Του Μιχάλη Ψύλου
[email protected]
Στον Καρλ Μαρξ και την τεχνητή νοημοσύνη, αφιερώνει το εξώφυλλό του το γερμανικό περιοδικό Der Spiegel και μάλιστα μεσούντος του θέρους.
«Ο Μαρξ το υποψιαζόταν. Ο καπιταλισμός της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΑΙ) απειλεί τις θέσεις εργασίας και τη δημοκρατία μας», είναι ο τίτλος του γερμανικού περιοδικού, που φυσικά δεν μπορεί να κατηγορηθεί για «κρυφοκομμουνιστικές» απόψεις.
«Η τεχνητή νοημοσύνη βρίσκεται στα πρόθυρα να καταστήσει την ανθρώπινη εργασία απαρχαιωμένη. Η μεσαία τάξη ανησυχεί, οι καπιταλιστές κερδίζουν και η δυσαρέσκεια αυξάνεται. Πλησιάζει το τέλος του καπιταλισμού, όπως προέβλεψε ο Καρλ Μαρξ;» διερωτάται το γερμανικό περιοδικό.
Αλήθεια; Τι μπορεί να μας πει ο Μαρξ για την Τεχνητή Νοημοσύνη; Είναι δυνατόν ο ιδρυτής του επιστημονικού σοσιαλισμού να είχε προβλέψει την Τεχνητή Νοημοσύνη πριν από 170 χρόνια;
Και αν ο Μαρξ ζούσε σήμερα, θα έβλεπε την άνοδο της Τεχνητής Νοημοσύνης ως ακόμη μεγαλύτερη απειλή για τους εργάτες; Αν η εργασία καταστεί παρωχημένη επειδή η Τεχνητή Νοημοσύνη τα κάνει όλα, τότε τι συμβαίνει; Δεν θα υπάρχουν εργάτες προς εκμετάλλευση αν δεν υπάρχουν άνθρωποι που εργάζονται, καθώς θα τους αντικαθιστούσαν τα ρομπότ;
Ο κίνδυνος της φούσκας
Πολλά τα ερωτήματα, βασανιστικά και πεισματάρικα, που θα πρέπει να απαντηθούν, όχι φυσικά μόνο από τους οπαδούς του Μαρξ.
Και αυτό γιατί το μέλλον της Τεχνητής Νοημοσύνης δεν αμφισβητείται. Ακόμη και αν πολλοί μιλάνε για τον κίνδυνο «φούσκας».
H Τεχνητή Νοημοσύνη θα επιβιώσει, αλλά η κερδοσκοπική φούσκα που την περιβάλλει είναι σύμπτωμα ενός βαθύτερου δομικού προβλήματος – το κόστος του οποίου, μόλις αποκαλυφθεί πλήρως, θα βαρύνει πρώτα και κύρια τη μεσαία και την εργατική τάξη. Όπως και στην περίπτωση της φούσκας dot.com το 2001: Παρά τη φούσκα του dot.com τότε, το διαδίκτυο ήρθε για να μείνει. Ακόμη και αν οι κολοσσοί της ΑΙ προσφέρουν στους επενδυτές, μελλοντικές αποδόσεις που μπορεί να μην υλοποιηθούν ποτέ.
Ο Μαρξ το είχε ονομάσει προφητικά ως «πλασματικό κεφάλαιο». Πρόκειται για πλούτο που εμφανίζεται στους ισολογισμούς των τεχνολογικών κολοσσών και στην αξία των μετοχών τους, ενώ έχει μικρή βάση στην πραγματική οικονομία.
Στην τελευταία οικονομική της έκθεση, η BIS – γνωστή και ως τράπεζα των κεντρικών τραπεζών – εκτιμά ότι, εάν οι αποδόσεις των τεράστιων επενδύσεων στην AI αποδειχθούν χαμηλότερες των προσδοκιών, οι επενδυτές θα μπορούσαν να αποσύρουν απότομα τη χρηματοδότησή τους, μετατρέποντας το σημερινό επενδυτικό «μπουμ» σε μια μακρά περίοδο ύφεσης των επενδύσεων.
Σαν να ενισχύει τις απόψεις του Μαρξ, η BIS υπενθυμίζει ότι πολλές μεγάλες τεχνολογικές επαναστάσεις της ιστορίας ακολούθησαν την ίδια διαδρομή: αρχική επενδυτική ευφορία, υπερβολική εισροή κεφαλαίων και τελικά απότομη διόρθωση.
Ως παραδείγματα αναφέρει την έκρηξη των επενδύσεων στα κανάλια τον 19ο αιώνα, την ανάπτυξη των σιδηροδρόμων στη Βρετανία τη δεκαετία του 1840 και τη φούσκα των εταιρειών του διαδικτύου στα τέλη της δεκαετίας του 1990.
Όπως σημειώνει η BIS, «η απογοήτευση από τις αποδόσεις θα μπορούσε να προκαλέσει απότομη υποχώρηση της χρηματοδότησης και να μετατρέψει την έκρηξη των κεφαλαιουχικών δαπανών σε μια παρατεταμένη επενδυτική κάμψη, με σημαντικές επιπτώσεις στις χρηματοπιστωτικές συνθήκες».
Αλλωστε, η συνεχής και αναγκαία επέκταση των κέντρων δεδομένων και των εγκαταστάσεων κατασκευής τσιπ, απαιτεί σημαντικές κεφαλαιακές επενδύσεις και με τη σειρά τους, τεράστιες δανειακές ανάγκες.
Και οι Κινέζοι καιροφυλακτούν
Στον παγκόσμιο αγώνα δρόμου της τεχνητής νοημοσύνης, οι κινεζικές εταιρείες έχουν σημειώσει τεράστια πρόοδο, αμφισβητώντας την παντοδυναμία των αμερικανικών κολοσσών.
Kimi K3 αντί για ChatGPT -μήπως σύντομα θα χρησιμοποιούμε όλοι μοντέλα AI από την Κίνα; Συναγωνίζονται πλέον στα ίσα τους αμερικανικούς τεχνολογικούς κολοσσούς, με πάμφθηνα, αλλά εξίσου ανταγωνιστικά μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης.
Αφήστε που -όπως το παραδέχθηκε ο ιδρυτής της Open AI, Σαμ Άλτμαν- οι δασμολογικές πολιτικές του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ περιπλέκουν το παγκόσμιο εμπόριο, με αποτέλεσμα αυτές οι ευκαιρίες των κολοσσών να φτάνουν στα όριά τους.
Αυτό που πραγματικά ανησυχεί, ωστόσο, είναι πού θα πάει το κεφάλαιο όταν οι μετοχές που σχετίζονται με την Τεχνητή Νοημοσύνη δεν θα αποφέρουν πλέον τις κερδοσκοπικές αποδόσεις που είχαν υποσχεθεί τα τελευταία χρόνια.
Η θεωρία των κρίσεων
Αυτό το ερώτημα οδηγεί κατευθείαν πίσω στη μαρξιστική ανάλυση των κρίσεων που συνδέονται με την υπερσυσσώρευση. Ο Μαρξ υποστήριξε ότι μια οικονομία καθίσταται ασταθής όταν η μάζα του συσσωρευμένου κεφαλαίου δεν μπορεί πλέον να επανεπενδυθεί κερδοφόρα.
Οι τεχνολογικές επενδύσεις καλύπτουν την οικονομική αδυναμία
Τα χρόνια χαμηλών επιτοκίων και άφθονης ρευστότητας κατά τη διάρκεια της πανδημίας έχουν διογκώσει τους εταιρικούς ισολογισμούς. Ένα μεγάλο μέρος αυτής της ρευστότητας διοχετεύτηκε στον τεχνολογικό τομέα, κυρίως στους Magnificent Seven – Amazon, Alphabet, MetaTrader, Apple, Microsoft, Nvidia και Tesla. Χωρίς αυτές τις εταιρείες, η απόδοση της αγοράς θα ήταν αρνητική.
Αυτό δεν αντικατοπτρίζει γνήσιο τεχνολογικό δυναμισμό. Είναι ένα σημάδι κεφαλαίου συγκεντρωμένου σε μια χούφτα υπερτιμημένα περιουσιακά στοιχεία, που λειτουργούν σαν «χρήμα που τίθεται σε κυκλοφορία χωρίς υλική βάση στην παραγωγή, χωρίς καμία αγκύρωση στην πραγματική οικονομική δραστηριότητα», όπως έλεγε ο Μαρξ.
Η συνέπεια είναι ότι ένα μικρότερο μερίδιο των επενδύσεων φτάνει στην «πραγματική οικονομία», τροφοδοτώντας την οικονομική στασιμότητα και την κρίση κόστους ζωής.
«Απόσπασμα για τις Μηχανές»
Θα έβλεπε ο Μαρξ την άνοδο της Τεχνητής Νοημοσύνης ως ακόμη μεγαλύτερη απειλή για τους εργάτες;
Η οικονομική θεωρία του Μαρξ βασιζόταν στην εργασιακή θεωρία της αξίας: ότι η αξία ενός αγαθού είναι, στην απλούστερη μορφή της, ο απαραίτητος χρόνος εργασίας για την παραγωγή του.
Στο περίφημο έργο Grundrisse του Μαρξ, υπάρχει ένα κείμενο με τίτλο «Απόσπασμα για τις Μηχανές». Εκεί ο Μαρξ θέτει τον αυτοματισμό ως ένα είδος «τέλους της ιστορίας», όπου τα αγαθά έχουν γίνει τόσο φθηνά στην κατασκευή τους και απαιτούν τόσο λίγη εργασία, που το τρέχον μοντέλο του καπιταλισμού καταρρέει.
Στο «Απόσπασμα για τις Μηχανές», ο Μαρξ θίγει ένα ερώτημα που είναι πιο επίκαιρο σήμερα από ποτέ: πώς ορίζουμε την αξία όταν η ανθρώπινη εργασία που απαιτείται για τη δημιουργία αγαθών πλησιάζει γρήγορα στο μηδέν; Ή, για να το επικαιροποιήσουμε: όταν η Τεχνητή Νοημοσύνη έχει καταλάβει όλες τις δουλειές, ποιος μένει να αγοράσει αγαθά;
Ο Μαρξ αναγνωρίζει ότι ο αυτοματισμός έχει τη δυνατότητα να αλλάξει γρήγορα τη σχέση κεφαλαίου, εργασίας και μέσων παραγωγής. Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι φαίνεται να υπονοεί ότι η ίδια η πράξη του αυτοματισμού μετασχηματίζει το πλαίσιο που έχει θεσπίσει σε προηγούμενα κείμενα:
«Από τη στιγμή που υιοθετούνται στη διαδικασία παραγωγής του κεφαλαίου, τα μέσα εργασίας περνούν από διαφορετικές μεταμορφώσεις, των οποίων η κορύφωση είναι το… αυτόματο σύστημα μηχανών… που τίθεται σε κίνηση από ένα αυτόματο, μια κινητήρια δύναμη που κινείται η ίδια· αυτό το αυτόματο αποτελείται από πολυάριθμα μηχανικά και διανοητικά όργανα, έτσι ώστε οι ίδιοι οι εργάτες να αποτελούν απλώς τους συνειδητούς συνδέσμους του», γράφει ο Μαρξ.
Αλλά, αν ο κόσμος του Μαρξ ανήκει στους εργάτες, τι συμβαίνει όταν «η μηχανή είναι αυτή που διαθέτει δεξιοτεχνία και δύναμη στη θέση του εργάτη, είναι η ίδια η δεξιοτέχνης, με μια δική της ψυχή στους μηχανικούς νόμους που δρουν μέσω αυτής. Και καταναλώνει άνθρακα ή πετρέλαιο ακριβώς όπως ο εργάτης καταναλώνει τροφή για να διατηρήσει την αέναη κίνησή της», όπως γράφει στο «Απόσπασμα για τις Μηχανές».
Μηδενικοί μισθοί;
Μια πλήρως αυτοματοποιημένη παραγωγή χωρίς εργαζομένους συνεπάγεται ότι οι συνολικοί μισθοί θα είναι μηδενικοί ή σχεδόν μηδενικοί. Ποιος θα αγοράζει τα προϊόντα που θα παράγονται από την ΑΙ;
Μπορεί να υπάρξει μαζική αναδιανομή εισοδήματος προς όσους δεν θα εργάζονται, επειδή έχασαν τις θέσεις εργασίας από την Τεχνητή Νοημοσύνη;
Μια οικονομία που αποτελείται όμως αποκλειστικά από έναν υπερ-αυτοματοποιημένο τομέα δεν θα είναι συμβατή με τη διατήρηση του καπιταλισμού, επειδή δεν θα παράγεται υπεραξία, ούτε θα υπάρχει επαρκής ζήτηση.
Η ανάγκη επιβίωσης του καπιταλισμού ενδεχομένως να πείσει και τους πιο φανατικούς υπέρμαχους της ΑΙ να κάνουν πίσω. Θα εμφανιστούν δηλαδή, νέα επαγγέλματα, στα οποία οι ανθρώπινες δεξιότητες θα πρέπει να ξεπερνούν τις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης, ώστε οι καταναλωτές να συνεχίσουν να προτιμούν τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που δημιουργούνται από ανθρώπους.
Το κόστος της κρίσης στη μεσαία τάξη
Το κεφάλαιο φυσικά, δεν θα εξαφανιστεί, αλλά θα επικεντρωθεί περαιτέρω στις αγορές ομολόγων και στα χρηματοπιστωτικά μέσα, διογκωμένα από τη νέα ηγεσία της Fed που επιθυμεί να μειώσει τα επιτόκια. Όσο και αν ο υψηλός πληθωρισμός στις ΗΠΑ, το αποτρέπει προς το παρόν, όπως φάνηκε και στην τελευταία συνεδρίαση της Fed. Αλλά αυτό θα έλεγε ο Μαρξ-δεν αποτρέπει την κρίση. Απλώς μετατοπίζει το κόστος της κρίσης στη μεσαία και την εργατική τάξη.
Αλλά η αποδυνάμωση της αγοραστικής δύναμης -η οποία ειρωνικά επιταχύνεται από την άνοδο της Τεχνητής Νοημοσύνης- εμποδίζει το κεφάλαιο να ανατιμηθεί με τον ρυθμό με τον οποίο παράγεται. Όταν η κερδοφορία μειώνεται, η οικονομία επιλύει αυτήν την ανισορροπία καταστρέφοντας τα μέσα διαβίωσης των εργαζομένων και των νοικοκυριών.
Ανάπτυξη και …70% ανεργία;
Ο Τζέιμς Μάνιικα, Διευθυντής του McKinsey Global Institute, λέει: «Βρείτε ένα εργοστάσιο οπουδήποτε στον κόσμο που να έχει κατασκευαστεί τα τελευταία 5 χρόνια — δεν εργάζονται πολλοί άνθρωποι εκεί».
Η απώλεια θέσεων εργασίας σε εργοστάσια ιστορικά αντισταθμίζεται από νέες θέσεις εργασίας, που βασίζονται στο μυαλό και όχι στα χέρια. Αλλά καθώς η τεχνητή νοημοσύνη αυξάνει τον ρυθμό απώλειας θέσεων εργασίας σε ύψη, εκτοπίζοντας ακόμη και επαγγέλματα γραφείου όπως οι δικηγόροι και οι λογιστές, αναρωτιέται κανείς πώς είναι δυνατόν να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας με την ίδια ταχύτητα.
Πώς θα μοιάζει λοιπόν σε λίγα χρόνια μια ανεπτυγμένη οικονομία με αυξανόμενο ΑΕΠ, αλλά με ανεργία 70%;
Πώς θα επηρεάζει αυτό την οικονομία, την πολιτική, τον πολιτισμό; Είναι ένα σενάριο χωρίς προηγούμενο, γιατί ποτέ πριν δεν ήταν πιθανό. Για αυτό και το Spiegel σκέφτηκε να ζητήσει τη «γνώμη» του Μαρξ για την τεχνητή νοημοσύνη, καλοκαιριάτικα…
Πηγή: Ναυτεμπορική
(*) Ο Μιχάλης Ψύλος είναι δημοσιογράφος, μέλος της ΕΣΗΕΑ και Διευθυντής του ειδησεογραφικού site της εφημερίδας «Ναυτεμπορική».



