24.6 C
Athens
Τρίτη 18 Αυγούστου 2026
Αρχική Συνεντεύξεις Πολύμνια Κοσσόρα, η ανοξείδωτη κυρία

Πολύμνια Κοσσόρα, η ανοξείδωτη κυρία

Πόσα πράγματα η νύχτα μάς θυμίζει; Πόσα πράγματα η μουσική υπαινίσσεται; Πόσα πράγματα συχνά μας συγκινούν κι ας μην τα ζήσαμε οι ίδιοι; Σε πόσες προσδοκίες, αγωνίες, χαμόγελα, ήχους, δάκρυα, ελπίδες άλλων εποχών μπορεί να μας μεταφέρει ένα παλιό τετράδιο, ένα τεφτέρι κιτρινισμένο, κρυμμένο δεκαετίες ολόκληρες ανάμεσα στα σκόρπια κομμάτια μιας μικρής δικής μας ιστορίας; Η Πολύμνια Κοσσόρα,  μια θαυμάσια και δυναμική γυναίκα με σπουδαία σταδιοδρομία,  επέστρεψε σ’ έναν άλλο χρόνο, στην απαρχή της οικογενειακής περιπλάνησης, με τις μνήμες της βίωσε την παιδικότητα και την απελευθέρωση. Έγινε θαλασσοπόρος, πορεύτηκε στα πελάγη των αναμνήσεων και μας τις πρόσφερε αλώβητες και ανοξείδωτες, με καινούργια αύρα. Η «Ανοξείδωτη Μνήμη» της είναι ένα λόγιο παραμύθι, έμφορτο συναισθημάτων. Οι θαυμαστές εικόνες του και οι περιρρέουσες καταστάσεις πυκνώνουν και ρέουν δεξιοτεχνικά. Επιπλέον, η ιστορική ανίχνευση κατευθύνει εν πολλοίς το κείμενο αλλά και η αχαλίνωτη φαντασία της συγγραφέως τού προσδίδει μια ονειρική σκίαση. Ένα βιβλίο νοσταλγικής απόλαυσης, αδιάλειπτης κίνησης του έρωτα, πελώριας και πραγματικής ιστορίας. Μικρά Ασία. Από τις εύφορες μέρες του πάτριου Ναζλί μια οικογένεια σύρεται στον τρόμο της καταστροφής. Στα μονοπάτια της Ανατολίας. Στην πορεία αρπάζεται από το προστατευτικό δίχτυ της αγάπης, ορθώνει την ανθρωπιά της μπροστά στα Τάγματα Εργασίας. Η ζωή ξεδιπλώνει τα μίλια της πάνω στις ράγες του σιδηρόδρομου που καταλήγει στην καμένη και λεηλατημένη Σμύρνη. Παιδικά μάτια ανάμεσα στα αποκαΐδια και στα ίχνη της σφαγής.
Προσφυγιά. Μαζική ταπείνωση, απογοήτευση, τα πρώτα αβέβαια βήματα στον άγνωστο τόπο. Το ματαιωμένο όνειρο της μόρφωσης και η εφηβεία στο μεροκάματο. Κατοχή. Τότε που, κόντρα στη βαρβαρότητα,  τα όρια της ανθρώπινης αντοχής ξεπερνιούνται. Το στιβαρό χτίσιμο της επιβίωσης, η αξιοπρέπεια,  το πυρίμαχο της αγάπης.
Ο κεντρικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος της Πολύμνιας Κοσσόρα “Ανοξείδωτη Μνήμη” (Άνεμος Εκδοτική) είναι ο Αρίστος. Ένας έφηβος που ατσαλώνεται στις δυσκολίες, ένας άντρας που σφίγγει τα δόντια και προχωρεί. Ένας άνθρωπος βασανισμένος, που μέσα από την ταλαιπωρία και τη ματαίωση κρατάει το κουράγιο και την υπερηφάνεια του, ώστε να αναζητήσει τον έρωτα και να χτίσει στέρεα τη δυναστεία της ευτυχίας του.

Διαβάστε τη συνέντευξη.

* Στη φωτογραφία (πάνω) οι ήρωες του βιβλίου.

O Αρίστος

* Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Νέα Ιωνία, χαρακτηριστικά προσφυγική συνοικία. Στα πρώτα μου χρόνια ο πληθυσμός εκεί ήταν αμιγώς προσφυγικός, πριν από το μεγάλο κύμα εσωτερικής μετανάστευσης που αλλοίωσε κάπως την ανθρωπογεωγραφία της συνοικίας. Ο πατέρας μου, Μικρασιάτης από το Ναζλί, ήρθε στην Ελλάδα επτά χρόνων. Η μητέρα μου ήταν Αθηναία από τη μικροαστική γειτονιά του Αγίου Μελετίου. Διατηρώ πολύ έντονες αναμνήσεις από την παιδική μου ηλικία, χρόνια ευτυχισμένα, καλά, ασφαλή. Πολλή αγάπη, πολλή δουλειά και όρεξη για προκοπή. Αλληλεγγύη στις γειτονιές, δίψα για μάθηση, φιλοδοξία να προχωρήσουμε, να ξεχωρίσουμε. Χαρακτηριστικό είναι ότι αν και δεν μοιραζόταν όλος ο κόσμος γύρω μας τα ίδια όνειρα και για τους περισσότερους ευτυχία σήμαινε απλώς να έχουν κεραμίδι πάνω στο κεφάλι τους και τα αναγκαία για την οικογένειά τους, δεν διέκρινες ταξικές διαφορές, δεν είχαμε αποκλεισμούς. Ήμαστε όλοι λιγότερο ή περισσότερο φτωχοί και το πεδίο όπου μπορούσες να ξεχωρίζεις δεν ήταν το αυτοκίνητο του πατέρα σου ή η επίπλωση του σπιτιού σου, αλλά η πρόοδός σου στα γράμματα.

Πώς προέκυψε η συγγραφή στη ζωή σου;

* Από παιδί αγαπούσα τον λόγο, τις λέξεις, τις εικόνες. Είχα ευχέρεια στη γραπτή έκφραση, μια τερατώδη μνήμη και αχαλίνωτη φαντασία. Και κυρίως διάβαζα. Διάβαζα πολύ. Στα δεκαεπτά μου άρχισα να γράφω ποίηση, μαγεμένη από τον πρώτο έρωτα και από τον Ελύτη, τον Βερλαίν, τον Ελυάρ και τον Αραγκόν. Στη διάρκεια της καριέρας μου η διάθεση για γραφή μπήκε στα στενά καλούπια του επαγγελματικού λόγου, αλλά κι εκεί όλο και κάτι ξέφευγε και σήκωνε κεφάλι. Ολοκληρώνοντας το μεγάλο κύκλο της επαγγελματικής μου ενασχόλησης και μάλιστα σε μια μέση ηλικία, όπου είχα πολλή ενέργεια και λιγότερες οικογενειακές υποχρεώσεις, χάρισα στον εαυτό μου, με μεγάλη αγαλλίαση θα έλεγα,  το προνόμιο του χρόνου. Αυτό που μου είχε λείψει την περίοδο της επαγγελματικής δημιουργίας. Και με το προνόμιο αυτό μπόρεσα να εκφραστώ, πιο σοβαρά και ολοκληρωμένα, βάζοντας σκέψεις και λέξεις στο χαρτί.

Ποιο χρέος σε έσπρωξε να γράψεις την «Ανοξείδωτη Μνήμη»;

* Η ιδέα της «Ανοξείδωτης Μνήμης» ξεκίνησε με μια μικρή ιστορία που έγραψα,  χωρίς αρχικά να φαντάζομαι ότι θα γίνει η αφορμή να γεννηθεί ένα ολόκληρο βιβλίο. Πρόκειται για την ιστορία που αναπτύσσεται στο κεφάλαιο «Στο Λοιμοκαθαρτήριο». Για την τεκμηρίωση των γεγονότων του κεφαλαίου αυτού ανέτρεξα στο παλιό χειρόγραφο Τετράδιο του πατέρα μου, που μέσα σε λίγες σελίδες, τηλεγραφικά γραμμένες, περιείχε όλη την ουσία της ζωής του. Συγκλονίστηκα. Σκέφτηκα ότι είχα στα χέρια μου ένα θησαυρό, αλλά κυρίως είχα τη φωνή ενός λιγομίλητου ανθρώπου που είχε θελήσει να μιλήσει χωρίς να του το ζητήσει κανείς. Μια φωνή που ήθελε να ακουστεί και εμείς την αφήσαμε ξεχασμένη, κλεισμένη σ’ ένα τετράδιο. Για μένα αυτό δεν ήταν μόνο χρέος. Ήταν μια προίκα. Ένας πλούτος που δεν έπρεπε να χαθεί. Όφειλα να τον μοιραστώ όχι μόνο με την οικογένεια, αλλά και ευρύτερα με την κοινωνία.

Ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου σου, ο Αρίστος, τι συμβολίζει;

* Ο Αρίστος είναι ο μικρός, ανώνυμος ήρωας της καθημερινής ζωής. Έζησε σε συνταρακτικές εποχές της Iστορίας μας, αλλά τα βιβλία της Ιστορίας δεν θα τον αναφέρουν ποτέ. Ξεκίνησε τη ζωή με αδυσώπητες αντιξοότητες, αγωνίστηκε για τα απλά και τα μικρά, που όμως αναδεικνύονται σε μεγάλα. Είδε πολλά όνειρά του να ματαιώνονται,   ωστόσο δεν νικήθηκε, δεν έζησε ηττημένος. Κατάφερε να πάρει και να δώσει ευτυχία. Ο Αρίστος συμβολίζει αξίες, όπως η αντοχή, η σεμνή ευφυία, η τιμή, η αγάπη, η αξιοπρέπεια. Δεν είναι μόνος. Σαν αυτόν ίσως πολλοί, που δεν θα τους γράψουν ποτέ οι εφημερίδες.

Ποια σκέψη σε εμψυχώνει;

* Σ’ αυτούς τους τόσο σκοτεινούς και μίζερους καιρούς, υπάρχουν ακόμα ηλιόλουστες μέρες, η θάλασσα είναι πάντα το ίδιο γαλάζια, ζευγάρια ερωτεύονται, κοιτιούνται στα μάτια και γελάνε. Μωρά κάνουν τα πρώτα τους βήματα, οι τριανταφυλλιές πετάνε βλαστάρια μέσα στο χειμώνα, ο καφές μοσχοβολάει κάθε πρωί. Δεν παραιτούμαστε. Θα ζήσουμε. Θα το παλέψουμε. Ο κόσμος δεν τελειώνει εδώ.

Η αγάπη θέλει τέχνη;

* Αυτό που ισχύει για όλα τα μεγάλα και θαυμαστά της ζωής, ισχύει και για την αγάπη: χρειάζεται φροντίδα, τροφή, περιποίηση, φαντασία, για να στεριώσει, να καρπίσει, να αντέξει στα δύσκολα. Τίποτα δεν είναι αυτονόητο. Τίποτα δεν έρχεται στα χέρια μας αν δεν το αναζητήσουμε, τίποτα δεν διατηρείται αν δεν το θρέψουμε. Τίποτα δεν εξελίσσεται αν δεν του ανοίξουμε χώρο. Ο Μπουσκάλια έχει πει κάτι, στο οποίο πιστεύω: Η αγάπη είναι ο μεγάλος καμβάς που περιμένει την καλλιτεχνική μας έκφραση. Το έργο δεν ολοκληρώνεται ποτέ στην πραγματικότητα, είναι πάντοτε ένα έργο σε εξέλιξη.

Αν έφτιαχνες μια δική σου λίστα με «εργαλεία» κατάλληλα για την αντιμετώπιση κάθε είδους δύσκολης κατάστασης, ποια θα ήταν τα πιο βασικά από αυτά;

* Ένα αγαπημένο πολυδιαβασμένο βιβλίο, παλιές φωτογραφίες άτακτα ξανακοιταγμένες, ένας περίπατος στην ακροθαλασσιά,  βαθιές ιωδιούχες εισπνοές, το αττικό ηλιοβασίλεμα, μια οικεία αγκαλιά, ένα καινούργιο σχέδιο για το επόμενο ταξίδι. Μια κούπα τσάι, ένα παγωτό, η ανάσα ενός μωρού που κοιμάται. Μια μουσική της εφηβείας μου. Δεν έχει τέλος αυτή η λίστα! Ουφ, μου έφυγε κιόλας η στενοχώρια!

Ποιo θεωρείς το κύριο χαρακτηριστικό της δύναμης του ανθρώπου;

* Τη συνείδηση ότι υπάρχει αύριο, ότι δεν τελειώνει εδώ ο κόσμος και την ψευδαίσθηση ότι εκείνος είναι το κέντρο αυτού του κόσμου.

Και της αδυναμίας του;

* Την ίδια ψευδαίσθηση, ότι εκείνος είναι το κέντρο του κόσμου.

Ας επανέλθουμε στο βιβλίο. Πώς συμπεριφέρθηκε η μητέρα πατρίδα Ελλάδα στα ρημαγμένα παιδιά της μετά τη Μικρασιατική καταστροφή;

* Είναι γνωστό ότι η Ελλάδα διαχρονικά δεν αγαπάει τα παιδιά της. Ή μάλλον αγαπάει μόνο έναν πολύ μικρό αριθμό παιδιών της, συνήθως τα πιο «κακά». Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, η πατρίδα αποδείχτηκε «άστοργη», στενόμυαλη, πολύ «μικρή» για να αντιμετωπίσει την τεράστια ανθρωπιστική και κοινωνική κρίση που ήρθε σαν αποτέλεσμα εν μέρει δικών της τραγικά κακών επιλογών. Υπάρχει βέβαια η δικαιολογία ότι το ελληνικό κράτος ήταν ήδη καθημαγμένο, πάμπτωχο και διχασμένο. Ωστόσο,  η πραγματικότητα παραμένει, ότι περίπου ενάμισι εκατομμύριο άνθρωποι ρίχτηκαν στο άγνωστο χωρίς σχέδιο, χωρίς φροντίδα και με μια γενική αρνητική διάθεση της ελληνικής κοινωνίας να τους δεχτεί και να τους ενσωματώσει. Η ενσωμάτωση ήρθε πολύ αργότερα χάρις στη σκληρή δουλειά των προσφύγων, την εκπληκτική διάθεση και ικανότητά τους για προκοπή.

Τι αποτελεί πρόκληση για σένα και τι σε φοβίζει;

* Σ’ αυτή την περίοδο της ζωής μου, που επιδιώκω να είναι δημιουργική, μεστή, με διαρκώς νέα ερεθίσματα, μια πρόκληση σίγουρα είναι να αντιστέκομαι στη χοάνη της καθημερινότητας, ειδικά σε ένα περιβάλλον γενικής απαισιοδοξίας και κατατονίας. Να ισορροπώ ανάμεσα στις απαιτήσεις της οικογενειακής ζωής και στην πνευματική απομόνωση από τα τρέχοντα που επιβάλλει η λογοτεχνική δημιουργία. Όσο για τους φόβους, ο μεγαλύτερος είναι η σωματική και ψυχική φθορά της αρρώστειας,  που την έζησα από κοντά πρόσφατα σε στενό συγγενικό μου πρόσωπο.

Υπήρξες επιτυχημένο στέλεχος πολυεθνικής, έκανες οικογένεια, ταξίδεψες, γεύτηκες, άκουσες ιστορίες και είπες ιστορίες, δοκιμάστηκες στη ζωή. Τώρα τι άλλο επιφυλάσσεις στον εαυτό σου;

* Αυτά που από παλιά επιδίωκα. Να ταξιδεύω, να μηn πάψω να παίρνω αυτήν τη φρέσκια, σχεδόν παιδική χαρά του ταξιδιού. Υπάρχουν τόσοι τόποι που δεν έχω δει ακόμη, αλλά και τόσοι αγαπημένοι που θέλω να βλέπω και να ξαναβλέπω! Να διαβάζω καλά βιβλία. Να μαθαίνω, η δίψα για μάθηση είναι πάντα ζωντανή και απαιτητική. Να συνεχίσω να γράφω και να δω να εκδίδονται τα επόμενα βιβλία μου. Και βέβαια να εξακολουθήσω να δίνω και να παίρνω αγάπη από τους οικείους μου.

Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου συγγραφείς;

* Η σταθερά πολυαγαπημένη RuthRendell (και σαν BarbaraVine), η Ι. Καρυστιάνη, ο Γ. Ξανθούλης. Ο Barnes για τη λιτότητά του, η Atkinsonγια τη γλώσσα της, ο Eugenides για τα θέματά του. Αλλά και ο Α. Σταμάτης και ο Ι. Ζουργός.

Με ποια βιβλία μεγάλωσες και ποια είναι τα αγαπημένα βιβλία της ζωής σου;

* Στα πρώτα παιδικά μου χρόνια ζούσα αγκαλιά με τον Βερν, στη συνέχεια μεγάλωσα με τον Ουγκό, τον Ντίκενς, την Περλ Μπακ. Αποστήθισα σχεδόν τον Μυριβήλη, βυθίστηκα στον Καζαντζάκη. Είχα την τύχη να διαβάσω, αρκετές φορές μάλιστα, τους «Αθλίους» στην καταπληκτική μετάφραση του Ισ. Ομ. Σκυλίτση σε μια γοητευτική γλώσσα, μίγμα άκρας καθαρεύουσας και αργκό. Μαγεύτηκα από τη Γαλλική Σχολή, τον «GrandMaulnes», το «LeRougeetleNoir», «MadameBovary», «L’ Etranger», «LesMemoiresd’ unejeunefillerangee», αλλά και από τον D.H. Lawrence. Να μην ξεχάσω και τον Στρατή Τσίρκα, τις «Ακυβέρνητες Πολιτείες», που μου άνοιξαν ένα καινούργιο παράθυρο στη λογοτεχνία. Σήμερα μου είναι πολύ δύσκολο πια να πω ποια βιβλία αγαπώ περισσότερο. Πρόκειται για έναν τεράστιο πλούτο, αδύνατον να αξιολογήσεις.

Έχεις χάσει ποτέ το κουράγιο σου;

* Ναι, κάποιες φορές. Αυτό που με κατατροπώνει είναι το αίσθημα της αδικίας και της αχαριστίας. Επιστρατεύω όμως, όπως μπορώ, τα εργαλεία, για τα οποία μίλησα πιο πάνω και το ξεπερνάω κάποια στιγμή.

Η καθημερινότητά μας έχει πολιτισμό;

Ναι, τουλάχιστον θα μπορούσε να έχει. Το βλέπεις σε μικρούς στενούς κύκλους ανθρώπων, σε σύντομες, αλλά έντονες εκλάμψεις,  σε μοναχικά κύτταρα τέχνης και ανθρωπιάς. Στο μεγάλο τοπίο όμως, παραμένει το ζητούμενο. Οι δυνάμεις του πολιτισμού είτε δειλιάζουν και κρύβονται, είτε έχουν αποκαρδιωθεί, είτε κλείνονται σε μια αφ’ υψηλού εσωστρέφεια. Πιστεύω ότι ο πολιτισμός ξεκινάει από τα πλατιά και καθημερινά κι αυτά δυστυχώς ισοπεδώνονται εύκολα σε συνθήκες μιζέριας.

Παρά την οικονομική κρίση, πολλοί  άνθρωποι, νέοι και μεγαλύτεροι, τολμούν και δημιουργούν. Τι έχεις να πεις γι’ αυτό;

* Είναι καταπληκτικό! Αν σκεφτεί κανείς ότι μέσα σ’ αυτούς τους ζοφερούς καιρούς λειτουργούν στην Αθήνα και μόνο, πάνω από 100 θεατρικές σκηνές, έστω λίγων παραστάσεων την εβδομάδα, είναι πράγματι απίστευτο. Ακόμη, πόσες ωραίες νέες φωνές σε μικρά, σεμνά σχήματα, πόσα νέα παιδιά που χορεύουν και τολμούν! Δείγμα ίσως ενός DNA πιο ανθεκτικού απ’ όσο φανταζόμαστε.

Ποια είναι η σχέση σου με τα ζώα; Έχεις κατοικίδιο;

* Μικρή δεν είχα καμμια σχέση με τα ζώα, τα φοβόμουν μάλιστα. Μεγάλωσα βλέπεις σε μια εργατική πυκνοκατοικημένη συνοικία και με μαμά μανιακή στην καθαριότητα! Με την επιμονή του μεγάλου μας γιου αποκτήσαμε κάποτε τον Μπούλη, με αίμα Γιόρκσαϊρ και Πομεράνιαν, έναν χαριτωμένο τύραννο του ενάμιση κιλού, που έγινε ισόβιο (γι’ αυτόν) μέλος της οικογένειας για κάπου δώδεκα χρόνια. Σήμερα έχουμε ένα βέλγικο λυκόσκυλο,  πρώην αδέσποτο, που ακούει στο πεζό όνομα Μαύρος. Όσο για τις γάτες, δυο-τρεις σουρτούκες της γειτονιάς λιάζονται καθημερινά στα μαξιλάρια της βεράντας μας. Τις κοιτάω μέσα από το τζάμι και με κοιτάνε, μάλλον υπεροπτικά. Φαίνεται,  το βλέμμα μου δεν είναι αρκετά άγριο!

* Η “Ανοξείδωτη Μνήμη” της Πολύμνιας Κοσσόρα κυκλοφορεί από την “Άνεμος Εκδοτική”.