», [Παραδοσιακό].

 

Γυναῖκες Ἠπειρώτισσες / μέσα στὰ χιόνια πᾶνε / κι ὀβίδες κουβαλᾶνε / Θεέ μου τί τὶς πότισες / καὶ δὲν ἀγκομαχᾶνε.
Γυναῖκες Ἠπειρώτισσες / ξαφνιάσματα τῆς φύσης / ἐχθρὲ γιατί δὲν ρώτησες / ποιὸν πᾷς νὰ κατακτήσεις.
Γιαννιώτισσες, Σουλιώτισσες / ξαφνιάσματα τῆς φύσης / ἐχθρὲ γιατί δὲν ρώτησες / ποιὸν πᾷς νὰ κατακτήσεις.
Γυναῖκες ἀπ᾿ τὰ σύνορα / κόρες, γριές, κυράδες / φωτιὰ μὲς τοὺς βοριάδες / ἐσεῖς θὰ εἶστε σίγουρα / τῆς λευτεριᾶς μανάδες.

 

***

 

 

 

«Βάζει ὁ Ντούτσε» [Μουσική: Θεόφραστου Σακελλαρίδη – Παρῳδία Γιώργου Θίσβιου]

 

Βάζει ὁ Ντοῦτσε τὴ στολή του / καὶ τὴ σκούφια τὴν ψηλή του, / μ᾿ ὅλα τὰ φτερά.
Καὶ μία νύχτα μὲ φεγγάρι, / τὴν Ἑλλάδα πάει νὰ πάρει, βρὲ τὸ φουκαρᾶ.
Ὤ! τὸν τσολιά μας τὸ λεβέντη βρίσκει στὰ βουνὰ / καὶ ταράζει τὸν ἀφέντη τὸ μακαρονᾶ.
Ἄχ! Τσιάνο θὰ τρελλαθῶ, Τσιάνο, / μὲ τοὺς τσολιάδες ποιός μου εἶπε νὰ τὰ βάνω.
Ὤ! Ξεκινάει τὴν ἄλλη μέρα, / μὰ καὶ πάλι ἀκούει ἀέρα / ἀπὸ τὸν τσολιά.
Δρόμο παίρνει καὶ δρομάκι, / καὶ πηδάει τὸ ποταμάκι, / ξέρει τὴ δουλειά.
Ὤ! Τρώει τὶς σφαῖρες σὰ χαλάζι ἀπὸ τὸν τσολιά, / κι ὅλο στρατηγοὺς ἀλλάζει γιὰ νὰ βρεῖ δουλειά.
Ἄχ! Τσιάνο θὰ τρελλαθῶ, Τσιάνο, / καὶ στεῖλε γρήγορα τὰ μαῦρα μου νὰ βάλω.
Ὤ! Στέλνει ὁ νέος Ναπολέων, / μεραρχίες πειναλέων / στὸ βουνὸ ψηλά, / γιὰ νὰ βροῦν τὸ διάβολό τους / κι ὁ στρατός μας αἰχμαλώτους, / τσοῦρμο κουβαλᾷ.
Ὤ! Καὶ οἱ Κένταυροι οἱ καημένοι / βρέ! τί τρομερό! Νηστικοί, ξελιγωμένοι, / πέφτουν στὸ νερό.
Ἄχ! Γκράτσι νὰ μὴ σὲ δῶ, Γκράτσι, / γιατί σὲ κάρβουνα ἀναμμένα ἔχω κάτσει.
Ὤ! Τρέχουν σὰν τρελλοὶ στοὺς βράχους / κι ἀπὸ μᾶς καὶ τοὺς συμμάχους / τρῶνε τὴν κλωτσιά.
Καὶ χωρὶς πολλὲς κουβέντες / μπῆκαν Ἕλληνες λεβέντες / μέσ᾿ τὴν Κορυτσᾶ.
Ὤ! Μέσα στ᾿ Ἀργυρόκαστρο ἐμπῆκε τὸ χακί, / καὶ σημαία κυματίζει τώρα ἑλληνική.
Ἄχ! Τσιάνο θὰ τρελλαθῶ, Τσιάνο, γιατί σὲ λίγο καὶ τὰ Τίρανα θὰ χάνω.
Καὶ πάθαν οἱ καημένοι μεγάλη συμφορά, / κι ἡ Ρώμη περιμένει καὶ κείνη τὴ σειρά.

 

***

 

 

 

«Κορόιδο Μουσολίνι» [Στίχοι: Γιώργος Οἰκονομίδης. Τραγούδι: Σοφία Βέμπο].

 

Μὲ τὸ χαμόγελο στὰ χείλη / πᾶν᾿ οἱ φαντάροι μας μπροστά / καὶ γίναν οἱ Ἰταλοὶ ρεζίλι, / γιατί ἡ καρδιά τους δὲ βαστᾷ.
Κορόιδο Μουσολίνι, κανένας δὲ θὰ μείνει, / ἐσὺ καὶ ἡ γελοία, ἡ φασιστικὴ Ἰταλία, τρέμετε ὅλοι τὸ χακί.
Δὲν ἔχεις διόλου μπέσα κι ὅταν θὰ μποῦμε μέσα / ἀκόμα καὶ στὴ Ρώμη γαλανόλευκη θὰ ὑψώσουμε σημαία Ἑλληνική.
Βρέχει καὶ κάτω ἀπὸ τὴν τέντα / δὲν κάνουν βῆμα πρὸς τὰ μπρός / καὶ λένε τ᾿ ἀνακοινωθέντα: / φταίει ὁ κακός μας ὁ καιρός.
Κορόιδο Μουσολίνι κανένας δὲ θὰ μείνει / ἐσὺ καὶ ἡ γελοῖα, ἡ φασιστικὴ Ἰταλία, τρέμετε ὅλοι τὸ χακί.
Δὲν ἔχεις διόλου μπέσα κι ὅταν θὰ μποῦμε μέσα / ἀκόμα καὶ στὴ Ρώμη γαλανόλευκη θὰ ὑψώσουμε σημαία Ἑλληνική.

 

***

 

Από αριστερά: Γιώργος Κονδελούδης, Κωνσταντίνος Ιωαννίδης,  Κώστας Νταβίτης, Γιώργος Μενεγάκης. Πίσω: Σημαιοφόρος ο Παναγιώτης Καπάνταης με τις Πανωραία Τούμπανη και Βασιλική Μπεχράκη.

 

 

«Στη νεολαία μας», Του Κωστή Παλαμά.

 

«Αυτό κρατάει ανάλαφρο μεσ’ την ανεμοζάλη / το από του κόσμου τη βοή πρεσβυτικό κεφάλι, /
αυτό το λόγο θα σας πω / δεν έχω άλλο κανένα.
Μεθύστε με τ’ αθάνατο / κρασί του Εικοσιένα!»

 

 

***

 

«Η 25η Μαρτίου»

 

 

Της δόξας λάμπει γαλανό το φώς στη χώρα

γελούν οι κάμποι τραγουδούνε τα νερά.

Γιγάντων ίσκιοι ηρωικοί ξυπνήστε τώρα

Στου λυτρωμού τη χρονογύριστη χαρά.

Το σάλπισμά μας πιο τρανό ας αντιλαλήσει

κι απ’ το γλυκό της Άγιας Λαύρας ορθρινό,

πλατειά είν’ η γη μας και το χώμα όπου κι ανθίσει

μια Λεφτεριά μοσχοβολά στον ουρανό

Κι όλα τα χέρια ας υψωθούν ανδρειωμένα

πο ‘χουν τα σίδερα συντρίψει τα βαριά.

Να στήσουν τρόπαια λαμπρά του εικοσιένα

να θρονιαστή η Ελληνοπούλα η Λευτεριά.

 

 

 

 

 

 

«Η σημαία», Του Στέφανου Δάφνη

 

Αυτό είναι το ιερό πανί, το γαλανό και τ’ άσπρο /  κομμάτι απ’ ανοιξιάτικο και ξάστερο ουρανό /  που’ ναι λευκό σαν τον αφρό, του κύματος που ανθίζει /  σε περιγιάλι ολόμορφο, σε πέλαο μακρινό.

Αυτό είναι το ιερό πανί, που όταν περνάει μπροστά μας /  υγραίνονται τα βλέφαρα και σπαρταράει η καρδιά. / Έκλαψαν μάτια και καρδιές, επάνω της κι οι κόρες /  τις νύχτες την υφαίνανε κρυφά στον αργαλειό.

Είναι η σημαία τη βλόγησαν παπάδες μ’ άσπρα γένια /  μες στης σκλαβιάς το τρίσβαθο κι απόκρυφο σχολειό /  είναι μια αθάνατη πνοή, που ορμάει να ζωντανέψει /  με ανατριχίλα ανέκφραστη το δίχρωμο πανί.

Δεν είναι η αύρα που έρχεται γλυκά να το χαϊδέψη /  Δεν τ’ ανεμίζει πρόσχαρα η αύρα η σιγανή· / Είναι μια αθάνατη πνοή που ορμά να ζωντανέψη /  Με ανατριχίλα ανέκφραστη το δίχρωμο πανί. / Το πήρε κάποια μάγισσα και το ‘καμε χλαμύδα /  Και ζη σ’ αυτό και πάλλεται ολόκληρη η πατρίδα.

 

***

 

 

 

Στον Αλέξανδρο και στον Διογένη [Παραδοσιακό] (*)

 

 

Είμαι η Χάλκη γω η μικρή / κ η πολυξακουσμένη, / που γέννησα τους ήρωες / Διάκο και Διογένη.
Εγώ είμαι που σταμάτησα τον / άσποντον εχτρό μου / κι έτρεξα πρώτη στη φωτιά με / τον Αλέξαντρό μου /  που έδειξε στους Ιταλούς πώς / πέφτουν οι δικοί μας,
όχι με όλμους και με τανκς, αλλά με την ψυχή μας.

 

(*)Το μικρό νησί της Χάλκης, στα Δωδεκάνησα, έχει να επιδείξει δύο ήρωες του πολέμου του ’40. Ο νεαρός υπολοχαγός Αλέξανδρος Διάκος ήταν ο πρώτος νεκρός Έλληνας αξιωματικός. Σκοτώθηκε την 1η Νοεμβρίου 1940 στη θέση Τσούκα – Φούρκα, στην έφοδο με «εφ’ όπλου λόγχη». Τα οστά του μεταφέρθηκαν στη Ρόδο, χρόνια μετά, και βρίσκονται έκτοτε στο βάθρο του ανδριάντα που του έστησε η πατρίδα, ευγνωμονούσα. Ο λοχαγός Διογένης Φανουράκης, πάλι από τη Σύμη, βρήκε ηρωικό θάνατο στον ίδιο πόλεμο.