Γιάννης Φιλιππίδης, κάθε βιβλίο ένας ήλιος παραπάνω

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Περίεργο δεν είναι που σ’ αυτόν τον τόπο το γέλιο θεωρείται ασυμβίβαστο με τη σοβαρότητα και την αξιοπρέπεια; Μήπως όμως με τα χρόνια χρειάζεται να γίνουμε πιο ανάλαφροι έτσι που η εξήγηση του κόσμου τούτου να μας χαριστεί απλόχερα;
«Σκόρπισες το γέλιο σου, ως τη βεράντα», λέει ο Γιάννης Φιλιππίδης.
«Θέλω να μου στέλνεις έναν ήλιο παραπάνω τα πρωινά του χειμώνα. Να ξεμένω αιφνιδιαστικά χαμογελαστός να τον κοιτάω».
«Μεγάλωσες θερίζοντας βλέμματα γελαστά».
Απάνθισμα σοφίας είναι το «Ζωή με λες», το νέο βιβλίο του Γιάννη Φιλιππίδη, πείρα που συσσωρεύεται, μπαλάντα που χορεύεται, πάθη, μύθοι, μυθοπλασίες, θρύλοι. Γραφή αληθινή, ασπαίρουσα, λαμποκοπούσα.
Κάπου ρωτάει: «Τι αποφεύγεις να σκεφτείς;». Και απαντά: «Όσα μυρίζουνε γρανάζι, αποφεύγω έτσι την απελπισία».
Αγγίζει την έμπνευση με σεβασμό και θωπεύει τις λέξεις με συγκινημένα ακροδάκτυλα.
Η συναισθηματική ένταση, η μουσικότητα των φράσεων, το λεκτικό πάντρεμα, η ανεπαίσθητη νοσταλγία πίσω από τις αριστοτεχνικές προτάσεις, κάποιο κόκκοι θλίψης, ένας λιτός κυνισμός που μόλις αποκαλύπτει εκείνο το παράπονο που ελλοχεύει στις άκρες των χειλιών, υποψίες, στοχασμοί κι ερωτήματα δημιουργούν το ξεχωριστό ύφος του Γιάννη Φιλιππίδη.
Και πάντα αυτή η ικανότητά του, η μοναδική, να αναστρέφει την έννοια των λέξεων και των εκφράσεων.
Η πλοκή ξετυλίγεται παράγραφο παράγραφο, μιλώντας για πράγματα που αγαπήσαμε, πάνω στα οποία στηρίξαμε όνειρα, μερικές φορές ανασηκώνοντας την προσωπίδα του έρωτα κι αφήνοντας να διαφανεί η αγωνία, η κρυφή λαχτάρα, το αντίδωρο του χαμόγελου, μια ανάσα ειρηνική, μια διαφυγή, ένα φιλί θαλασσινό. Ώσπου να φτάσουμε στην τελευταία παράγραφο την καταλυτική, όπου βρίσκεται και το μήνυμα: η δύναμη της απλής ευτυχίας.

Η λογοτεχνία του Γιάννη είναι ύμνος ελπίδας στην ίδια την ελπίδα, μεθυστική, περιπαίχτρα, μελαγχολική, διαφορετική, ξύπνια, ερωτική, αισιόδοξη, άξαφνη.
Λογοτεχνία καμωμένη από σταγόνες δροσιάς, που ποτέ δεν λιμνάζει, μπορεί να βουτήξει άφοβα στη λάσπη και ποτέ να μη λερώνεται γιατί αυτή η λογοτεχνία, η ακριβή, η αυθεντική, η σπουδαία, δεν λερώνεται πραγματικά ποτέ.
Οι υψηλές αξίες, η πίστη, η αγάπη, το ήθος, σαν αίσθηση, σα διαίσθηση, σα θέληση και σα γνώση είναι διάχυτες στο έργο του.
«Είναι ο βηματισμός του καθενός που ξετυλίγει διαδρομές, οι επιλογές κι όχι οι προσευχές…», διαβάζω.
Και κάπου, σε μια γωνιά μαζεύει το άνθος της ζωής, τα γέλια μας, τις συγκινήσεις μας, τις στιγμές μας, τα βλέμματα τα αγαπημένα, τα βάζει σ’ ένα βάζο ακριβό και ρίχνει πάνω τους αιθέρια μυρωδικά για να συντηρηθούν, να μην εξατμιστούν, να αντέξουν, και μας το κάνει δώρο, δώρο καρδιάς.
Ο Γιάννης Φιλιππίδης γεννήθηκε σε μια πόλη στην άκρη ενός μεγάλου κάμπου, εκεί που κάποτε ένας βάλτος εμπιστεύτηκε τα μυστικά του στην Πηνελόπη Δέλτα. Εννιά ετών παιδί αποκτά την πρώτη του γραφομηχανή. Ο Βαρδάρης τρυπώνει από τα ανοιχτά παραθυρόφυλλα και οι σελίδες ξεφεύγουν και σκορπίζουν μακριά. Το παιδί απτόητο συνεχίζει να γράφει. Και να γράφει. Ακόμα. Μέχρι σήμερα. Γράφει για χαρούμενους ανθρώπους σε μακρόσυρτα οικογενειακά γεύματα, φιλιά γατίσια και θαρραλέες γυναίκες που διεκδικούν με σθένος τα οράματά τους και τις επιθυμίες τους. Σκέψεις ελεύθερες και άμεσες, ευάρεστα χαμόγελα και αγορίστικα καλοκαιρινά παιχνίδια. Ο λόγος του ρέει και ζωγραφίζει εικόνες που αιωρούνται στην ατμόσφαιρα. Όταν διατρέχω τις σελίδες του, ό, τι ακίνητο υπάρχει μέσα μου πετάγεται σαν ελατήριο, σαν ένα είδος κυμβάλου, ό, τι σκληρό υπάρχει μέσα μου θρυμματίζεται κι ακούω ένα περίεργο κλακ ίδιος ο ήχος μιας πόρτας που ανοιγοκλείνει με βρόντο σε κλάσματα δευτερολέπτου.
«Η πεζογραφία είναι εδώ για να μας κάνει ομορφότερους, ειρηνικότερους και γλυκύτερους» μου είχες πει μια φορά, Γιάννη. Θυμάσαι; Εξηγεί πολλά αυτό για σένα.
Όταν σε διαβάζω, σε βλέπω να γελάς, σε βλέπω να κοιτάς κατάματα και να χαϊδεύεις το Ζαφείρη, το γάτο σου, σε βλέπω να σιγοσφυρίζεις. Πλάθεις τον κόσμο με τη δική σου σκέψη, Ο ήλιος μέσα σου φωτίζει την ψυχική ερημία και με κάνει να πιστεύω στην πιθανότητα ενός ανθοστόλιστου πρωινού, μιας αναπάντεχης συνάντησης, μιας έκπληξης. Με κάνει να πιστεύω στην πιθανότητα ενός λουλουδιού. Απολαυστικές περιγραφές απίστευτης λεπτότητας δικαιώνουν την ακόρεστη δίψα μου για ανάγνωση. Κάθομαι εκεί, πάνω από το βιβλίο, για ώρες ολόκληρες, για μέρες ολόκληρες, και κρατάω σφιχτά το χέρι της ηρωίδας σου χωρίς να χρειαστεί να ρωτήσω τίποτα. Γίνομαι φίλη της και νιώθω ένα συναίσθημα απέραντης ευγνωμοσύνης. Τίποτα δεν καταφέρνει να κηλιδώσει τη συγκίνησή μου. Κοιταζόμαστε με τη συνενοχή της αναλλοίωτης φιλίας και αποχαιρετιζόμαστε με τη σιγουριά της επόμενης αντάμωσης. Μόλις διαβάζω και την τελευταία αράδα και κλείνω το βιβλίο, καθισμένη σε μια πολυθρόνα, το φέρνω στο μέρος της καρδιάς και πιάνω τον εαυτό μου να λέει μεγαλόφωνα: «Έχεις δίκιο Γιάννη, αυτό είναι η ζωή».

* Aφιερωμένο από το cat is art στο σπάνιο φίλο και εκλεκτό συγγραφέα Γιάννη Φιλιππίδη.