Cat Is Art

Η Σταύρωση, η σταύρωση και το μαρτύριό της

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Επιμέλεια: Ειρήνη Αϊβαλιώτου – catisart.gr

Σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας. Στέφανον εξ ακανθών
περιτίθεται ο των Aγγέλων Bασιλεύς. Ψευδή πορφύραν περιβάλλεται ο περιβάλλων τον
ουρανόν εν νεφέλαις. Ράπισμα κατεδέξατο ο εν Ιορδάνη ελευθερώσας τον Αδάμ.
Ήλοις προσηλώθη ο Nυμφίος της Εκκλησίας. Λόγχη εκεντήθη ο Yιός της Παρθένου.
Προσκυνούμεν σου τα Πάθη, Χριστέ. Δείξον ημίν και την ένδοξόν σου Ανάστασιν.

 

Μετάφραση

Σήμερα κρεμάται πάνω στο ξύλο (του Σταυρού) εκείνος που κρέμασε (κατά τη δημιουργία) τη γη επάνω στα νερά (την περιέβαλε δηλαδή από παντού με τα νερά των θαλασσών). Στεφάνι κατασκευασμένο από αγκάθια φοράει στο κεφάλι ο Βασιλιάς των Αγγέλων. Ψεύτικο βασιλικό ένδυμα ντύνεται αυτός που ντύνει τον ουρανό με τα σύννεφα. Χαστούκι δέχτηκε εκείνος που στον Ιορδάνη ποταμό (αφού βαφτίστηκε από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο) ελευθέρωσε τον Αδάμ. Με καρφιά καρφώθηκε (στο Σταυρό) ο Νυμφίος της Εκκλησίας. Με λόγχη τρυπήθηκε (στο πλευρό) ο Υιός της Παρθένου. Προσκυνούμε τα Πάθη σου, Χριστέ. Αξίωσέ μας να δούμε και την ένδοξη Ανάστασή σου.

 

The descent from the Cross, Rogier Van der Weyden, 1435

Ο πίνακας φιλοτεχνήθηκε από τον Ρογήρο βαρ ντερ Βέιντεν περίπου το 1435 για την αγία τράπεζα ενός παρεκκλησίου της εκκλησίας της Παναγίας έξω από τα τείχη του Λέβεν. Έντονη η εκφραστικότητα στα πρόσωπα όπου είναι φανερός ο πόνος για το θάνατο του Κυρίου. Σαν ένα ταμπλό βιβάντ κάποιας θεατρικής παράστασης όλη η σκηνή. Ο Ιωάννης αριστερά και η Μαρία η Μαγδαληνή δεξιά είναι σκυφτοί προς τα εμπρός, στάση που μεγαλώνει τον πόνο και το πένθος για το συμβάν και υποδηλώνει μια συγκίνηση σιωπής ενώ δεν πρέπει να αγνοήσουμε τη στάση των σωμάτων του Ιησού και της Παναγίας, τοποθετημένα απολύτως παράλληλα. Αριστούργημα κίνησης ο πίνακας. Θαυμάστε τις λεπτομέρειες. (Μουσείο Πράδο Μαδρίτης)

Μέθοδος εκτέλεσης

Σταύρωση είναι η μέθοδος εκτέλεσης επί σταυρού μέσω κρεμάσματος ή καθήλωσης. Με κεφαλαίο Σ (Σταύρωση) αναφέρεται στην εκτέλεση του Ιησού Χριστού μέσω καθήλωσης σε σταυρό πάνω στον λόφο του Γολγοθά στην Ιερουσαλήμ.
Επίσης, στους αρχαίους χρόνους, σταύρωση σήμαινε και τοποθέτηση πασσάλων σε μορφή περίφραξης (Θουκ. 7.25.7).

Σταύρ-ωση, από το σταυρό-ω, από το ί-στημι, στήνω, τοποθετώ κάτι όρθιο.

Ως Σταύρωση ορίζεται η μέθοδος εκτέλεσης θανατικής ποινής με κάρφωμα ή και δέσιμο του θύματος επάνω σε πάσσαλο, δένδρο ή σε σταυρό σχήματος T. Αν και ο Ηρόδοτος χρησιμοποιεί τους όρους ανασκολοπίζειν για την τοποθέτηση των θυμάτων εν ζωή και ανασταυρούν για την καθήλωση των πτωμάτων τους, μετά από εκείνον, τα δύο ρήματα γίνονται συνώνυμα και εκφράζονται με τον όρο Σταύρωση-Σταυρώνω.

Η σταύρωση, εφαρμοζόταν από αρκετούς λαούς όπως οι Πέρσες, οι Ιουδαίοι, οι Καρχηδόνιοι, οι Ρωμαίοι κ.ά., από τον 6ο π.Χ. αιώνα έως τον 4ο μ.Χ. αιώνα.
Αυτή η μέθοδος εκτέλεσης θανατικής ποινής καταργήθηκε από τον αυτοκράτορα Μ. Κωνσταντίνο το 337 σε ολόκληρη τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, από σεβασμό προς το σταυρικό μαρτύριο του Ιησού Χριστού.

Οι πρώτοι που χρησιμοποίησαν τη σταύρωση ως μέθοδο εκτέλεσης και ίσως την εφηύραν κιόλας, ήταν οι Πέρσες. Ο λόγος για τον οποίο τη χρησιμοποιούσαν ήταν πιθανόν για να μην έρχεται σε επαφή το σώμα του καταδικασμένου με τη γη και τη μολύνει, καθώς ήταν αφιερωμένη στην αρχαία ιρανική θεότητα του Ζωροαστρισμού, τον Αχούρα Μάζντα. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, το 519 π.X. ο Δαρείος ο Α’, βασιλιάς των Περσών, σταύρωσε 3.000 πολιτικούς αντίπαλους του στη Βαβυλώνα.

Άλλες αρχαίες πηγές αναφέρουν τη χρήση της σταύρωσης από τους Ινδούς (Διόδ. Σικ. 2.18.1), τους Ασσυρίους (Διόδ. Σικ. 2.1.10), τους Σκύθες (Διόδ. Σικ. 2.44.2), τους Θράκες (Διόδ. Σικ. 33.15.1). Ο Τάκιτος αναφέρει ότι οι Γερμανοί χρησιμοποιούσαν τη σταύρωση (Χρονικά 1.61.4) όπως και οι Κέλτες (Χρονικά 14.33.2) ενώ ο Σαλλούστιος αναφέρει ότι και οι Νουμίδες χρησιμοποιούσαν αυτόν τον τρόπο εκτέλεσης (Ιουγουρθικός πόλεμος 14.15). Επίσης, σύμφωνα με αρκετές πηγές, οι Καρχηδόνιοι εφάρμοζαν τη σταύρωση (Πολύβ. 1.11.5, 24.6, 86.4 / Διόδ. Σικ. 25.5.2, 26.23.1 / Λίβιος 22.13.9 κ.ά.). Από τους Καρχηδόνιους, η σταύρωση πέρασε και στους Ρωμαίους οι οποίοι ονόμαζαν το εκτελεστικό όργανο, crux.

Στον ελληνιστικό κόσμο, οι εγκληματίες συχνά τοποθετούνταν επάνω σε σανίδα όπου γινόταν η διαπόμπευση, ο βασανισμός και η δημόσια εκτέλεσή τους. Η τιμωρία αυτή έμοιαζε με μία μορφή σταύρωσης, αυτή όπου καρφωνόταν το θύμα σε πάσσαλο. Σύμφωνα με τον Διόδωρο Σικελιώτη, ο Διονύσιος Α’, τύραννος των Συρακουσών, συνέλαβε και σταύρωσε Έλληνες μισθοφόρους που είχαν στη δούλεψή τους οι Καρχηδόνιοι (14.53.4).

Επίσης, ο Μέγας Αλέξανδρος εφάρμοσε επανειλημμένα τη σταύρωση. Σε κάποια περίπτωση σταύρωσε συνολικά 2.000 επιζώντες από την πολιορκία της Τύρου (Κούρτιος Ρούφος 4.4.17) ενώ είναι χαρακτηριστικό αυτό που αναφέρει ο Αρριανός, πως ο Αλέξανδρος όταν πέθανε ο Ηφαιστίων, διέταξε να σταυρώσουν τον Γλαυκία (το γιατρό του Ηφαιστίωνα), επειδή τον θεώρησε υπαίτιο για τον θάνατο του φίλου του.

H εφαρμογή της σταύρωσης μαρτυρείται στην Ελλάδα και μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου. Στα 314 π.Χ. ένας διοικητής του βασιλείου του Αλεξάνδρου, κατέστειλε εξέγερση στην πόλη Συκιώνα κοντά στην Κόρινθο, όπου σταύρωσε 30 από τους κατοίκους (Διόδ. Σικ. 19.67.2). Κατόπιν, στα 303 π.Χ. όταν η Συκιώνα έπεσε στα χέρια του Δημητρίου του Πολιορκητή, σταυρώθηκαν 80 αντίπαλοι στρατιώτες μαζί με τον διοικητή τους (Διόδ. Σικ. 20.103.6).

Στους προρωμαϊκούς χρόνους, στην ελληνόφωνη ανατολή η σταύρωση εφαρμόσθηκε στο πλαίσιο του πολέμου ή για τις πράξεις υψίστης προδοσίας. Το 267 π.Χ., στην Ιουδαία που βρισκόταν κάτω από τις διαταγές του Αντιόχου Δ’ του Επιφανούς, ο οποίος προσπάθησε να εξαλείψει την ιουδαϊκή θρησκεία, σταυρώνονταν όσοι παρέμεναν πιστοί στον εβραϊκό νόμο (Ιώσηπ. Ιουδ. Αρχ. 12.256). Μετά την εφαρμογή του ρωμαϊκού δικαίου, η σταύρωση χρησιμοποιήθηκε επίσης ως τιμωρία για τους σκλάβους και τους βίαιους εγκληματίες.

Στους Εβραίους, η σταύρωση εφαρμόσθηκε περιστασιακά κατά τη διάρκεια της ελληνιστικής περιόδου. Το 88 π.Χ. ο Αλέξανδρος Ιανναίος βασιλιάς της Ιουδαίας και αρχιερέας, σταύρωσε 800 Φαρισαιους αντίπαλους του αφού πρώτα τους υποχρέωσε να παρακολουθήσουν τη σφαγή των συζύγων και των παιδιών τους (Ιώσηπ. Ιουδ. Αρχ. 13.380 & Ιουδ. Πόλεμ. 1.97-98).

Σύμφωνα με τον εβραϊκό νόμο, τα πτώματα των εκτελεσμένων ειδωλολατρών και των βλάσφημων, τα κρεμούσαν σε ένα δέντρο για να δείξουν ότι ήταν καταραμένοι από το Θεό (Δευτ. 21:22-23). Στην προ-χριστιανική Παλαιστίνη αυτό το κείμενο του Δευτερονόμιου εφαρμόστηκε και σε εκείνους που πέθαναν κατά τη σταύρωση όπως μαρτυρά το απόσπασμα από το υπόμνημα στο Ναούμ που βρέθηκε στη σπληλιά #4 στο Κουμράν. Ένα άλλο κουμρανικό κείμενο που βρέθηκε στο σπήλαιο #11 επίσης συνδέει το χωρίο αυτό του Δευτερονόμιου με τη σταύρωση, η οποία ήταν προφανώς μια τιμωρία των Εσσαίων για κάποιες πολύ σοβαρές παραβάσεις.

Χριστιανικό και Βυζαντινό Μουσείο

Σε χρυσό βάθος, έξω από τα τείχη της Ιερουσαλήμ, ζωγραφίζεται μια πολυπρόσωπη Σταύρωση. Την παράσταση χαρακτηρίζουν η έντονη συναισθηματική φόρτιση και οι ζωηρές κινήσεις των μορφών, ο μεγάλος αριθμός των εικονιζόμενων, με προσθήκη ακόμη και ιππέων, η ιδιαίτερη προβολή της μορφής της Μαρίας Μαγδαληνής, που γονατίζει στη βάση του Σταυρού, και γενικά η δημιουργία μιας δραματικής ατμόσφαιρας. Αυτά τα στοιχεία συναντώνται σε έργα της γοτθικής τέχνης. Υπάρχουν όμως και στοιχεία, περισσότερο ή λιγότερο σημαντικά, που θυμίζουν τη βυζαντινή ζωγραφική, όπως το χρυσό βάθος και οι δύο ηλικιωμένοι που συνομιλούν κάτω δεξιά. Το έργο αποδίδεται στον Βενετό ζωγράφο των μέσων του 14ου αιώνα – Paolo Veneziano ή στο εργαστήριό του.
Συλλογή: Συλλογή φορητών εικόνων και ξυλόγλυπτων
Δημιουργός / Εργαστήριο: Βενετσιάνο Πάολο
Χρονολόγηση: β’ μισό 14ου αιώνα
Διαστάσεις: 109 x 60,5 εκ.

Christ on a cross –
El Greco

Επιστημονική ερμηνεία

Πέρα από τους μύθους και τους συμβολισμούς, η Ιατρική αποπειράθηκε να ερμηνεύσει τα Θεία Πάθη πάνω στα οποία εδραιώθηκε μια ολόκληρη θρησκεία. Και να οι απαντήσεις που έδωσε:

Ο Ιησούς είναι καρφωμένος στον σταυρό Του αλλά δείχνει να μην έχει βάρος που να τον τραβά στη γη. Μοιάζει να αιωρείται σε μια στάση γεμάτη ελαφράδα και χάρη. Ελάχιστο αίμα ρέει από τις παλάμες και τα πόδια Του και κηλιδώνει το κορμί Του, η έκφρασή Του είναι γεμάτη καρτερία και προσμονή για την αποχώρηση από αυτό τον κόσμο που τόσα μαρτύρια Του επιφύλαξε. Οι αναπαραστάσεις του Εσταυρωμένου σε εικόνες και αντικείμενα, θέλοντας να δώσουν έμφαση στην πνευματική και όχι στην ιστορική πλευρά των γεγονότων, συχνά μας κάνουν να παραβλέπουμε το γεγονός ότι ο σταυρικός θάνατος του Ιησού ήταν η εκτέλεση με έναν από τους οδυνηρότερους τρόπους που μηχανεύτηκε ποτέ ο άνθρωπος και πως ο ίδιος ο Ιησούς, παρά τη θεϊκή φύση Του, τον υπέστη με τον ίδιο πόνο στο κορμί και την καρδιά που επιφυλασσόταν σε οποιονδήποτε άλλο «κοινό θνητό». Αρχαιολόγοι και ιστορικοί αναζήτησαν και αναζητούν ακατάπαυστα την ιστορική αλήθεια στις αφηγήσεις που εδραίωσαν τον χριστιανισμό. Από κοντά και η Ιατρική.

Μέσα από τις διάφορες ιατρικές μελέτες, σε συνάρτηση με τα ιστορικά στοιχεία, έχουμε σήμερα μια επαρκή πληροφόρηση που ευσταθεί επιστημονικά, τουλάχιστον μέχρι του σημείου που ο Χριστός αναφώνησε «Τετέλεσται» και παρέδωσε το πνεύμα.

«Εγένετο δε ο ιδρώς αυτού ωσεί θρόμβοι αίματος…».

Οι ιστορικές πηγές που χρησιμοποίησαν οι ιατρικές μελέτες είναι οι περιγραφές των τεσσάρων Ευαγγελιστών αλλά και συγγραφείς του πρώτου αιώνα μ.Χ., Χριστιανοί, Εβραίοι και Ρωμαίοι, οι οποίοι αναφέρουν πληροφορίες για την ιουδαϊκή και τη ρωμαϊκή νομοθεσία, καθώς και για τον τρόπο που εκτελούνταν οι ποινές της μαστίγωσης και της σταύρωσης. Ανάμεσά τους, ο Σένεκας, ο Λίβιος, ο Πλούταρχος. Ο Ιησούς και η σταύρωσή Του αναφέρεται από τους Ρωμαίους ιστορικούς Κορνήλιο Τάκιτο, Πλίνιο τον Νεώτερο και τον Σουετώνιο, επίσης από τους ιστορικούς Φλέγοντα και Θάλους, καθώς και από το Ταλμούδ των Ιουδαίων. Άλλα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν στην έρευνα είναι η περίφημη Σινδόνη του Τουρίνου, με την οποία πιστεύεται ότι τύλιξαν το ίδιο το σώμα του Ιησού μετά την αποκαθήλωση, και αρχαιολογικά ευρήματα όπως ένας σκελετός ανθρώπου που σταυρώθηκε στην εποχή του Ιησού και βρέθηκε στην Ιερουσαλήμ.

Σύμφωνα με τις επικρατέστερες απόψεις η σταύρωση του Χριστού έγινε την Παρασκευή 7 Απριλίου (14 του ιουδαϊκού μήνα Νισάν) του έτους 30. Θυμίζουμε ότι η θεία Γέννηση τοποθετείται από τους περισσότερους ιστορικούς όχι στο έτος 1 μ.Χ. αλλά μεταξύ του 4 και του 6 π.Χ. Ο Μυστικός Δείπνος έλαβε χώρα το προηγούμενο βράδυ της Πέμπτης και στη συνέχεια ο Ιησούς πήγε να προσευχηθεί στον κήπο της Γεθσημανή.

Εδώ σύμφωνα με την περιγραφή του γιατρού-Ευαγγελιστή Λουκά, από την αγωνία μπροστά στον επικείμενο θάνατο και την εσωτερική σύγκρουση που εκφράστηκε με την παράκληση «πάτερ, ει βούλει παρενεγκείν τούτο το ποτήριον απ’ εμού πλην μη το θέλημά μου αλλά το σον γιγνέσθω», ο Ιησούς έβγαλε ιδρώτα σαν αίμα. Αυτό το σπάνιο φαινόμενο, λένε οι ειδικοί, που ονομάζεται αιματίδρωση, μπορεί να συμβεί ύστερα από αφόρητο ψυχικό στρες, από το οποίο προκαλείται η ρήξη μικρών αιμοφόρων αγγείων και έξοδος του αίματος μαζί με τον ιδρώτα μέσα από τους ιδρωτοποιούς αδένες. Η κατάσταση αυτή κάνει το δέρμα ευαίσθητο και εύθραυστο. Από εκεί έχουμε μια ακόμα ένδειξη της αφόρητης αγωνίας αλλά και του πόνου της εγκατάλειψης (η προδοσία του Ιούδα, η πρόγνωση της άρνησης του Πέτρου, οι αποκοιμισμένοι μαθητές ενώ εκείνος προσευχόταν) που είχε ήδη περάσει ο Ιησούς όταν τον συνέλαβαν.

«Στέφανον εξ ακανθών»

Τα γεγονότα της βασανιστικής εκείνης νύχτας, από τη σύλληψη μέχρι την τελική καταδίκη, περιλαμβάνουν επανειλημμένες διαπομπεύσεις, κακοποιήσεις (ακόμα και το ακάνθινο στεφάνι, λένε οι ειδικοί, μπορεί να προκαλέσει σημαντική αιμορραγία στο γεμάτο από αιμοφόρα αγγεία δέρμα του κρανίου), μεταφορές από τον ένα στον άλλο «κριτή» (υπολογίζεται ότι εκείνη τη νύχτα ο Ιησούς περπάτησε, εξαντλημένος και χτυπημένος, γύρω στα τέσσερα χιλιόμετρα) και την ανελέητη μαστίγωση κατ’ εντολήν του Ποντίου Πιλάτου. Αυτή η τελευταία ποινή δεν ήταν ένας απλός ξυλοδαρμός. Το φραγγέλιο που χρησιμοποιούσαν αποτελείτο από μια δεσμίδα πέτσινα λουριά στα οποία ήταν δεμένα μεταλλικά μπαλάκια ή αιχμηρά κόκαλα αρνιού. Τα απανωτά χτυπήματα με αυτά μετέβαλαν ολόκληρο το πίσω μέρος του σώματος του καταδικασμένου σε μια ανοιχτή πληγή. Η αιμορραγία μαζί με το σοκ από τον αφόρητο πόνο μπορούσε και να καταλήξει στο μοιραίο. Συνήθως σταματούσαν τη μαστίγωση ένα βήμα πριν από αυτό, αφήνοντας τον κατάδικο μισοπεθαμένο, κατάλληλα «προετοιμασμένο» για να σταυρωθεί. Ο ιουδαϊκός νόμος απαγόρευε να δοθούν περισσότερες από 40 βουρδουλιές –και για να μη γίνει λάθος στο μέτρημα και δώσουν παραπάνω, τις είχαν κάνει 39. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι οι Ρωμαίοι στρατιώτες που μαστίγωσαν τον Ιησού μετρούσαν μην τύχει και Τον χτυπήσουν περισσότερο.


Eugene Delacroix – Shrist on the cross, 1856

«Ετρύπησαν τας χείρας μου και τους πόδας μου…»

Έτσι λοιπόν ο Ιησούς καταδικάστηκε στον σταυρικό θάνατο, μια ποινή τόσο σκληρή που οι ίδιοι οι Ρωμαίοι, αφού την πήραν από τους Καρχηδονίους την τελειοποίησαν έτσι ώστε να φέρνει τον θάνατο με αργή και βασανιστική ασφυξία. Καθώς η μέθοδος ήταν συνηθισμένη για την εποχή, τα Ευαγγέλια δεν αναφέρονται σε πολλές λεπτομέρειες. Ξέρουμε ωστόσο αρκετά που μάλιστα ανατρέπουν τις τυποποιημένες απεικονίσεις και τις χολιγουντιανές ταινίες πάνω στο Θείο Πάθος.

Οι σταυρώσεις γίνονταν για υγειονομικούς λόγους έξω από κατοικημένες περιοχές. Οι ξύλινοι σταυροί δεν ήταν μονοκόμματοι αλλά το κάθετο σκέλος τους έμενε μόνιμα καρφωμένο στον τόπο της εκτέλεσης. Το οριζόντιο, που μπορεί να ζύγιζε και πάνω από 50 κιλά, μεταφερόταν ως εκεί από τον κατάδικο, ο οποίος συνοδευόταν από στρατιωτικό απόσπασμα. Όταν έφταναν στο μέρος της σταύρωσης, στους κατάδικους προσφερόταν ένα ποτό από κρασί με μύρο, που είχε κάποιες ναρκωτικές ιδιότητες, ωστόσο ο Ιησούς αρνήθηκε να το πιει. Στη συνέχεια ο μελλοθάνατος ξαπλωνόταν ανάσκελα πάνω στο οριζόντιο σκέλος και τα χέρια του καρφώνονταν στο ξύλο.

Η άποψη ότι το κάρφωμα γινόταν στις παλάμες έχει ανατραπεί μια και αυτές θα ξεσκίζονταν από το βάρος του σώματος. Φαίνεται ότι τα καρφιά περνούσαν ανάμεσα από τα οστά των καρπών. Έπειτα το οριζόντιο σκέλος ανυψωνόταν και στερεωνόταν στον κατακόρυφο στύλο – συνήθως, την εποχή του Ιησού, στην κορυφή του, δίνοντας στον σταυρό το σχήμα κεφαλαίου Τ. Έπειτα έστρεφαν τα σκέλη προς τα πλάγια ελαφρώς λυγισμένα και τα κάρφωναν μαζί με ένα ακόμα καρφί που περνούσε και από τους ταρσούς και των δύο ποδιών. Η διαδικασία ολοκληρωνόταν με τη στερέωση στην κορυφή του σταυρού μιας επιγραφής με το όνομα και το έγκλημα του καταδίκου.

«Η δύναμίς μου εξηράνθη ως όστρακον…»

Μέχρι να έλθει ο θάνατος, ο σταυρωμένος περνούσε ένα βασανιστικό διάστημα που διαρκούσε από ώρες μέχρι δύο ή τρία εικοσιτετράωρα. Το κρέμασμα του σώματος από τα καρφιά δεν προκαλούσε μόνο απερίγραπτο διάχυτο πόνο αλλά και εξανάγκαζε τον θώρακα να μένει διαρκώς «ανοιχτός» σε θέση εισπνοής και τα πνευμόνια να μην μπορούν να αδειάσουν για να πάρουν καινούργιο αέρα. Με αυτό τον τρόπο σταδιακά το αίμα και οι ιστοί άδειαζαν από οξυγόνο και πλημμύριζαν με διοξείδιο του άνθρακα, ενώ οι πνεύμονες γέμιζαν υγρό. Καθώς ο κατάδικος ασφυκτιούσε, προσπαθούσε να ανασηκωθεί πάνω στα καρφωμένα πόδια του για να ανασάνει τρίβοντας την κομματιασμένη από το μαστίγωμα πλάτη του πάνω στο ξύλο του σταυρού. Όταν όμως ανασηκωνόταν, ο πόνος από τα πόδια και τις αρθρώσεις των ώμων και των χεριών ήταν αφόρητος και τον ανάγκαζε να ξαναφεθεί να κρέμεται. Ο σωματικός πόνος και η έλλειψη οξυγόνου τον έφερναν σε ημικωματώδη κατάσταση. Στο τέλος έχοντας χάσει τις αισθήσεις του αδυνατούσε να ανασηκωθεί για να πάρει μια ακόμη ανάσα και πέθαινε από ασφυξία.

Εννοείται ότι η ομιλία, για την οποία είναι απαραίτητη η εκπνοή, ήταν για τον σταυρωμένο πάρα πολύ δύσκολη. Ωστόσο αναφέρεται ότι ο Ιησούς μίλησε πάνω στον σταυρό και μάλιστα τις τρεις φορές για πράγματα που αφορούσαν άλλους. Την πρώτη απευθύνθηκε στον Θεό ζητώντας συγχώρεση για εκείνους που Τον σταύρωναν «ου γαρ οίδασι τι ποιούσι», τη δεύτερη είπε στον διπλανό του ληστή ότι θα είναι μαζί Του στον παράδεισο και την τρίτη απευθύνθηκε στη Θεοτόκο και στον Ιωάννη «ιδέ ο υιός σου – ιδέ η μήτηρ σου». Τα άλλα λόγια Του ήταν η απελπισμένη κραυγή «Θεέ μου γιατί με εγκατέλειψες», η έκκληση «διψώ» στην οποία οι στρατιώτες απάντησαν βουτώντας ένα σφουγγάρι σε ξίδι και φέρνοντάς το στα χείλη Του καρφωμένο σε ένα καλάμι από ύσσωπο (πιθανόν αυτό δεν ήταν άλλη μια πράξη βασανισμού γιατί πράγματι το ξίδι το χρησιμοποιούσαν για τόνωση και για ξεδίψασμα εκείνη την εποχή, ακόμα και οι ίδιοι οι στρατιώτες) και τέλος η κραυγή «τετελέσται –πάτερ, εις χείρας σου παρατίθεμαι το πνεύμα μου».

«Η καρδία μου έγινε ως κηρίον…»

Η τελευταία κραυγή για πολλούς μελετητές είναι μια ένδειξη ότι ο θάνατος προήλθε από κάποιο έντονο γεγονός, όπως μια καρδιακή ανακοπή. Η ιατρική εξήγηση για το αίμα και το νερό που, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, έτρεξαν από τα πλευρά του Ιησού όταν τον λόγχισε ο Ρωμαίος στρατιώτης για να επιβεβαιώσει τον θάνατό Του είναι η συσσώρευση υγρού ανάμεσα στην καρδιά και τη μεμβράνη που την περιβάλλει, το περικάρδιο, το οποίο έρευσε μαζί με το αίμα με το τρύπημα της λόγχης. Η συμφόρηση αυτή επιβάρυνε ακόμα περισσότερο τη λειτουργία της καρδιάς, που προσπαθούσε να αντλήσει το πυκνόρρευστο, ελαττωμένο από την αιμορραγία και κενό από οξυγόνο αίμα. Άλλες εξηγήσεις αναφέρονται σε μια πολυπαραγοντική αιτιολογία θανάτου, που περιλαμβάνει το σοκ εξαιτίας της αιμορραγίας, την ασφυξία, την οξεία καρδιακή ανεπάρκεια.

Το γεγονός ότι ο Ιησούς άντεξε στον σταυρό μόνο μερικές ώρες ενώ θεωρητικά με τον μέχρι τότε τρόπο της ζωής του -λιτοδίαιτος και με πολλές πορείες- θα πρέπει να ήταν αρκετά ανθεκτικός και με καλή υγεία, δείχνει το μέγεθος του μαρτυρίου που σημάδεψε την τελευταία μέρα της ανθρώπινης σάρκωσής Του. (Πηγή: E-Radio.gr Θέματα).

Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΗ Σταύρωση, η σταύρωση και το μαρτύριό της

Related Posts