Αλέξης Σολομός: Ο καλός κριτικός δεν πρέπει να αγοράζεται

Επιμέλεια: Παναγιώτης Μήλας

 

 

 

Ο Αλέξης Σολομός γεννήθηκε στην Αθήνα στις 9 Αυγούστου 1918 από γονείς κεφαλλονίτικης καταγωγής. Ήταν σπουδαίος σκηνοθέτης, μεταφραστής, θεωρητικός του θεάτρου και συγγραφέας. Πέθανε στις 25 Σεπτεμβρίου 2012 στο σπίτι του στο Κολωνάκι, σε ηλικία 94 ετών. Έφυγε ήσυχα, έχοντας κοντά του τις δύο κόρες και τα τρία του εγγόνια.

 

***

 

Στη μνήμη του, η εφημερίδα «Καθημερινή», σε επιλογή του Μιχάλη Ν. Κατσίγερα, παρουσίασε στις 27 Σεπτεμβρίου του 2012 αποσπάσματα από ένα κείμενο του Σολομού με τον τίτλο «Ο καλός κριτικός» από ομότιτλο άρθρο του, που είχε δημοσιευθεί στην «Καθημερινή» της 2ας Απριλίου 1961.

 

Ας διαβάσουμε τις απόψεις του (με την ορθογραφία της εποχής). Ένα κείμενο παντοτινά επίκαιρο: 

 

[…] Οκτώ προϋποθέσεις για νάναι ένας κριτικός αρμόδιος να κρίνη μια θεατρική παράσταση.
Να έχη μερικές γνώσεις γύρω από το θέατρο. Δεν αρκεί δηλαδή να μπορή να γράψη μια διατριβή για την «Κύρου ανάβαση» ή για την ποίηση του Δημητρίου Παπαρρηγοπούλου […] για νάναι σε θέση να καταλάβη πότε ένας ηθοποιός παίζει καλά και πότε όχι […]. Για νάναι ο θεατρικός κριτικός αρμόδιος, πρέπει να έχη σπουδάση θέατρο και να έχη μέσα του μια καθολική έννοια της τέχνης αυτής – τόσο θεωρητική όσο και πρακτική. […]

Να αγαπάη το θέατρο. […] Ο ηθοποιός, ο σκηνογράφος, ο συγγραφέας, ο σκηνοθέτης είναι ερωτευμένοι με τη δουλειά τους και με το κοινό τους. Βασανίζονται επειδή αγαπούν, μα αγαπούν ακόμα και τα δεινά τους. Ενώ ο κακός κριτικός τι αγαπάει: Ισως μια νεαρά ηθοποιό, ίσως ένα γηραλέο θιασάρχη, ίσως ένα μεταξύ δύο ηλικιών ενδυματολόγο. […].

Ο καλός κριτικός δεν πρέπει να αγοράζεται. […] κυκλοφορούν πολλά ανέκδοτα για το πόσο ένα δώρο, μια πρόσκληση σε μια μαστίχα, μια υπόσχεση συνεργασίας, ένα χαμόγελο (όταν πρόκειται για το ωραίο φύλο) […] επιδρούνε πάνω στα σοφά συμπεράσματα της «θύραθεν» κριτικής.

Δεν πρέπει να είναι εγωιστής και «κομπλεξικός». Δεν πρέπει δηλαδή […] να κατηγορή έναν ηθοποιό, επειδή ένας άλλος, πιο φίλος του, ήθελε να παίξη τον ίδιο ρόλο, ούτε να κατακρίνη μια παράσταση, επειδή στο βάθος ο ίδιος […] θα ονειρευόταν να την είχε κάνει ακριβώς έτσι. […].

Όταν διαθέτη τα τέσσερα παραπάνω βασικά εφόδια […] ο κριτικός είναι άξιος και για μια πέμπτη προϋπόθεση: την αυστηρότητα. […] ο κριτικός που κρίνει πρέπει να νοιώθη και να νογάη πιο πολλά απ’ τον καλλιτέχνη που κρίνεται. […].
[…] πρέπει να αισθάνεται πως ανήκει στην παράσταση που βλέπει κι όχι στην εφημερίδα που τον έστειλε. Υπηρετεί τη στιγμή εκείνη μια Τέχνη κι όχι έναν αρχισυντάκτη. […]

Να σέβεται το μόχθο των άλλων. […] ο ανάξιος κι εγκληματικός κριτικός έρχεται βιαστικά απ’ το δημοσιογραφικό του γραφείο, απ’ το δημοτικό σχολείο, απ’ το κοσμικό του κοκταίηλ και μέσα σε […] μισή ώρα σκαρώνει ένα ποδοσφαιρικό ρεπορτάζ που το ονομάζει «κριτική θεάτρου». […].

Να πιστεύη σε κάτι. Να έχη μια πνευματική προσωπικότητα – έστω κι αντιδραστική. Να μην είναι ανερμάτιστος. […].

 

***

Εδώ, ολοκληρώθηκε το κείμενο του Αλέξη Σολομού με τις απόψεις του  για τον καλό κριτικό.

 

 

***

 

Σπύρος A . Eυαγγελάτος: «Ο Σολομός είναι ο κατεξοχήν σκηνοθέτης – ποιητής»

 

 

Στις 23 Ιανουαρίου 1997 η Γενική Συνέλευση των διδασκόντων του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών αποφάσισε την αναγόρευσή ως επίτιμου. Η τελετή της αναγόρευσης πραγματοποιήθηκε στη Μεγάλη Αίθουσα Τελετών του Πανεπιστημίου Αθηνών στις 26 Μαΐου 1997. Ο Πρόεδρος του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών καθηγητής Σπύρος A . Eυαγγελάτος έλαβε πρώτος το λόγο και μεταξύ των άλλων είπε και τα εξής:

 

Η τιμητική εκδήλωση για τον Αλέξη Σολομό στη Μεγάλη Αίθουσα Τελετών του Πανεπιστημίου Αθηνών στις 26 Μαΐου 1997.

 

 

«Πιστεύω πως ο Σολομός δεν είναι μόνο ένας μεγάλος καλλιτέχνης του θεάτρου, αλλά και μια από τις κορυφαίες φυσιογνωμίες του νεοελληνικού πνευματικού βίου. Σκηνοθέτης, συγγραφέας μοναδικών θεωρητικών περί θεάτρου κειμένων, μεταφραστής, κάποτε σκηνογράφος ενδυματολόγος, στα νιάτα του θεατρικός συγγραφέας και ηθοποιός.

Παράλληλα κατά διαστήματα γενικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου και καλλιτεχνικός διευθυντής της Ελληνικής Τηλεόρασης και Ραδιοφωνίας. Χωρίς να υποτιμώ τους άλλους τομείς της δραστηριότητάς του, το κυριότερο βάρος της προσφοράς του πέφτει στις 170 περίπου σκηνοθετικές του δημιουργίες που καλύπτουν ένα διάστημα μεγαλύτερο των πενήντα ετών.

Η σκηνοθεσία με την έννοια που την αντιλαμβανόμαστε στον αιώνα μας, έχει στην Ευρώπη μια ιστορία περίπου 130 ετών, ενώ στην Ελλάδα θα συμπληρώσει εκατό χρόνια παρουσίας το έτος 2000. Από το 1900 μέχρι και τη γενιά του Αλέξη Σολομού, η Ελλάδα ανέδειξε, κατά την ταπεινή μου γνώμη, περισσότερους από δέκα σημαντικούς σκηνοθέτες θεάτρου.

Ανάμεσα σ’ αυτούς υπήρξαν σκηνοθέτες-οραματιστές, σκηνοθέτες-δάσκαλοι, σκηνοθέτες-πρωταγωνιστές-ηθοποιοί, σκηνοθέτες με διοικητικές ικανότητες, σκηνοθέτες δημιουργοί σχολών. Βεβαίως συχνά ένας σκηνοθέτης κάλυπτε περισσότερες της μιας από τις προσδιοριστικές ικανότητες που ανέφερα, και τα όρια ευτυχώς ήταν ρευστά. Εάν αποτολμούσα έναν ειδικότερο προσδιορισμό της σκηνοθετικής παρουσίας του Αλέξη Σολομού, θα έλεγα πως είναι ο κατεξοχήν σκηνοθέτης-ποιητής. Αλλά τι σημαίνει επιτέλους ο όρος σκηνοθέτης.

Αποσαφηνίζω εν παρενθέσει ότι σ’ αυτή τη σύντομη ομιλία μου εννοώ πάντοτε σκηνοθέτη θεάτρου και μόνον. Ο όρος «σκηνοθέτης» είναι αρκετά θολός και περικλείει επαγγελματίες του θεάτρου πολύ διαφορετικής ποιότητας, φιλοδοξίας, βεβαίως ικανοτήτων και στοχασμού. Ίσως να παρατηρήσατε ότι δεν ανέφερα τη λέξη ταλέντο.

Αυτό το θεωρώ αυτονόητη προϋπόθεση, εξάλλου και η έννοια του ταλέντου έχει αναμφισβήτητα ποιοτικές διαβαθμίσεις. Λοιπόν σκηνοθέτης είναι κάποτε ο δίκην τροχονόμου οργανωτής ανέμπνευστης κινησιολογίας μιας παράστασης: Από δω θα μπεις, εκεί θα βγεις, εκεί θα καθίσεις. Σκηνοθέτης λίγο πιο φιλόδοξος -εντός εισαγωγικών- είναι εκείνος που δήθεν οργανώνει τους ρυθμούς μιας παράστασης και φροντίζει για κάποιους ψευτο-ατμοσφαιρικούς φωτισμούς. Σκηνοθέτης ανώτερης τάξης υποτίθεται είναι και αυτός που νεωτερίζων χρησιμοποιεί κλασικά κείμενα ως πρόσχημα για να επιδείξει την όποια σκηνοθετική δεξιοτεχνία του, ερήμην του εσώτερου νοήματος του έργου.

Παρένθεση, το έχω πει και το ξαναλέγω, ένας ευφάνταστος δεξιοτέχνης σκηνοθέτης μπορεί να οργανώσει ένα ενδιαφέρον θέαμα με κείμενο από τον τηλεφωνικό κατάλογο. Δεν χρειάζεται να ενοχλήσει ούτε τον Αισχύλο, ούτε τον Σαίξπηρ, κλείνω την παρένθεση. Και, τέλος, προσπερνώντας κάποια άλλα παρόμοια στάδια, σκηνοθέτης είναι ο ποιητής-οραματιστής.

Αυτός που με παλαιότερα ή νεότερα κείμενα επιδιώκει να κάνει τους θεατές του κοινωνούς κάποιων αιώνιων ανθρώπινων ερωτημάτων όπως η γέννηση, ο έρωτας, ο θάνατος, οι κοινωνικές αδικίες, οι πολιτικοί προβληματισμοί, το χιούμορ και η εν γένει σαρκαστικά ευτράπελη αντιμετώπιση της ζωής, η μεταφυσική αγωνία, η απόπειρα διαλόγου με το άγνωστο, το άνοιγμα νέων θυρών στη σκέψη, κι όλα αυτά μέσα από ύφος προσωπικό, ερεθιστικό, καινούργιο. Αυτός είναι ο ποιητής-σκηνοθέτης που πορεύεται μέσα από άτυχες, μέτριες, καλές και κάποτε ιδιοφυείς, εμπνευσμένες στιγμές. Δεν υπάρχει όντως άξιος καλλιτέχνης που να μη ρισκάρει τη μεγάλη αποτυχία για να πετύχει κάποτε τις ανεπανάληπτες μεγάλες δημιουργίες του.

Μ’ αυτή την έννοια και με τις ύψιστες απαιτήσεις που θέτει κάποιος στο ρόλο του σκηνοθέτη, ο Αλέξης Σολομός είναι ένας μεγάλος σκηνοθέτης-ποιητής και όχι μόνο για τα ελληνικά μέτρα. Δεν υπήρξα ποτέ άμεσος μαθητής του, έμμεσος όμως σίγουρα ως μαθητής των παραστάσεών του, από μικρό παιδί. Ο Σολομός υπηρέτησε όλα τα είδη θεάτρου: αρχαίο δράμα, ευρωπαίους κλασικούς, νεοκλασικούς, εξπρεσιονιστές, σύγχρονους, νεοελληνικό ρεπερτόριο, όπερα, μιούζικαλ.

Μελετώντας το εύρος της προσφοράς του, στέκεται κανείς σε δύο διαπιστώσεις: Η πρώτη: ενώ ο Σολομός έδρασε σε πάρα πολλά αθηναϊκά θέατρα, ακόμη στο Κ.Θ.Β.Ε., στην Εθνική Λυρική Σκηνή, αλλά και στην Αμερική και στην Αγγλία, η ανάπτυξη της προσωπικότητάς του προβλήθηκε κυρίως στο Εθνικό Θέατρο, και στο δικό του «Προσκήνιο».

Στο Εθνικό εργάστηκε με λίγες διακοπές 40 χρόνια, από το 1950 έως το 1990, κι είναι από τους κυριότερους σκηνοθέτες που χάραξαν σε κάποια έτη ακμής το ύφος του θεάτρου αυτού, που κάποτε υπήρξε φωτοδότης της νεοελληνικής τέχνης. Το δικό του «Προσκήνιο» είχε μια παλαιότερη προϊστορία, αλλά η κυρίως δράση του τοποθετείται από το 1964 έως το 1980 περίπου. Δράση όχι πάντοτε αδιάλειπτη. Με το «Προσκήνιο» ο Σολομός έδωσε ένα νέο ύφος στα θεατρικά μας πράγματα και το διατήρησε με ηθικό κέρδος και υλικές απώλειες σε καιρούς που δεν υπήρχαν επιδοτήσεις.

Ο Σολομός είναι ο σκηνοθέτης που κυριολεκτικά ανάστησε τα έργα του Αριστοφάνη. Το 1956 με τις «Εκκλησιάζουσες» του Εθνικού στο Ηρώδειο, και το 1957 με τη «Λυσιστράτη» στην Επίδαυρο, πάντα με το Εθνικό, ανέδειξε τα έργα του Αττικού κωμωδιογράφου ως κείμενα που αφορούν το σύγχρονο κοινό και παράλληλα ως έργα που προσφέρονται για μοντέρνες αισθητικές διερευνήσεις.

Στη συνέχεια ο Σολομός οργάνωσε, πάντα με οίστρο, τις δέκα από τις ένδεκα σωζόμενες κωμωδίες του Αριστοφάνη. Αλλά και στην τραγωδία μας πρόσφερε κάποιες εκπληκτικές παραστάσεις. Αναφέρω μόνο ενδεικτικά τις μνημειώδεις «Ικέτιδες» του Αισχύλου που έφεραν μια νέα αφαιρετική αισθητική στην Επίδαυρο το 1964, και την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, μια από τις λιτότερες και ουσιαστικότερες προτάσεις αναβίωσης του αρχαίου δράματος το 1974.

Στο κλασικό ευρωπαϊκό ρεπερτόριο, η συμβολή του Σολομού είναι και πάλι σημαντικότατη. Πρωτοπαρουσίασε έργα του Σαίξπηρ που έκτοτε δεν ξαναπαίχθηκαν, όπως το «Χειμωνιάτικο παραμύθι» το 1952, ο «Κυμβελίνος» το 1957 και πιο πρόσφατα ο «Περικλής» το 1980. Ή έδωσε μοναδικές εκδοχές σε γνωστά έργα, όπως η έξοχη διδασκαλία του στο Ημέρωμα της στρίγγλας. Παρουσίασε επίσης για πρώτη φορά κωμωδίες των άγγλων συγγραφέων της παλινόρθωσης, και δίδαξε παράλληλα έργα του Λόπε ντε Βέγκα, του Γκαίτε, του Σίλλερ, του Κλάιστ, του Μολιέρου και άλλων.

Στο εξπρεσιονιστικό και σύγχρονο διεθνές θέατρο η συμβολή του είναι αποκαλυπτική. Θυμίζω την ποιητικότατη παράσταση του Πύργου του Κάφκα με το «Προσκήνιο», τη Λούλου του Βέντεκιντ με το ίδιο θέατρο, τα «Οργισμένα νιάτα» στο Εθνικό, σε πρώτη πανελλήνια παρουσίαση, το «Ονειρόδραμα» του Όσμπορν, και βέβαια τη «Σονάτα των φαντασμάτων» του Στρίντμπεργκ στο Εθνικό, καθώς και την εκπληκτικής έμπνευσης και διδασκαλίας παράστασης του πιραντελλικού «Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα» στο Εθνικό Θέατρο. Και εκτός όλων αυτών, επίσης έργα του Χάουπτμαν, του Μπρεχτ, του Κλωντέλ, του Έλιοτ, του Λόρκα, του Ανούιγ, του Ζιρωντού, Τέννεσυ Ουίλλιαμς, Μοντελά, Μαγιακόφσκυ, Ζαρρύ και άλλων.

Αλλά και στη διακονία του στο νεοελληνικό θέατρο ο Σολομός προσέδωσε ιδιαίτερη έμφαση. Την εκπληκτική «Ερωφίλη» του Χορτάτση, με το Εθνικό του 1961, ακολουθεί η πανελλήνια πρώτη του «Βασιλέα Ροδολίνου» του Ιωάννη Ανδρέα Τρωίλου, δύο κωμωδίες της κρητικής όψιμης αναγέννησης, και επίσης παρουσιάζει το μόνο σωζόμενο, βυζαντινό, υποτίθεται θεατρικό κείμενο «Ο Χριστός πάσχων» σε πανελλήνια πρώτη.

Εκτός αυτών ο Σολομός δίδαξε έργα του Ξενόπουλου, του Ρώμα, του Θεοτοκά, του Πρεβελάκη, αλλά κυρίως είναι ο σκηνοθέτης που απέδειξε ότι ο Νίκος Καζαντζάκης μπορεί όντως να σταθεί και ως θεατρικός συγγραφέας. Ο Σολομός σκηνοθέτησε τη «Μέλισσα», τον «Χριστόφορο Κολόμβο», τον «Καποδίστρια», τον «Βούδα».

Εδώ οφείλω μια σημείωση. Καμιά παράσταση δεν γίνεται από ένα και μόνο πρόσωπο έστω κι αν ο ηγέτης της είναι ιδιοφυής. Συνειδητά δεν ανέφερα σήμερα κανένα άλλο πρόσωπο εκτός του Αλέξη Σολωμού, αλλιώς για να είμαι σχετικά δίκαιος θα έπρεπε να αναφέρω τουλάχιστον τριάντα ονόματα ηθοποιών και καλλιτεχνικών συντελεστών, και πάλι θα ήμουν άδικος έναντι εκείνων που αμέσως έπονται».

 

Βάλτερ Πούχνερ: Ο Αλέξης Σολομός συναρπάζει, διαφωτίζει και διδάσκει

 

Στη συνέχεια ο αναπληρωτής Πρόεδρος του Tμήματος Θεατρικών Σπουδών καθηγητής Βάλτερ Πούχνερ παρουσίασε τον τιμώμενο λέγοντας μεταξύ άλλων και τα εξής:

«Ο Αλέξης Σολομός, εκτός από τα θεατρικά του έργα δημοσίευσε συνολικά ένδεκα τόμους με δοκίμια, εμπεριστατωμένες αναλύσεις, αυτοβιογραφικά, ένα θεατρικό λεξικό και μερικά σύνθετα μελετήματα που έλαβαν μια ξεχωριστή θέση στη φιλολογική και θεατρολογική επιστήμη.

Τα βιβλία αυτά είναι: 1961 Ο ζωντανός Αριστοφάνης (επανέκδοση 1974 και 1990, γαλλική μετάφραση 1974, αγγλική μετάφραση 1976), 1961 Θεατρικό τετράδιο, 1964 Ο άγιος Βάκχος, ή Tα άγνωστα χρόνια του ελληνικού θεάτρου: 300 π.Χ. – 1600 μ.Χ. (ανατύπωση 1974 και 1987), 1972 Τι προς Διόνυσον (δεύτερη έκδοση 1993), 1973 Ηλικία του θεάτρου: Ένδεκα σταθμοί στην ιστορία της θεατρικής τέχνης (δεύτερη έκδοση 1993), 1973 Το Κρητικό θέατρο: Από τη φιλολογία στη σκηνή, 1980 ο αυτοβιογραφικός τόμος Βίος και παίγνιον, 1984 Καλή μου Θάλεια, ή Περί Κωμωδίας, 1986 Εστί θέατρον και άλλα, το 1989 Θεατρικό λεξικό: Πρόσωπα και πράγματα στο παγκόσμιο θέατρο και το 1995 Ευριπίδης, ευφυής και μανικός.

Η ενασχόλησή του με τις διάφορες θεματικές ενότητες ξεκινά συνήθως από τη θεατρική πράξη: έτσι ο Ζωντανός Αριστοφάνης είναι καρπός προβληματισμού για τις παραστάσεις της αρχαίας κωμωδίας (έως το 1961 είχε ανεβάσει πέντε αριστοφανικές κωμωδίες, αργότερα και τις υπόλοιπες), ο Άγιος Βάκχος είχε αφορμή την παράσταση του Χριστού πάσχοντος το 1964, το βιβλίο για το Κρητικό θέατρο την παράσταση της Ερωφίλης το 1961 και του Βασιλέα Ροδολίνου το 1962 (σε παγκόσμια πρώτη).

Οι δραματολογικές του επιλογές έχουν και τη διάσταση της προβολής και μελέτης της θεατρικής παράδοσης της Ελλάδας από την αρχαιότητα έως το άμεσο παρόν, δίνοντας μάλιστα έμφαση σε αμφιλεγόμενα κεφάλαια και σε παραμελημένες από το πρακτικό θέατρο προσωπικότητες: σ’ αυτό εντάσσεται η ενασχόλησή του με το ζήτημα της ύπαρξης του θεάτρου στα βυζαντινά χρόνια, οι αναζητήσεις του, πρακτικές και θεωρητικές, στο κεφάλαιο του «Κρητικού θεάτρου» (σε μια εποχή που μόνο φιλόλογοι και γλωσσολόγοι έδιναν προσοχή σ’ αυτά τα έργα), σ’ αυτό ανήκει και η συστηματική καλλιέργεια του θεατρικού Καζαντζάκη (1961 Μέλισσα, 1975 Χριστόφορος Κολόμβος, 1976 Καποδίστριας, 1978 Βούδας) και του επίσης παραμελημένου από το πρακτικό θέατρο πρεβελάκη (1956 Τα χέρια του ζωντανού θεού, 1975 Λάζαρος).

 

 

Ο Αλέξης Σολομός με τη Μαίρη Αρώνη.

 

 

Το πιο γνωστό, και διεθνώς, και ίσως πιο συνθετικό του μελέτημα είναι χωρίς άλλο «Ο ζωντανός Αριστοφάνης», όπου ο Σολομός παρουσιάζει μια εμπνευσμένη σύνθεση ιστορίας και πολιτισμού του πέμπτου αιώνα, της προσωπικότητας του Αριστοφάνη μέσα από τα έργα του και της δραματουργικής δομής των σωζόμενων κωμωδιών, μια σύνθεση που γοητεύει και συναρπάζει, διαφωτίζει και διδάσκει, κι έκαμε εντύπωση και σε κύκλους των κλασικών φιλολόγων.

Στο Θεατρικό τετράδιο (1961) ενώνει δοκίμια και μελετήματα, άρθρα και συνεντεύξεις από το 1952 έως το 1960, ενώ μερικά κείμενα είναι ακόμα και παλαιότερα (το εγκώμιο της Ελένης Παπαδάκη το 1950, η συνέντευξη με τον Ζαν Κοπώ το 1940).

Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα δύο μελετήματα της αρχής για τον Οθέλλο του Σαίξπηρ («Πόσο μαύρος ήταν ο Οθέλλος» σ. 9-18, «Γιατί ο Ιάγος ήταν κακός» σ. 19-26), ενώ ακολουθούν δοκίμια για τον Βασιλιά Ληρ, «Το παρδαλό ρούχο» (πάλι για τον Σαίξπηρ), «Κυμβελίνος και Μπέρναρντ Σω», «Ο Σαίξπηρ στην πατρίδα του» και «Ο Σαίξπηρ στη γαλλική σκηνή», όπου ο Σολομός παρουσιάζει τις κατά καιρούς ερμηνείες σαιξπηρικών ρόλων από όλο το φάσμα της ιστορίας του ευρωπαϊκού θεάτρου.

Και γενικώς τρέφει μιαν αγάπη για την ιστορία του θεάτρου. Tο μαρτυρούν τα επόμενα άρθρα για το ημερολόγιο του Samuel Pepys (1660-69), για τον Musset, τον Baudelaire, τον Chekhov, την παράσταση του ιψενικού Rosmersholm της Eleanora Duse με σκηνικό του Edward Gordon Craig, για το μουσείο του Max Reinhardt στη Βιέννη, για τον Copeau, την Ελένη Παπαδάκη, τον Jouvet, τον Brecht, τον Okhlopkov, τον Lorca, τον Anouilh, τον Camus, τον Vilar κι άλλα άρθρα, όχι πάντα θεατρικά. Ακόμα και μέσα στην ανεκδοτολογική αφήγηση παραμένει ευδιάκριτος ο στόχος της διδαχής, της χαρούμενης και ανάλαφρης μεταφοράς γνώσεων, πραγμάτων και προσώπων της θεατρικής ιστορίας σ’ ένα ευρύτερο κοινό.

Ακολουθεί ο αυτοβιογραφικός τόμος με πάμπολλες φωτογραφίες Βίος και παίγνιον: Σκηνή – Προσκήνιο – Παρασκήνια (1980) που παρουσιάζει, με αρκετή σεμνότητα και έντονο χιούμορ, τη σταδιοδρομία του στο ελληνικό και ξένο θέατρο και δίνει και ένα κατάλογο σκηνοθεσιών, που έως το 1980 είχε φτάσει τα 159 έργα. O πίνακας αυτός φανερώνει τις προτιμήσεις και ανησυχίες του Σολομού, που βρίσκονται, με εξαίρεση το αρχαίο και νέο ελληνικό θέατρο, σαφώς στη μοντέρνα εποχή: δίπλα στους κλασικούς Shakespeare, Moliere, Goethe και Schiller υπάρχουν κυρίως οι Shaw, Auden, Eliot, O ‘ Neill, Tenessee Williams, Miller, Jarry, Claudel, Giraudoux, Anouilh, Genet, Wedekind, Brecht, Kafka, Frisch, Strindberg, Ibsen, Dostojevski, Turgenjev, Tolstoj, Chekhov, Majakovski, Pirandello και Lorca.

Εξαιρετική γοητεία έχει ο μικρός τόμος δοκιμίων για το φαινόμενο του κωμικού στο ευρωπαϊκό θέατρο, «Καλή μου Θάλεια», που αποτελεί συγχρόνως συγγραφικό κομψοτέχνημα, συστηματική μελέτη και εγχειρίδιο διδασκαλίας.

Μια συλλογή δοκιμίων, που γράφηκαν με διάφορες αφορμές, αποτελεί ο τόμος «Εστί θέατρον», που δημοσιεύτηκε το 1986. Τα θέματα ποικίλλουν: το ιστορικό του Φεστιβάλ της Επιδαύρου, ο «αθάνατος» Ξενόπουλος, η «μάνα γη» Κυβέλη, η μορφή της Μήδειας, τα πενήντα χρόνια του Εθνικού Θεάτρου, ο θάνατος του Γιώργου Παππά, δραματικές διασκευές του μύθου των Ατρειδών, ο Τερζάκης δραματογράφος, ένας εικονικός πρόλογος στον Φάουστ, ο Κάρολος Κουν και το θέατρό του, ο Ροντήρης δάσκαλος, ιψενικά έργα (Πέερ Γκυντ, Αρχιμάστορας Σόλνες), θέατρο και κινηματογράφος, Eugene O’ Neill, η μάσκα στο θέατρο, ο Μαγιακόβσκι, συνάντηση με το Λόρκα κι άλλα μικρά κι ευκαιριακά.

Το αποκορύφωμα όμως στην υπηρεσία της υπεύθυνης πληροφόρησης γύρω από τα θεατρικά πράγματα, της επιθυμίας του για παροχή θεατρικής παιδείας κι επικοινωνίας με ένα ευρύτερο κοινό αποτελεί χωρίς άλλο «Το θεατρικό λεξικό», το οποίο, με τις 400 σελίδες του σε μεγάλο σχήμα και τα περίπου 2000 λήμματά του και τις πάμπολλες φωτογραφίες επιχειρεί, όπως γράφει ο ίδιος, να δώσει ένα πρώτο αλφαβητάρι για τη στοιχειώδη κατατόπιση του αναγνώστη. Αυτό που πραγματοποιείται συνήθως από ένα επιτελείο με συνεργασία ειδικών για το κάθε λήμμα, κατόρθωσε στην περίπτωση αυτή ένας πρακτικός του θεάτρου μόνος του, από μεράκι κι ευαισθησία, νιώθοντας την ανάγκη της ύπαρξης ενός τέτοιου εγχειριδίου.

 

Το λεξικό συμπεριλαμβάνει λήμματα για θεατρικά έργα και συγγραφείς, θεατρικούς ρόλους, μυθολογικές μορφές που παριστάνονται συχνά στη σκηνή, τεχνικούς και θεατρικούς όρους, μετρικά σχήματα, δοκίμια για τη θεατρική τέχνη, ηθοποιούς (όχι ζωντανούς, κυρίως στην περίπτωση της Ελλάδας), ονόματα θεάτρων και σύνθετα άρθρα για τις διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Εκτενή λήμματα υπάρχουν π.χ. για την αττική κωμωδία, το θέατρο του Διονύσου, τον Καραγκιόζη, την commedia dell ‘ arte, τον Max Reinhardt, τον Σαίξπηρ, το Κρητικό θέατρο κτλ.

 

Μ’ αυτή την έννοια το λεξικό φέρει τη σφραγίδα της προσωπικότητας του συγγραφέα του. Υπάρχουν και λήμματα που δεν θα περίμενε κανείς, όπως «Λάζαρος» ή Άρτε Νουέβο του Lope de Vega, συζητιούνται επίσης σε έκταση και έννοιες όπως ακουστική, ανάλυση, αντιήρωας, αντιλαβή, αποκέντρωση, αποστασιοποίηση, αρχιτεκτονική κτλ.

 

Οι κρίσεις είναι εύστοχες, όπως π.χ. στην περίπτωση της αισθητικής αποτίμησης της Τρισεύγενης του Παλαμά ή στο ζυγισμένο άρθρο του για τον Κωνσταντίνο Χρηστομάνο. Όπως παρατηρεί ο ίδιος με νηφαλιότητα στον πρόλογο, πρόκειται για μία πρώτη απόπειρα σύνταξης ενός τέτοιου λεξικού στα ελληνικά, το οποίο ξεκίνησε από τη διαπίστωση, πως τα σχετικά ξένα εγχειρίδια είναι τελείως ανεπαρκή όσον αφορά το νεοελληνικό θέατρο.

 

Επειδή η συνολική εικόνα της ιστορίας και θεωρίας του νεοελληνικού θεάτρου είναι ακόμα ρευστή, παρουσιάζει σχεδόν καθημερινά νέες ανακαλύψεις θεατρικών έργων και παραστάσεων και επιδέχεται σε ευρεία κλίμακα αναπροσανατολισμούς και αναθεωρήσεις δεδομένων και αποτιμήσεων, ένα νέο θεατρικό λεξικό, σε επιστημονική βάση, θα αργήσει ακόμα πολύ να εμφανιστεί.

Το τελευταίο βιβλίο του για τον Ευριπίδη επαναλαμβάνει εν πολλοίς σε δομή και στόχευση την πρώτη του επιτυχία, το βιβλίο για τον Αριστοφάνη. Κι εδώ ο Σολομός δίνει μια εμπεριστατωμένη ανάλυση της εποχής και της προσωπικότητας του πιο δημοφιλούς των τραγικών, του πιο μοντέρνου και σύγχρονου, και αναλύει σε βάθος όλες τις σωζόμενες τραγωδίες του».

 

Αλέξης Σολομός: Για να πρωτοτυπήσουμε διαστρεβλώνουμε τα αριστοφανικά έργα 

 

Η εκδήλωση προς τιμήν του Αλέξη Σολομού, έκλεισε με την ομιλία του, της οποίας ο τίτλος ήταν «Σαράντα χρόνια Αριστοφάνης». Ο σκηνοθέτης είπε μεταξύ των άλλων:

 

«Είχα ξαναβρεθεί εδώ μέσα προ αμνημονεύτων χρόνων, σαν φοιτητής της Φιλοσοφικής Σχολής και ταυτόχρονα της Νομικής, μα τελικά κατάλαβα πως δεν ήμουν άξιος να παραδοθώ στις φιλοσοφικές  νεφέλες, ούτε να γίνω δικαστική Σφήκα.

Η αναφορά αυτή στους αριστοφανικούς συμβολισμούς με φέρνει ολόισια στο σημερινό μου θέμα, γιατί φέτος συμπληρώθηκαν σαράντα χρόνια της οριστικής συμφιλίωσης του ελληνικού λαού με τον αρχαίο κωμωδιογράφο. Για πρώτη φορά χάρηκε η πατρίδα μας όλα τα σωζόμενα έργα του, κι ο Αριστοφάνης έγινε αναπόσπαστο μέρος της ζωής μας. Γεγονός πραγματικά κοσμογονικό, αν αναλογιστούμε πως για δυόμισι χιλιάδες χρόνια είχε παραμείνει σχεδόν άγνωστος ή, το χειρότερο, γνωστός κι ανεπιθύμητος.

Τόσο στην αρχαία Ελλάδα, όταν ο Πλούταρχος τον υποβίβασε, εξυψώνοντας το Μένανδρο, όσο και στη νεαρή καινούρια Ελλάδα, όταν οι σποραδικές παραστάσεις του συνοδεύονταν απ’ την προειδοποίηση «αυστηρώς ακατάλληλος διά κυρίας και δεσποινίδας», η μνήμη του γενάρχη της Αττικής Κωμωδίας έμενε εσαεί κηλιδωμένη.

Ο Ελληνισμός του περασμένου αιώνα τον τίμησε, ιδρύοντας θιάσους με το όνομα «Αριστοφάνης» στην Αθήνα, στην Πόλη και στη Σμύρνη. Μα το περίεργο είναι πως οι θίασοι αυτοί ασχολήθηκαν ελάχιστα με τις κωμωδίες του, προτιμώντας έργα άλλων συγγραφέων. Συμφώνα με τα ιστορικά κιτάπια, η πατρίδα μας είδε μιαν από τις πρώτες αριστοφανικές παραστάσεις, όταν ο δημοσιογράφος και θεατρόφιλος Σοφοκλής Καρύδης παρουσίασε τις Νεφέλες και τον Πλούτο. Αυτό συνέβηκε στα 1868 και δεν προκάλεσε άλλο τίποτα από μερικές μετριότατες απομιμήσεις.

Πάνω από τριάντα χρόνια αργότερα, στις αρχές του αιώνα μας, οι πρόδρομοι σκηνοθέτες Θωμάς Οικονόμου και Κωνσταντίνος Χρηστομάνος έφεραν θαρραλέα τον Αριστοφάνη στην επικαιρότητα, ο ένας ανεβάζοντας τον Πλούτο στο Βασιλικό Θέατρο, ο άλλος τις Νεφέλες και τις Εκκλησιάζουσες στο θίασό του, τη «Νέα Σκηνή». Τις ιστορικές αυτές αναβιώσεις δεν τις είδε όμως παρά ένα σχετικά περιορισμένο κοινό και δεν δημιούργησαν πάνδημο ενδιαφέρον για το θεμελιωτή της παγκόσμιας κωμικής τέχνης.

 

 

Αλέξης Σολομός: Στη δεκαετία του ‘30, το νεοσύστατο Εθνικό Θέατρο παρουσίασε ένα πλήθος δραματουργών, παραλείποντας αδικαιολόγητα τον Αριστοφάνη.

 

 

Στις επόμενες δεκαετίες το νεοελληνικό θέατρο, ή απέφυγε τον Αριστοφάνη σαν την πανούκλα, ή τον θυμότανε σε τυχάρπαστες παραστάσεις, συχνά χωρισμένες σε τρεις πράξεις και δίχως χορό, όπου κυριαρχούσε η σαχλοεπιτήδευση κι η αισχρολογία, γελοιοποιώντας ολότελα τον κωμωδιογράφο. Κι όταν η Μαρίκα Κοτοπούλη αποφάσισε να παίξει τη Λυσιστράτη, κατέφυγε στη διασκευή ενός παριζιάνου συγγραφέα, σαν πιο κατάλληλη «διά κυρίας και δεσποινίδας». Υπήρχανε, βέβαια, και μερικές τίμιες εξαιρέσεις, όπως μια παράσταση της Ειρήνης στο μεσοπόλεμο με τον Χριστόφορο Νέζερ. Στη δεκαετία του ‘30, ωστόσο, το νεοσύστατο Εθνικό Θέατρο παρουσίασε ένα πλήθος δραματουργών, παραλείποντας αδικαιολόγητα τον Αριστοφάνη.

Έτσι χρειάστηκε να περάσουν άλλα 20 χρόνια αριστοφανικής αφάνειας, ώσπου ο Σωκράτης Καραντινός να σκηνοθετήσει τις Νεφέλες στο Εθνικό Θέατρο και ο Λίνος Καρζής τη Λυσιστράτη στο Θυμελικό του Θίασο, με πρωταγωνίστρια την Κυβέλη. Στις δύο αυτές αξιοσημείωτες σκηνικές προσφορές χρησιμοποιήθηκαν προσωπεία κι άλλα αρχαιολογικά στοιχεία, με μεγάλη προσήλωση στην υποτιθέμενη εθιμοτυπία του 5 ου π.Χ. αιώνα.

Αντίθετα, δηλαδή, με τα έργα των τραγικών μας, που είχαν κιόλας αποκατασταθεί σαν ζωντανό θέατρο, χάρη στο Φώτο Πολίτη και το Δημήτρη Ροντήρη, οι αριστοφανικές κωμωδίες αντιμετωπίζονταν ακόμα σαν κάτι που ήταν κι όχι σαν κάτι που είναι. Σ’ όλο αυτό το διάστημα, αν η θερμοκρασία στην Ελλάδα παρέμενε γενικά χλιαρή για τον Αριστοφάνη, στην υπόλοιπη Ευρώπη βρισκόταν υπό το μηδέν.

Απ’ τις αρχές της Αναγέννησης, όταν ο Άλδος Μανούτιος κι ο Μάρκος Μουσούρος τυπώσανε τα έργα του στη Βενετιά, οι δραματουργοί κι οι τεχνοκρίτες όλων των εποχών δεν έπαψαν να τον μνημονεύουνε σαν κλασική προσωπικότητα, μα κανένας δεν προώθησε την επιβίωση των έργων του στο θέατρο. Και οι μεγάλοι ευρωπαίοι κωμωδιογράφοι προτιμούσανε για πρότυπο τον Πλαύτο και τον Τερέντιο, δηλαδή τους ρωμαίους απογόνους του Μένανδρου, κι όχι τον Αριστοφάνη.

Ακόμα και στη μεγάλη θεατρική δραστηριότητα του αιώνα μας, ούτε ο Στανισλάφσκι στη Ρωσία, μήτε ο Ράινχαρτ στη Γερμανία, με τα πλούσια ρεπερτόριά τους, ενδιαφέρθηκαν γι’ αυτόν, πάρε μία μονάχα Λυσιστράτη του δεύτερου μέσα σε περίοδο τριάντα ετών. Στο Παρίσι είχε ανεβάσει ο Ντυλλέν Νεφέλες και Όρνιθες στο θεατράκι του, μα κατόπιν απόλυτη αριστοφανική σιωπή.

Στο Λονδίνο, εξάλλου, ο κωμωδιογράφος ήτανε κάτι περισσότερο από απόβλητος. Τον καιρό που σπούδαζα εκειπέρα, ρώτησα έναν κορυφαίο ηθοποιό αν είχε διαβάσει τις κωμωδίες του. Το μόνο που ξέρω, μου απάντησε, είναι η λέξη βρεκεκεξ-κοαξ-κοαξ. Κι όταν πρότεινα στο Διευθυντή της Δραματικής Ακαδημίας να σκηνοθετήσω τις Εκκλησιάζουσες με τους συμμαθητές μου, έβαλε τις φωνές: Τέτοια πρόστυχα έργα δεν επιτρέπονται. Μονάχα, αφού του περιέγραψα με λεπτομέρειες την υπόθεση, έδωσε τη συγκατάθεσή του. Σπουδαία κωμωδία, είπε με ανακούφιση, και περίεργο διόλου πρόστυχη.

Αυτή ήταν η γενική ατμόσφαιρα στην Εσπερία, αλλά και στο πάτριον έδαφος. Κάτι έπρεπε, λοιπόν, να γίνει για να πάρει ο Αριστοφάνης άφεση αμαρτιών – αμαρτιών ανύπαρκτων – και ν’ αποκατασταθεί επίσημα κι αδιαφιλονίκητα στη θεατρική σκηνή και θυμέλη. Για να αποκατασταθεί, ας τονίσουμε, όχι σαν αλλόκοτο αρχαιολογικό κατάλοιπο, μα σαν ζωντανός συγγραφέας όλων των εποχών. Αυτό το κάτι συντελέστηκε επιτέλους στα 1956, όταν ο τότε διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου Αιμίλιος Χουρμούζιος και η κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή καθιέρωσαν την εβδομάδα Αττικής Κωμωδίας στο Ηρώδειο και πρωτάνοιξαν τις πύλες της Επιδαύρου για τον ελληνικό λαό και για όλους τους λαούς που έρχονταν προσκυνητές στον τόπο μας.

Αρχίζοντας με τις Εκκλησιάζουσες και τη Λυσιστράτη, παίχτηκαν όλες οι κωμωδίες του Αριστοφάνη στο κατάμεστο αργολικό θέατρο. Κι η επιτυχία που γνώρισαν οφειλόταν προπάντων στους τίμιους μεταφραστές και στους άριστους ηθοποιούς, μουσικούς, χορογράφους κι ενδυματολόγους, που είδανε την Αττική Κωμωδία μέσα από το πρίσμα της σημερινής εποχής, αλλά με απόλυτο σεβασμό στη θεατρική της φόρμα και στη διονυσιακή της προέλευση. Στην εξόρμηση αυτή του Εθνικού Θεάτρου προστέθηκε δημιουργικά κι εκείνη του Θεάτρου Τέχνης κι αργότερα άλλων αξιόλογων ιδιωτικών θιάσων. Και δεν πέρασε καμιά χρονιά από τις σαράντα, δίχως τη θριαμβευτική παρουσία του Αριστοφάνη. Έτσι, ο ίσαμε τότε παρεξηγημένος προπάτορας μπόρεσε επιτέλους να επικοινωνήσει με τους σημερινούς συνανθρώπους του και να χειροκροτηθεί, σαν δημιουργός αγέραστος και ανεπανάληπτος.

Επόμενο είναι να τον βλέπουνε σήμερα όλοι οι παραγωγοί του σύγχρονου αττικού άλατος σαν μια ασφαλέστατη επένδυση, και να εμπιστεύονται σε αυτόν το κορύφωμα της σταδιοδρομίας τους. Το ερώτημα είναι, ωστόσο, αν εκείνος μπορεί πάντα να μας εμπιστεύεται. Γιατί πότε πότε προβάλλει στο θεατρικόν ορίζοντα η ανησυχία: μην τυχόν η υπερβολική εκμετάλλευση καταλήξει σε βάρος του.

Μήπως, δηλαδή, για να πρωτοτυπήσουμε και να υπερσκελίσουμε ο ένας τον άλλον, διαστρεβλώνουμε τα αριστοφανικά έργα (όπως στο μακρυνό κι επάρατο παρελθόν) με δικές μας προσθήκες και φαντασιώσεις, άσχετες με την πρόθεση του κωμωδιογράφου. Εξαφανίζοντας έτσι το λυρικό ποιητή, το σατιρικό αγωνιστή, τον πολιτικό φιλόσοφο και τον υπέροχο θεατρικό οραματιστή, υπάρχει κίνδυνος να ξαναδημιουργήσουμε το πλανερό φάντασμα του βωμολόχου και πορνογράφου, που τον είχε για τόσους αιώνες εξωστρακίσει. Και, συνάμα, να παραβλέψουμε ολότελα το βαθύτερο νόημα της σάτιρας και το διδακτικό της προορισμό.

Είμαι απόλυτα βέβαιος πάντως πως οι νεότερες γενιές των θεατρικών δημιουργών μας θα φροντίσουνε να μη συμβεί αυτό ποτέ. Κι αν αντιληφτούν πως έχει αρχίσει κιόλας να συμβαίνει κάτι τέτοιο, θα καταπολεμήσουνε τον Άδικο Λόγο και θα βοηθήσουνε το Δίκαιο Λόγο να επικρατήσει.

Όχι μόνο στο θέατρο, αλλά και στη ζωή. Και μακάρι να έρθει μια μέρα που κανένας μας δεν θα χει το δικαίωμα να γίνει υπουργός ή καν βουλευτής και να κρίνει την τύχη της Ελλάδας, αν δεν έχει άριστα εκπαιδευτεί απ’ τις κωμωδίες του Αριστοφάνη».

 

***

 

Το βιογραφικό του είναι ένα «τετράδιο» γεμάτο επιτυχίες 

 

Ο Αλέξης Σολoμός (επίσημα, Αλέξανδρος Σολωμός), του Ιωάννη, ήταν Έλληνας θεατρικός σκηνοθέτης, μεταφραστής, και θεωρητικός του θεάτρου. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 9 Αυγούστου του 1918, με καταγωγή από την Κεφαλλονιά. Υπήρξε μαθητής του  Καρόλου Κουν στο Κολέγιο Αθηνών, παρακολούθησε μαθήματα στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου (1939-1942), στη Βασιλική Ακαδημία Δραματικών Τεχνών του Λονδίνου (1945-46), στο Πανεπιστήμιο Γέιλ των ΗΠΑ και στο Δραματικό Εργαστήρι του Πισκάτορ (1946-48). Πριν ολοκληρώσει τις θεατρικές σπουδές του, είχε ήδη σχεδιάσει τα κοστούμια για τον Μάκβεθ που ανέβασε η Μαρίκα Κοτοπούλη το 1937.

Εκείνη την εποχή άρχισε και η συνεργασία του (με διηγήματα, μεταφράσεις, καλλιτεχνικές ειδήσεις, συνεντεύξεις κ.α.) με το περιοδικό “Νεοελληνικά Γράμματα” του Δημήτρη Φωτιάδη. Το 1939 παρουσίασε την πρώτη σκηνοθετική του δουλειά στην Αρκούδα του Τσέχωφ, που ανεβάστηκε από το θίασο του Αγγλοελληνικού Συνδέσμου. Στην Κατοχή εργάστηκε ως ηθοποιός, ενδυματολόγος, μεταφραστής και κριτικός κινηματογράφου.

 

 

Ο Αλέξης Σολομός για κάποιες από τις μεταφράσεις του χρησιμοποίησε το όνομα Α. Ροσόλυμος. Συχνά μετέφραζε ο ίδιος τα έργα που σκηνοθετούσε ή και σχεδίαζε και τα κοστούμια.

Η επαγγελματική θεατρική του σταδιοδρομία άρχισε ουσιαστικά με τη συνεργασία του στο Θέατρο Αθηνών του Κωστή Μπαστιά στα 1942-43. Έπαιξε ως ηθοποιός στο “Δίλημμα του Γιατρού” του Μπέρναρντ Σω (πλάι στους Ελένη Παπαδάκη, Γιώργο Παππά και Θάνο Κωτσόπουλο) στο “Θέατρο Διονύσια”.

Παράλληλα σχεδίασε τα κοστούμια της παράστασης Αΐντα του Βέρντι, που παρουσιάστηκε στο Θέατρο Ολύμπια. Το 1943 συνεργάστηκε για ένα μικρό χρονικό διάστημα, ως ηθοποιός, με το “Θέατρο Τέχνης” του Καρόλου Κουν και με το Θίασο Μανωλίδου-Βεάκη-Παππά-Δενδραμή. Το 1944 ανέβηκε από το Θέατρο Τέχνης το θεατρικό του έργο “Ο τελευταίος ασπροκόρακας” και το 1945 “Το μονοπάτι της λευτεριάς” από το Θίασο Παππά – Μερκούρη. Επιπλέον το 1944 υπήρξε ιδρυτικό μέλος του περιοδικού “Τετράδιο”.

Άρχισε τη σκηνοθετική του σταδιοδρομία στη Νέα Υόρκη το 1947 στο Cherry Lane Theatre και στο Province Town Playhouse. Το 1949 ανέβασε τον Καλιγούλα του Καμύ στο Embassy Theatre του Λονδίνου. Το 1949 επέστρεψε στην Ελλάδα όπου η πρώτη παράσταση που σκηνοθέτησε ήταν η “Κληρονόμος” στο Θέατρο Μουσούρη. Συνεργάστηκε με το Εθνικό Θέατρο τις περιόδους 1950-1964, 1968-1985 και το 1992, όπου σκηνοθέτησε περίπου εκατόν δύο (102) θεατρικές παραστάσεις.

Εξήντα πέντε (65) περίπου παραστάσεις σκηνοθέτησε σε διάφορους αθηναϊκούς θιάσους, στο Κ.Θ.Β.Ε., στην Ε.Λ.Σ. Το 1964 ίδρυσε το δικό του θίασο, με την επωνυμία “Προσκήνιο” (1967-1978). Επίσης εργάστηκε στο Μίσιγκαν των Η.Π.Α. ως καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ αρχαίου ελληνικού θεάτρου. Θεωρείται από τους σκηνοθέτες που συνέβαλλαν στην αναβίωση των έργων του Αριστοφάνη, ανεβάζοντας στην Επίδαυρο δέκα από τις ένδεκα κωμωδίες του, με τη χρήση στοιχείων από την ελληνική λαογραφική παράδοση.

Επιπλέον μελέτησε και με τις αρχαίες τραγωδίες και σκηνοθέτησε έργα και των τριών μεγάλων Ελλήνων Τραγικών. Πλούσιο υπήρξε και το μεταφραστικό έργο του. Για κάποιες από τις μεταφράσεις του χρησιμοποίησε το όνομα Α. Ροσόλυμος. Συχνά μετέφραζε ο ίδιος τα έργα που σκηνοθετούσε ή και σχεδίαζε και τα κοστούμια.

Επίσης χρημάτισε αναπληρωτής γενικός διευθυντής του Ε.Ι.Ρ.Τ. (1974-1975) και δύο φορές διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου (1980-1983).