28.7 C
Athens
Δευτέρα 15 Απριλίου 2024

Βασίλης Κουκαλάνι, ήρωας χωρίς ψευδαισθήσεις

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Ήρθε η ώρα να σας μιλήσω για έναν άνθρωπο. Έναν άνθρωπο άξιο και φιλόπνοο. Που εκπέμπει φως, φιλία, γαλήνη και αγάπη. Καλοΐσκιωτο. Έναν καλλιτέχνη πολύτροπο, με προσωπικό ύφος. Που δεν είναι περαστικός αλλά αληθινός κι ειλικρινής. Που απαγγέλλει Ριχάρδο στη γλώσσα του Σαίξπηρ και σε μαγνητίζει. Εκτιμά τη ζωή κι ακούει την καρδιά του. Έχει ζήσει στην Κολωνία, στην Τεχεράνη, στην Κρήτη, στη Νέα Υόρκη, στην Αθήνα. Τη γλώσσα του θεάτρου τη διδάχτηκε στο Βερολίνο και με υποτροφία στην American Academy of Dramatic Arts. Δούλεψε με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο στο κύκνειο άσμα του, την “Άλλη Θάλασσα”. Όπως μου λέει μειδιώντας, όταν είναι στην Ελλάδα κατάγεται από το Ιράν, όταν είναι στο Ιράν κατάγεται από την Ελλάδα κι όταν είναι στη Γερμανία κατάγεται από όπου θέλει. Σας μιλώ για τον Βασίλη Κουκαλάνι. Τον έντιμο, τον οικείο, το γενναιόδωρο αισθημάτων και ταλέντου. Τον είχα δει και θαυμάσει για πρώτη φορά σκηνοθετημένο από τον Στάθη Λιβαθινό στο έργο του John Millington Synge «Ένας ήρωας, το καμάρι της Δύσης». Τον γνώρισα και τον πλησίασα πολύ αργότερα, αφού είχε παρουσιάσει αριστουργηματικά θεατροποιημένο το «Όταν έρχεται ο ξένος» του Γιάννη Ρίτσου σε άψογα περσικά και σε επίσης άψογα γερμανικά. Τότε που έπαιζε στο «Θερμοκήπιο» του Χάρολντ Πίντερ σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή. Βεβαιώθηκα πως αποτελεί σπουδαίο εύρημα. Ο Βασίλης Κουκαλάνι κοινωνεί στην όραση και στην ακοή μας την αλληγορία της ποίησης. Είναι διαλεκτικός, με κριτική σκέψη και διεισδυτική ματιά. Ώριμος, λιτός, παγκόσμιος. Με χιούμορ, απλότητα και κοσμοπολιτισμό. Το χειμώνα αποφάσισε να κάνει θέατρο για παιδιά. Και το έκανε τέλεια. Ανέβασε το «Μια γιορτή στου Νουριάν». Yπεύθυνα, εμπνευσμένα, επαγγελματικά. Με τη βαθιά παιδεία του, τη διαρκή ευγένεια και τη χαμηλόφωνη αλλά ουσιαστική παρουσία του αποτελεί δύναμη θεατρική. Σε λίγες ημέρες πρόκειται να τον δούμε στις «Ψευδαισθήσεις» του Ιβάν Βιριπάγιεφ σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου. Ένα συγκλονιστικό αγώνα λόγου περί αγάπης, που ανεβαίνει στο «Θέατρο της οδού Κυκλάδων» και τον αναμένουμε εναγωνίως. Δεν θα εξετάζω όμως από πού είναι ούτε πόσες γλώσσες μιλάει ο Βασίλης, εγώ απλώς αυτό που κατέχω είναι πως πιστοποιεί την αυθεντικότητα και την απεραντοσύνη προς κάθε κατεύθυνση. Γι’ αυτόν «ο κόσμος είναι ένα βιβλίο της Ιστορίας», ανοιχτό. Που πάνω του προχωρά με πυξίδα, τιμόνι, πανί. Όσο παντού “ο ήλιος, με τον ίδιο ρυθμό, ανοιγοκλείνει τα παράθυρα”.

Διαβάστε τη συνέντευξη.

Τη φωτογράφηση πραγματοποίησε ο Αντώνης Ψαρράς.

Από πού κατάγεσαι, Βασίλη; 

* Όταν είμαι στην Ελλάδα, κατάγομαι απ’ το Ιράν, όταν πάω στο Ιράν, κατάγομαι απ’ την Ελλάδα. Όταν είμαι στη Γερμανία -στην Κολωνία γεννήθηκα- κατάγομαι απ’ όπου θέλω εγώ. Ο πατέρας μου είναι Πέρσης, η μάνα μου απ’ την Κρήτη. Τα πρώτα δέκα χρόνια μου έζησα τα μισά στη Γερμανία, τα μισά στο Ιράν. Μετά ήρθα στην Ελλάδα. Οι τόποι που νιώθω σπίτι μου είναι πολλοί και τελικά μπορώ να είμαι ό, τι διαλέγω να πω κάθε φορά. Αν και σε όλες τις περιπτώσεις, οι άλλοι μοιάζει να ενδιαφέρονται περισσότερο για το «ξένο» κομμάτι. Εδώ, ενδιαφέρει ότι είμαι «Πέρσης», στο Ιράν ότι είμαι «Γιουνανί» και πάει λέγοντας… Δηλαδή, πάντα προκαλεί ενδιαφέρον η ιδιαιτερότητα.

Θέλεις να μου διηγηθείς κάποια όμορφη ανάμνηση από την παιδική σου ηλικία;

* Θα σου πω μια ανάμνηση που για μένα ήταν ίσως η πρώτη υποψία ότι υπάρχει κάτι υπερβατικό. Όταν ήμουνα μικρός στην Τεχεράνη, όταν ξύπναγα κι είχε χιονίσει, έβλεπα το χιόνι που το ‘χε στρώσει τριάντα πόντους πάνω στο σκοινί της μπουγάδας, Σχημάτιζε ολόκληρο τείχος. Υπήρχε μια αίσθηση ότι το χιόνι που πέφτει σε απόλυτη άπνοια σκεπάζει μέχρι και τους ήχους. Γαλήνη.

Πότε και πώς εκδηλώθηκε η κλίση σου για την τέχνη, και δη για την υποκριτική;

* Εκδηλώθηκε εν αγνοία μου. Στη Γερμανική Σχολή που πήγαινα υπήρχε μαθητική θεατρική ομάδα. Τη συντόνιζε ο Στέλιος Παπαπέτρου, ο πρώτος δάσκαλός μου. Συμμετείχα, αλλά δεν είχα την αίσθηση ότι συμβαίνει κάτι ιδιαίτερο. Στο τέλος της πρώτης παράστασης κατάλαβα ότι ήμουν ο πρωταγωνιστής. Ήταν οι «Όρνιθες» κι έπαιζα τον Ευελπίδη. Έβγαλε πολύ γέλιο και πήρα χειροκρότημα. Ήμουν πολύ χαρούμενος. Έτσι, ενώ είχα το νου μου στην μπάλα, το ροκ εν ρολ και τα κορίτσια -ήμουνα δεκατεσσάρων- μάλλον κάτι πραγματικό συνέβαινε παράλληλα.

Ποιοι άνθρωποι σου συμπαραστάθηκαν και σε παρότρυναν να ακολουθήσεις το δρόμο του θεάτρου;

* Οι γονείς μου, οι οποίοι είναι προς μελέτη μάλλον… εκείνη την εποχή, αλλά και σήμερα ακόμα, δεν ήταν και το πλέον σύνηθες να θέλεις να γίνεις ηθοποιός και οι γονείς σου όχι απλώς να μην αντιδρούν, αλλά και να σε παροτρύνουν. Με στήριξαν στις σπουδές μου, αρχικά στο Βερολίνο και στη συνέχεια στη Νέα Υόρκη, στο American Academy of Dramatic Arts, όπου βέβαια από το τρίτο εξάμηνο κι ύστερα ήμουν με υποτροφία.

Ποιες θεωρείς ότι είναι οι πιο σημαντικές «συναντήσεις» που είχες στο θεατρικό χώρο;

* Ο διευθυντής της σχολής που τον είχα και δάσκαλο υποκριτικής, ο Hugh Whitfield. Μας έλεγε: Όλοι οι άνθρωποι έχουν ερωτήματα και ψάχνουν απαντήσεις, οι ηθοποιοί έχουν το κείμενο αντί για απάντηση και ψάχνουν για τα ερωτήματα. Σε ένα σεμινάριό του μας έδειχνε ευρωπαϊκό avant-garde θέατρο… Μνουσκίν, Μπρουκ, Στανιέφσκι και Βασίλιεφ πάνω στους Πλατωνικούς Διαλόγους… κι όταν τον ρωτήσαμε γιατί δεν τα κάνουμε εμείς αυτά, μας είπε: «Α, εδώ είμαστε Αμερική, έχουμε θεατρική παιδεία, αλλά δεν έχουμε θέατρο». Όταν με πήρε ο Ανατόλι Βασίλιεφ για τη «Μήδεια», το 2008, πήρα τηλέφωνο -εκτός απ’ τη μάνα μου- τη Σχολή ύστερα από πολλά χρόνια, για να τους το πω. Η δουλειά και η μαθητεία στον Βασίλιεφ ήταν η πιο σημαντική θεατρική μου περιπέτεια.

Με Έλληνες καλλιτέχνες;

* Πολύ σημαντική θεωρώ τη συνομιλία με τον Λευτέρη Βογιατζή. Ήμασταν πέρυσι μαζί στο «Θερμοκήπιο». Ο Λευτέρης είναι σκηνοθέτης με όραμα -κάτι που σπανίζει στο ελληνικό θέατρο- και ηθοποιός με μια θεία σκηνική αφέλεια …και σκηνοθέτης και ηθοποιός… και τελικά δεν είναι ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Είναι ο Λευτέρης. Τέλος.

Κινηματογραφική συνάντηση υπήρξε;

* Ναι. Η πιο πρόσφατη σημαντική συνάντηση ήταν κινηματογραφική. Είχα την τύχη να δουλέψω με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο στην «Άλλη Θάλασσα». Στα δεκάωρα γυρίσματα δεν τον είδα καθιστό ούτε μία φορά. Μέχρι την τελευταία στιγμή ήταν ενθουσιώδης, σε μόνιμη διέγερση, γεμάτος ιδέες και καταιγιστική έμπνευση. Ο τρόπος που φώναζε «στοπ» ή «cut» δήλωνε κάθε φορά πώς είχε πάει η σκηνή. Και μού ‘ρχεται να του πω «Θόδωρε, μη δώσεις “cut”, άσε να τρέξει η σκηνή».

Θέλεις να μου μιλήσεις για την παράσταση «Μια γιορτή στου Νουριάν», που ανεβάζετε στο θέατρο «Πορεία»;

* Θα μπορούσα να πω διάφορα θεωρητικά και μη, αλλά αυτά μπορεί να τα βρει κανείς στα δελτία Τύπου, τα δημοσιεύματα, ακόμη και στο “Cat is Art”…υπάρχει συνέντευξη της ομάδας του «Νουριάν». Αυτό που θα ‘θελα εδώ να πω είναι ότι η δουλειά είναι πραγματικά συλλογική και έχει τραφεί από την έμπνευση όλων. Η διασκευή, για παράδειγμα, που ως ένα σημείο την είχα κάνει στο χαρτί, στην πραγματικότητα διαμορφώθηκε στις πρόβες απ’ τους ηθοποιούς: Πολυξένη Ακλίδη, Γιώργο Δάμπαση, Ηρώ Μπέζου, Πέτρο Σπυρόπουλο, Μιχάλη Τιτόπουλο και τον συνσκηνοθέτη Παντελή Δεντάκη. Έχουμε φτιάξει κάτι αληθινά όμορφο που μας έχει δέσει πολύ και μας δίνει μεγάλη ευχαρίστηση. Κι αυτό φαίνεται και στις αντιδράσεις του κοινού. Νιώθουμε ότι η συμμετοχή είναι ολοκληρωτική και η αποδοχή πλήρης. Νομίζω, πάντως, ότι προτείνουμε ένα καινούργιο είδος παιδικού -και όχι μόνο- θεάτρου, ένα είδος χειραφετημένο, άμεσο, που αναφέρεται στην πραγματικότητά μας.

Αντιλαμβάνεσαι τη συναισθηματική συμμετοχή του κοινού; Κατά τη διάρκεια της παράστασης, μεταδίδεται η ενέργεια των θεατών;

* Κάθε ηθοποιός πρέπει να την αντιλαμβάνεται. Είναι αδύνατον να είσαι ουσιαστικός επί σκηνής χωρίς αυτό. Συγχρόνως, βέβαια, αυτό σου δίνει μια αίσθηση τρομερής εξουσίας. Υπάρχουν στιγμές που νιώθεις πως ελέγχεις ακόμη και την ανάσα του κοινού. Εδώ υπάρχει και ο κίνδυνος να καταχραστείς αυτή την εξουσία, κοινώς «να την ψωνίσεις».

Πόσο διαφορετικά εκφράζεται αυτό όταν πρόκειται για κοινό «μικρών θεατών»;

* Με τα παιδιά, ισχύει το ίδιο, φυσικά, αλλά στα άκρα. Στα παιδιά δεν μπορείς να πεις ψέματα, θα σε σταυρώσουνε… δεν υπακούουν στο καθωσπρεπισμό μας… αλλά τόσο δα αλήθεια να τους δώσεις, λίγο να τα λογαριάσεις σαν ίσους, έρχονται μαζί σου όπου κι αν τα πας… Σε τέτοιες συνθήκες μπορεί να γεννηθεί η «διαδραστική γιορτή», την οποία είχε οραματιστεί ο Αουγκούστο Μπόαλ, που είναι σχεδόν σαν ποδοσφαιρικός αγώνας: η αγωνία στα ύψη, το κοινό γελάει και τρέμει, ενθαρρύνει, επευφημεί και ζητωκραυγάζει. Στο «Μια γιορτή στου Νουριάν» έχουμε την τύχη να το ζούμε αυτό.

Παράλληλα, ετοιμάζετε ένα καινούργιο έργο του Ιβάν Βιριπάγιεφ σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου. Περί τίνος πρόκειται;

* Καταρχάς πρόκειται για ένα έργο – γρίφο που, προσπαθώντας να τον λύσουμε, εμβαθύνουμε στο θέμα,  το οποίο είναι η αγάπη… Βέβαια, εμβαθύνοντας, πετάγεσαι έξω, ανά πάσα στιγμή. Η ίδια η δομή του το επιβάλλει αυτό, καθώς είναι κρυπτικά τα δραματουργικά κλειδιά του… Εκεί που πιστεύεις ότι έχεις εισέλθει σε κάτι, σε πετάει έξω και πρέπει να αρχίσεις απ’ την αρχή… και όλα γύρω απ’ αυτό: τι είναι αγάπη… Το έργο αφήνει ανοιχτές πολλές προσεγγίσεις: μεταφυσικές, φιλοσοφικές, ηθικές, άπειρες. Εν τούτοις αυτό ίσως είναι που καθιστά πολύ ρευστή την απάντηση και η περιπέτεια της πρόβας είναι η συνεχής προσπάθεια προσέγγισης και η επανειλημμένη αποτυχία να δεις το ερώτημα στην πραγματική του διάσταση. Πιθανόν το ίδιο το θέμα μας το επιβάλλει, δηλαδή η αέναη προσπάθεια στο να προσεγγίσουμε αυτή τη δραματουργία στην πρόβα είναι ανάλογη με την αέναη προσπάθεια να βρεθεί η αγάπη… που δεν πιάνεται… Μ’ αυτήν την έννοια, δε ζηλεύω καθόλου την Κατερίνα που πρέπει να το συντονίσει. Δεν ξέρω πόσο ασφαλής νιώθει εκείνη, εμένα πάντως μου δημιουργεί αίσθηση σιγουριάς.

Εκτός από σένα ποιοι άλλοι παίζουν σ’ αυτή την παράσταση, τις “Ψευδαισθήσεις”;

* Οι λοιποί συντελεστές είναι ο φίλος και συνεργός Παντελής Δεντάκης, η Αλεξία Καλτσίκη, με την οποία έχουμε δουλέψει πολλές φορές μαζί και η Ηλέκτρα Νικολούζου.

Ποια στοιχεία είναι αυτά που βοηθούν έναν ηθοποιό στην προσέγγιση ενός ρόλου;

* Νομίζω πως το θέμα δεν είναι τα στοιχεία που χρησιμοποιείς. Στοιχεία υπάρχουν πάντα και αντλούνται από παντού, από την εσωτερική και την εξωτερική ζωή. Επίσης, ο τρόπος που αυτά συμβάλλουν διαφέρει από πρόβα σε πρόβα. Προσωπικά πιστεύω ότι αυτό που κυρίως βοηθάει είναι μια συγκεκριμένη μεθοδολογία, αλλά αυτό δυστυχώς είναι που κατά κανόνα λείπει από το ελληνικό θέατρο.

Ποιος είναι, κατά τη γνώμη σου, ο μεγαλύτερος εχθρός του ηθοποιού;

* Ο καπιταλισμός, το φαΐ αργά το βράδυ, η αλαζονεία, η ζητιανιά της προσοχής.

Σε ενδιαφέρει να υποδυθείς κάποιους σημαντικούς ρόλους από το κλασικό ρεπερτόριο κι αν ναι, ποιοι είναι αυτοί;

* Πριν από μερικά χρόνια, μπορεί και να σου ‘λεγα διάφορους σαιξπηρικούς βασιλείς και πρίγκιπες, ήρωες της αρχαίας τραγωδίας, ρόλους του ποιητικού ρεπερτορίου κ.λπ., αλλά σήμερα μ’ ενδιαφέρει πολύ περισσότερο αυτό που έχει να πει ο διπλανός μου. Η ποίηση είναι στους δρόμους… εννοώ της Αθήνας, της Αθήνας του Μνημονίου, σήμερα… Και επιπλέον, για να έχει νόημα οποιοσδήποτε ρόλος, σημασία έχουν οι όροι της δουλειάς, αυτό που θέλουμε από κοινού και από σκηνής να πούμε.

Πώς, και πάλι κατά τη γνώμη σου, κρατάει ο ηθοποιός ζωντανό ένα ρόλο κάθε βράδυ;

* Από τη στιγμή που είσαι παρών στην παράσταση, όπως και στη ζωή, που «είσαι μέσα» σ’ αυτό που κάνεις, δεν έχεις να κάνεις κάτι ιδιαίτερο, είναι «ζωντανό» έτσι κι αλλιώς. Αν πάλι απέχεις απ’ την παράσταση και ασχολείσαι με το να «παίξεις καλά» το ρόλο σου, ό, τι κι αν κάνεις, δεν ζωντανεύει. Προσωπικά, έχω και τις δύο εμπειρίες. Είναι μάλλον ζήτημα επιλογής.

Σε ενδιαφέρει η φήμη;

* Είναι συνηθισμένη αυτή η παθολογία στους ηθοποιούς… Δεν είμαι απαλλαγμένος, φυσικά, αλλά επειδή είδα πως όταν την κυνηγάς δεν κάθεται, λέω να την αφήσω να με κυνηγήσει αυτή.

Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου λογοτέχνες; Το αγαπημένο σου βιβλίο;

* Αγαπάω πολλούς. Κατά καιρούς έχω ενθουσιαστεί με διαφορετικά είδη και λογοτέχνες. Αλλά αγαπάω βαθιά -με σχεδόν παιδικό τρόπο- το συμπολίτη μου από την Κολωνία, Heinrich Böll, το συμπατριώτη μου Samad Behrangi -που είναι ο συγγραφέας των παιδικών μου χρόνων- και το συντοπίτη μου Νίκο Καζαντζάκη.

Θεατρικός συγγραφέας;

* Όσον αφορά στο θέατρο, ο Μπρεχτ είναι ο δραματουργός που με κινητοποιεί.

Τι θεωρείς αριστούργημα;

* Ο τρόπος που ο Μαραντόνα πήρε εκδίκηση το ’86, από την Κοινοπολιτεία των Άγγλων για τον πόλεμο των Φόκλαντ, με το «χέρι του Θεού», ήταν αριστούργημα.

Τι είναι αυτό που σε κάνει υπερήφανο;

* Οι αναμετρήσεις στις οποίες έχω κερδίσει τον εαυτό μου.

Τι μπορεί να σε συγκινήσει τόσο ώστε να δακρύσεις;

* Ο Τσάρλι Τσάπλιν στα «Φώτα της Ράμπας», η Διεθνής, η γιαγιά μου η Ελένη στο Ηράκλειο.

Τι σε κάνει να γελάς αυθόρμητα;

* Τα μικρά πράγματα στα οποία αναγνωρίζω κάτι πολύ δικό μου. Το κλείσιμο του ματιού από έναν πίνακα, κάτι που μοιράζομαι μ’ έναν άνθρωπο, ένα στιγμιότυπο, οτιδήποτε, αρκεί να υπάρχει αυτή η αναγνώριση της συγγένειας,

Πώς αντιλαμβάνεσαι όλα όσα συμβαίνουν αυτή την εποχή; Πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά; Ποιος είναι ο ρόλος της τέχνης την εποχή της κρίσης; Άλλαξε κάτι στο θεατρικό τοπίο;

* Η εποχή της παντοδυναμίας των αγορών που λεηλατούν τα πάντα δεν έχει καμία αρετή. Δεν αντιλαμβάνομαι ότι έχει αλλάξει κάτι ακόμη στην τέχνη ή στο θέατρο, αλλά αντιλαμβάνομαι την προοπτική μιας αλλαγής. Η κρίση είναι ίσως μια μεγάλη ευκαιρία για την τέχνη, ώστε να πάρει καθαρή θέση πια σε απόλυτη συνάρτηση με την κοινωνία. Οι «πολυτελείς» αναζητήσεις, είτε στο υπαρξιακό επίπεδο μιας πλαδαρής αστικής κοινωνίας, είτε στην ανίχνευση της φόρμας ερήμην των καίριων θεμάτων που μπορεί να μας απασχολούν μοιάζουν αχρείαστες αυτή τη στιγμή. Η ελπίδα της τέχνης είναι να πάρει σαφή θέση με υπεύθυνο και προκλητικό τρόπο. Εννοώ θέση με τον τρόπο που το εννοούσε ο Μπρεχτ, που έλεγε όχι απλώς ότι το θέατρο οφείλει να παίρνει θέση, αλλά και ότι αυτό δεν είναι μάταιο, αφού ο κόσμος όχι απλώς πρέπει αλλά και δύναται να αλλάξει. Το θέατρο πρέπει να αναπαριστά όχι μόνο τον υπάρχοντα κόσμο, αλλά και την προοπτική αλλαγής του.

Τι είναι αυτό που απεχθάνεσαι;

* Απεχθάνομαι το φιλήσυχο αγανακτισμένο μικρόψυχο μέσο «Μήτσο», που ενοχλείται απ’ το ξηλωμένο πλακόστρωτο του «King George Hotel».

Παρατήρησες τελευταία κάποιο περιστατικό στο δρόμο που σου έκανε εντύπωση;

* Πέρυσι, ήμουνα έξω στον Εθνικό Κήπο, ένα βράδυ, μπροστά απ’ τις προτομές των αρχαίων τραγικών και είδα δύο παιδιά, πολύ νέα, δεκαεξάρικα, πολύ όμορφα, ωραία ντυμένα, με τις τσάντες του σχολείου. Είχανε ραντεβού… Πολύ ερωτευμένα, χάρμα. Το κορίτσι πρέπει να ήταν Ελληνο-φιλιππινέζα, το αγόρι αραβικής καταγωγής, Αιγύπτιος, Σύρος, κάτι τέτοιο. Και αρχίζουν να μιλάνε μετά… άπταιστα αργκό μαθητικά αθηναϊκά ελληνικά. Ελληνάκια δεν είναι αυτά πια; Είναι αυτά που ο Καρατζαφέρης θέλει να βάλει σε στρατόπεδα…

Ποια είναι η σχέση σου με τα ζώα; ΄Εχεις κατοικίδιο;

* Ναι! Το σούπερ κατοικίδιο! Την Κίρκη! Είναι γκριφονο-μπασταρδάκι. Μεγάλη προσωπικότητα στα Πετράλωνα. Αυτή είναι πιο σεσημασμένη κι από μένα… οπότε, κανονικά αυτή έπρεπε να δώσει τη συνέντευξη!

* Το www.catisart.gr ευχαριστεί τον Αντώνη Ψαρρά για τη φωτογράφηση.

* Στον πρόλογο, οι στίχοι εντός εισαγωγικών είναι του Πέρση ποιητή Φερεϊντούν Φαριάντ (1949-2012).

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -