Βάμος, traditional και “Μυροβόλος”. Οι αντιθέσεις

Η πρώτη μου εντύπωση από το χωριό Βάμος των Χανίων ήταν αρνητική. Κι ας με συγχωρήσουν οι φίλοι μου οι Κρητικοί. Ίσως γιατί η κυρία που μου σέρβιρε τον καφέ στο “traditional” καφενείο, το πρώτο που συνάντησα λίγο μετά το δημοτικό χώρο στάθμευσης, αρνήθηκε να μου σερβίρει το μεζέ που της παρήγγειλα. Κι αυτό μόλις άκουσε ότι τον θέλω για να ταΐσω κάτι εξαθλιωμένες, πανέμορφες μεν αλλά κατατρομαγμένες γάτες που κυκλοφορούσαν στα πέριξ. Είχα, βλέπετε, την αφέλεια να της αποκαλύψω την πρόθεσή μου μόλις έκανα την παραγγελία. Πού να ήξερα, η ανυποψίαστη αστή, η περί άλλα τυρβάζουσα παραθερίστρια, ότι είχα να κάνω με ανείπωτα εγκληματικές φυσιογνωμίες οι οποίες διαταράσσουν βιαίως το βίο της… αγανακτισμένης κυρίας. “Τρώνε πολύ”, μου είπε επί λέξει. “Τρώνε το φαγητό των παιδιών μου”. Αυτές; ερωτώ διστακτικά και πλήρης αμφιβολιών. “Μην τους δώσεις τίποτα”, επέμεινε με εμπάθεια. Ταυτόχρονα τις κοιτούσε εκνευρισμένη. Μαζί μ’ αυτές μ’ έπαιρναν κι εμένα τα σκάγια της ενόχλησής της. Έμεινα με την απορία. Οι ένοχες γάτες, κατηγούμενες μεν, εγκληματικής ομορφιάς δε, ήταν κάτισχνες και υποσιτισμένες. Είχαν και μήκυτες στα ματάκια τους. Δεν πέρασαν λίγα λεπτά, φάνηκε και το “παιδί”. Παλικάρι δίμετρο σχεδόν. Ζωή να ‘χει! Καλοταϊσμένο. Κατευθύνθηκε στο ακριβώς απέναντι του καφενείου περίπτερο για εφόδια. Γέμισε το σακίδιό του με τυποποιημένα κρουασάν και άλλα είδη πρόχειρου γεύματος, τίγκα στα συντηρητικά. Να ήταν άραγε επειδή του έφαγαν το φαγητό οι γάτες, όπως διατεινόταν η στοργική του μήτηρ; Αγνοώ. Μισοήπια τον παρηγορητικό καφέ, ανόρεκτη. Αποχωρώντας, πρόλαβα να δω έναν τουρίστα να πετάει λίγο λευκό τυρί από το πιάτο του στις γάτες. Δεν ξέρω αν εδέχθη κι αυτός τις ανάλογες επιπλήξεις…

Επηρεασμένη και με βαριά καρδιά, είπα να ακολουθήσω το δρόμο που κατευθυνόταν προς την καρδιά του παραδοσιακού οικισμού. Στο “center”, όπως το λέμε πια… Μεσημέρι, ο ήλιος ντάλα, να μου καίει τους ώμους, τα μαλλιά, τα μάτια. Όλα κατάκλειστα. Πορτοπαράθυρα, αυλές, εξώθυρες. Να μην κινείται τίποτα. Μέχρι που ανταμώθηκα με μια όμορφη εικόνα. Την προσοχή μου αιχμαλώτισε μια επιγραφή. “Μυροβόλος”, έγραφε. Έμοιαζε με παντοπωλείο παλαιάς κοπής. Πλησίασα γεμάτη αμφιβολίες. Μάλλον κλειστό θα είναι, σκεφτόμουν. Έκανε τόση ζέστη που προς στιγμήν νόμισα πως ήταν αντικατοπτρισμός. Εκεί συνάντησα μια οικοδέσποινα πρόσχαρη, τη Στέλλα Καντεράκη. Έσπευσε να μου προσφέρει καφέ βυζαντινό. Πρωτίστως όμως να μου χαμογελάσει και να με καλοδεχτεί με λόγια φιλόξενα. Γεμάτος ο πεντακάθαρος χώρος της από καλούδια, βιολογικά ζυμαρικά, κρασί, τσικουδιά, μέλι θυμαριού και πορτοκαλιάς, ελαιόλαδο άθερμο, γλυκά του κουταλιού, μαρμελάδες, σαπούνια μυρωδάτα χειροποίητα. Ήπια δροσερό νερό, από πηγή καθάρια, φυσική. Μια γνήσια Κρητικιά, μια κυρά της αρχοντικής υπαίθρου, χαμογελαστή, ευγενική, σεμνή, πολύ μακριά από την αλλοτρίωση του τουρισμού της αρπαχτής. Μιλήσαμε για την ποίηση του Πάμπλο Νερούντα, για τη “Γυναίκα της Πάτρας”, για τον όμορφο τόπο τους, για την παράδοση, για παιδιά και ζώα. Μοιραστήκαμε αγωνίες, χαρές, πόνους. Κι όλα αυτά τη λίγη ώρα που έμεινα εκεί. Δεν της ανέφερα για το περιστατικό που είχε προηγηθεί. Είδα όμως στα μάτια της τη διαφορά να λάμπει σαν δάκρυ. Είδα τα όμορφα παλαιά οικογενειακά της κειμήλια να στολίζουν το κατάστημα. Την κρησάρα για τα όσπρια, το ψυγείο – φανάρι, την “πλύστρα”, τα αστραφτερά τεντζερέδια. Αλλά κυρίως είδα άνθρωπο να διαβάζει, πιότερο να μελετάει, θα έλεγα. Να μοχθεί. Να έχει άποψη και ν’ αγαπά ειλικρινά τον τόπο του. Όχι μόνο την τσέπη του. Και σκέφτηκα, πώς γίνεται σ’ ένα τοσοδά χωριό να διαβιούν δύο άνθρωποι με τόσο διαφορετική άποψη για τη ζωή; Κι ακόμη σκέφτηκα ότι βεβαίως και ήταν ευχής έργον που έφτασε ο τουρισμός σ’ αυτά τα απόμακρα σημεία της Κρήτης, με κείνον το δύσμοιρο τον πολιτισμό όμως τι έγινε; Δεν βρήκε τον προσανατολισμό του; Εκδιώχθηκε από τον τόπο του; ΄Η μήπως τον μπερδέψαμε με το κέρδος και την καλοπέραση και τον κλειδώσαμε απέξω;

* Στις φωτογραφίες (πάνω) οι γάτες που “τρώνε το φαΐ των παιδιών”.

Μερικά από τα οικογενειακά κειμήλια και η επιγραφή του καταστήματος “Μυροβόλος” στο χωριό Βάμος των Χανίων.

Κάτω: Η είσοδος του οινοπαντοπωλείου με το τραπεζάκι και τις καρέκλες του καφενείου για το κέρασμα και το ξαπόσταμα του επισκέπτη.

Φωτογραφίες: cat is art