24.6 C
Athens
Τρίτη 18 Αυγούστου 2026
Αρχική Guest Friends Στο νησί

Στο νησί

Διήγημα της Ελένης Μουσαμά

Όπως κάθε πρωί, έτσι και σήμερα υπέκυψε στο νόμο της συνήθειας. Σηκώθηκε από το κρεβάτι, πήγε στην κουζίνα κι έβαλε τον καφέ να γίνεται, γύρισε στην τουαλέτα για να ρίξει νερό στο πρόσωπο και ξανά στην κουζίνα. Γέμισε τη μεγάλη κούπα, πήρε τα τσιγάρα και κάθισε στον καναπέ.
Περιμένοντας τη νικοτίνη και την καφεΐνη να κάνουν τη δουλειά τους, άρχισε να ρίχνει πασιέντζα. Η ζωή του είναι οι συνήθειές του, μια πασιέντζα, η επόμενη κατάκτηση.
Στο σπίτι, πάντα κυκλοφορούσαν τράπουλες. Ήξερε ότι ο προπάππος του, μανιώδης χαρτοπαίχτης, είχε χάσει μια περιουσία στα χαρτιά. Θυμόταν τη μητέρα του να οργανώνει χαρτοπαικτικές βραδιές, δύο φορές την εβδομάδα, ανοίγοντας τα σαλόνια της στην καλή κοινωνία. Πόκα και πολιτική οι άντρες, κουμκάν και κουτσομπολιό οι γυναίκες.
Είχε γνωρίσει τη Χριστίνα και την είχε ερωτευθεί παράφορα. Η μητέρα και η αδελφή του, δεν ήταν πολύ ευχαριστημένες. Δεν ήταν της σειράς τους, έλεγαν. Παντρεύτηκαν σύντομα. Ένα μήνα μετά το γάμο, τη βρήκε στο κρεβάτι με τον Γιώργο, τον καλύτερό του φίλο. Έφυγε από το σπίτι και ξέμεινε κι από γυναίκα κι από κολλητό, την ίδια στιγμή.

Επιδόθηκε στο κυνήγι των γυναικών με επιτυχία. Έγινε το καινούριο του σπορ. Άλλη μια αγαπημένη συνήθεια, σαν την πασιέντζα. Έτσι,   έκρυβε μια νευρικότητα, μια ανησυχία που τον ακολουθούσαν μόνιμα πια.
Νοίκιασε το πτυχίο του Μηχανικού σε μια κατασκευαστική εταιρεία, αντί σεβαστού μηνιαίου εισοδήματος και πήγε να ζήσει στο νησί. Αγόρασε ένα καλύβι πιο έξω από τη χώρα, στην καταβόθρα. Οι ντόπιοι του είπαν ότι εκεί, στο κατέβασμα του βουνού, στη μικρή κοιλάδα, είχε μια μεγάλη τρύπα – σπηλιά μαύρη, ένα φυσικό σιφόνι για τα νερά που κατέβαζε το βουνό. Έλεγαν μάλιστα ότι ένα κατσίκι που είχε πέσει εκεί μέσα, ξεβράστηκε στην παραλία, τρία χιλιόμετρα μακριά, ύστερα από μέρες. Ήταν επικίνδυνο να τριγυρνάς στην περιοχή, ιδιαίτερα την άνοιξη που θέριευαν τα αγριόχορτα και δεν έβλεπες πού πατούσες.
Είχε μάθει για την ξαφνική αρρώστια του Γιώργου και ύστερα για το θάνατό του. Για τη Χριστίνα δεν είχε ακούσει νέα, μόνο πως είχαν χωρίσει με τον Γιώργο ύστερα από λίγες βδομάδες.
Μια μέρα κατέβηκε στη χώρα για ψώνια και βγαίνοντας από το μπακάλικο, την είδε. Στεκόταν εκεί, μόνη, αγέρωχη, όμορφη. Ο χρόνος σταμάτησε. Μαγνητισμένος, την πλησίασε και της μίλησε.
Η Χριστίνα, μετά την πρώτη έκπληξη, τον κοίταξε με το ίδιο θρασύ βλέμμα, όπως τότε.
Απερίσκεπτα, την κάλεσε στο καλύβι. Του απάντησε πως θα βολευόταν στο ξενοδοχείο και αύριο θα τον επισκεπτόταν. Η παρέα της θα ερχόταν σε δυο μέρες.
Γύρισε σπίτι. Μηχανικά, έριχνε πασιέντζες. Καμία δεν έβγαινε. Δεν είχε το νου ούτε να κλέψει τον εαυτό του, όπως συνήθιζε. Όλο το βράδυ, ζούσε και ξαναζούσε εκείνη τη σοκαριστική σκηνή. Το κεφάλι του ασήκωτο, τα χέρια του πιάστηκαν.
Το πρωί, δεν ήθελε άλλο καφέ πια.
Έφτασε γύρω στις 11. Την κέρασε έναν καφέ και την ξενάγησε στο κτήμα. Εκείνη φλυαρούσε αυτάρεσκα για όλα, ούτε μια συγγνώμη, ούτε εξηγήσεις, ούτε τίποτα. Την ακολουθούσε, κρύβοντας την έντασή του. Απομακρύνθηκαν αρκετά από το σπίτι, πέρα από τα σπαρμένα χωράφια, προς το κέντρο της κοιλάδας. Τα αγριόχορτα, ψηλά ως το γόνατο, δυσκόλευαν το περπάτημα.
Ο ήλιος είχε φτάσει ως τη μέση του ουρανού.
Γύρισε μόνος.
Οι μυρωδιές της άνοιξης τον ζάλιζαν. Μπήκε στο σπίτι και έκλεισε τα εξώφυλλα. Έμεινε να κοιτάζει το κενό, ώρες πολλές.
Δυο μέρες μετά κατέβηκε στην παραλία. Ο ταβερνιάρης τον χαιρέτησε, τον ρώτησε για την υγεία του, γιατί του φαινόταν χλωμός και αν θα έβγαινε με τη βάρκα, επειδή ο καιρός θα χαλούσε. Τον ενημέρωσε επίσης για τα νέα. Κάποιοι Αθηναίοι είχαν δηλώσει εξαφάνιση για μια γυναίκα που είχε έρθει στο νησί τις προάλλες και οι αρχές ρωτούσαν παντού.
Μπήκε στη βάρκα του, έτσι απροετοίμαστος.
Ξανοίχτηκε πέρα από την ξέρα.

* H Ελένη Μουσαμά γεννήθηκε το 1960 στην Αθήνα. Σπούδασε ψυχολογία και τουριστικά στο Παρίσι. Παρακολούθησε μαθήματα μετάφρασης στο ΕΚΕΜΕΛ και συγγραφής παιδικού βιβλίου στο ΕΚΕΒΙ.

* Πίνακας: Hotel room, Edward Hopper.