Μίμης Πιερράκος. Ο «Μπρακ» του Παναθηναϊκού έπεσε ηρωϊκά στην Αλβανία στις 18 Νοεμβρίου 1940

159

Μίμης Πιερράκος. «Πώς πέθανε ηρωικά στην Αλβανία ο αξέχαστος «Μπρακ» του Παναθηναϊκού»

***

Του Παναγιώτη Μήλα

Πέρασα …δύσκολα παιδικά χρόνια. Το πράσινο και το κίτρινο κυριαρχούσαν και στο σπίτι μου και σε όλα τα συγγενικά.
Το μεγάλο μου δράμα όμως ήταν όταν πηγαίναμε για… ολοήμερη επίσκεψη στο Ζωγράφου. Στη συνοικία που σήμερα είναι γεμάτη πολυκατοικίες ενώ τότε ήταν γεμάτη αμπέλια, κήπους, οπωροφόρα δέντρα και μονοκατοικίες.
Σε εκείνο το σπίτι το πράσινο δεν ήταν μόνο στον κήπο αλλά και μέσα στο σπίτι, σε όλα τα δωμάτια. Μάλιστα σε ένα δωμάτιο υπήρχε ένα γραφείο φορτωμένο με παλιές αθλητικές εφημερίδες, μία δερμάτινη μπάλα ποδοσφαίρου. Είχε ακόμα ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια σκονισμένα και πολύ φθαρμένα.

***

Η “Αθλητική Ηχώ” με πρωτοσέλιδο αφιέρωμα διηγείται την τραγική ιστορία και τον ηρωικό θάνατο του θρυλικού και αξέχαστου “Μπρακ” του Παναθηναϊκού. Του πρώτου αθλητή που έπεσε στο αλβανικό μέτωπο.

Στην κρεμάστρα μια πράσινη φανέλα με λευκές οριζόντιες ρίγες και ένα λευκό τριφύλλι, ένα ζευγάρι χοντρές κάλτσες και ένα λευκό παντελονάκι. Πάνω στο γραφείο δύο ταχυδρομικοί φάκελοι και δύο επιστολές. Στον τοίχο σε όμορφη κορνίζα ήταν η έγχρωμη φωτογραφία που βλέπετε πάνω από τον τίτλο και σε μια δεύτερη πιο μικρή κορνίζα είχε το απόκομμα από την πρώτη σελίδα της εφημερίδας «Αθλητική Ηχώ»: «Πώς πέθανε ηρωικά στην Αλβανία ο Μίμης Πιερράκος. Ο αξέχαστος «Μπρακ» του Παναθηναϊκού».

Δεν καταλάβαινα τίποτα. Δεν μου είπαν κάτι. Δεν ρωτούσα. Πολύ αργότερα και ρώτησα, και μου είπαν, και κατάλαβα.
Αυτό που δεν μπορούσα όμως να αντέξω ήταν ένα τραγουδάκι που μου έλεγε ο θείος Στέφανος με τη φάλτσα φωνή του:

«Εβάλαμε οκτώ στον Ολυμπιακό κι άλλα τέσσερα στον Άρη, γεια σου Άγγελε Μεσσάρη».

***

Για μένα όλα αυτά ήταν «κινέζικα» μέχρι που αργότερα όταν πρωτοδιάβασα τα γράμματα που ήταν πάνω στο γραφείο, άρχισα να καταλαβαίνω.

Στο πρώτο διάβασα τα παρακάτω:

18-11-1940

«Αγαπητέ μου αδελφέ Στέφανε,
Σας έστειλα πέντε γράμματα. Δόξα τω Θεώ είμαι καλά.
Στο προηγούμενο γράμμα μου σας έστειλα τη σύστασίς μου, η οποία σήμερα άλλαξε, μην ανησυχείτε όμως διότι και με την παληά θα το λάβω.
Τώρα η σύστασίς μου είναι: Σ’ Σύνταγμα Βαρέως Πυροβολικού, 2α Μοίρα διοικήσεως Τ.Τ. 212
Μη ξεχάσεις Στέφανε να μου στείλεις ένα πουλόβερ, μερικά ξυραφάκια, τσιγάρα και λίγο χαρτζιλίκι για κανένα καφεδάκι όταν μπαίνουμε σε κανένα χωριό και για κονιάκ.
Σήμερα, όπως και κάθε μέρα, μας επισκέφθηκαν εχθρικά αεροπλάνα. Έγινε αερομαχία. Τους ρίξαμε τρία. Το ένα από αντιαεροπορικό πυροβολικό.
Από το ένα αεροπλάνο γλύτωσαν τρεις με αλεξίπτωτο. Τον έναν εξ αυτών τον έπιασα εγώ. Είχε πέσει 5 χιλιόμετρα μακρυά μας. Αν έβλεπε το τρέξιμό μου ο Σίμιτσεκ σίγουρα θα με έβαζε στην εθνική για τα 5.000 μ. Τον έφερα στο Διοικητή. Επήρα το αλεξίπτωτο το οποίο είχε σχισθή από ένα δένδρο και το μοιράσαμε στους άνδρες για μαντηλάκια. Έχω φυλάξει για τη Μαρία. Έπειτα από τα σχετικά συγχαρητήρια κάθησα να σας γράψω με ένα φόβο μήπως αυτά που γράφω δεν εγκριθούν και δεν λάβετε το γράμμα μου, γι’ αυτό περιορίζομαι και δεν σας γράφω νέα του Μετώπου παρά μόνο πως πάμε Υπερ-Υπέροχα.
Αν δεν είχα έλλειψι νέων σας θα νόμιζα πως βρίσκομαι σε εξοχή. Αυτό όμως με κάνει να ανησυχώ και να περιμένω με αγωνία γράμμα σας που να μου λες πως η Μαμά, η Μαρία κι ο Γιάννης είναι τελείως καλά.
Φίλησέ μου τη Μαμά και τη Μαρία, πολλές φορές καθώς και τον Γιάννη, κι εγώ φιλώ εσένα, αδελφέ μου Στέφανε.
Μίμης
Μαμακούλα μου γεια σου. Είμαι πολύ – πολύ καλά, να είσαι ήσυχη, πες το και της Μαρίας και δέξου ακόμα ένα φιλί.
Μίμης
Μαρία μου σε φιλώ και σε παρακαλώ να είσθε τελείως ήσυχοι. Γράψε στη Νίκη, αν σου είνε εύκολο, όχι όμως καλλιγραφικά.
Μίμης».

***

Μίμης Πιερράκος. Ο “ξανθός άγγελος” του Παναθηναϊκού. Ζήτησε να πάει στην πρώτη γραμμή του μετώπου, αν και μπορούσε να μείνει στην Αθήνα επειδή ήταν διεθνής ποδοσφαιριστής.

Δεν δίστασα να πάρω και το δεύτερο. Το άνοιξα. Το διάβασα…

«Εν ΤΤ 212 11-12-1940

Η Σ2 Μοίρα Β. Πυροβολικού

-Περί συνθηκών θανάτου ασυρματιστού Πιερράκου Δημητρίου.
«Λαμβάνω την τιμήν ν’ αναφέρω ότι ο ασυρματιστής Πιερράκος Δημήτριος, εφονεύθη υπό βομβαρδισμού εχθρικής αεροπορίας, υπό τας κάτωθι συνθήκας:
Ο Σταθμός Ασυρμάτου ευρίσκετο προσωρινώς εγκατεστημένος εντός οικίας του χωρίου Διποταμιά. Την προηγούμενην ημέραν του θανάτου του ο Σταθμάρχης διετάχθη να μεταφέρη τον Σταθμόν εις χώρον όπισθεν της Πυροβολαρχίας Λοχ.Τσαταλού, αλλά ούτος δεν εξετέλεσε την διαταγήν και εκράτησε τον Σταθμόν εις Διποταμιάν μέχρις ώρας 11ης π.μ. της άλλης ημέρας ότε διετάχθη συναγερμός.
Την στιγμήν εκείνην ο Πιερράκος έγραφε επιστολήν εις την μητέρα του και παρά τας ρητάς διαταγάς της Μοίρας περί αποκρύψεως πάντων εις καταφύγια, ούτος παρέμεινεν γράφων. Πέριξ του χώρου αυτού έπεσαν πέντε βόμβαι.
Όταν μετά το πέρας του συναγερμού οι άλλοι ασυρματισταί εξήλθον του καταφυγίου, εύρον τον Πιερράκον νεκρόν κτυπηθέντα εις την κεφαλήν από θραύσματα οβίδος».

***

Ο Στέφανος δεν έδειξε κανένα από τα δύο γράμματα στη μητέρα τους, που πέθανε μετά από λίγο καιρό. Δεν είχε κουράγιο να της το δείξει αφού ο πρώτος της γιος, ο Τάκης, ήταν αεροπόρος και σκοτώθηκε δοκιμάζοντας ένα αεροπλάνο τύπου «Μπρέγκε 14». Και ο άνδρας της πέθανε λίγο μετά από το μαράζι του για το χαμό του πρωτότοκου.

Έτσι λοιπόν. Ο Μίμης, ό άσος του Παναθηναϊκού, ο μικρός αδελφός του Στέφανου ήταν ο μόνος από τη μεγάλη παρέα των φίλων της γειτονιάς του Νέου Κόσμου που δεν γύρισε. Ήταν ένας ψηλέας που ερχόταν από του Ζωγράφου. Το παρατσούκλι του ήταν «Μπρακ». Η παρέα έτρεχε και τον έβλεπε κάθε Κυριακή. Πήγαιναν στη Λεωφόρο. Ο Μίμης ήταν βασικός ποδοσφαιριστής στην ομάδα του Παναθηναϊκού μαζί με τον αδελφό του, τον Στέφανο. Μόλις κηρύχθηκε ο πόλεμος, παρουσιάστηκε στο στρατό και υπηρέτησε στο Μέτωπο ως ασυρματιστής. Επειδή ήταν διεθνής ποδοσφαιριστής μπορούσε να ζητήσει να μείνει στην Αθήνα. Εκείνος όμως ζήτησε να πάει στην πρώτη γραμμή. Στις 18 Νοεμβρίου 1940 μάλιστα αιχμαλώτισε έναν Ιταλό αεροπόρο, που καταρρίφθηκε το αεροπλάνο του, κοντά στο χωριό Διποταμιά, στο δρόμο για το Πόγραδετς. Λίγες ώρες αργότερα κάθισε να γράψει γράμμα στους δικούς του. Οι βόμβες έσκαγαν δίπλα του. Εκείνος συνέχισε να γράφει. Κι εκεί τον βρήκε ο χάρος. Ήταν ο πρώτος Έλληνας αθλητής που έπεσε στον πόλεμο.
Θάφτηκε σε νεκροταφείο της Αλβανίας, μαζί με άλλους Έλληνες στρατιώτες. Μετά τον πόλεμο ο αδελφός του Στέφανος, με τη βοήθεια του έφεδρου λοχία Χαράλαμπου Παπαδόπουλου που συνυπηρετούσε με τον Μίμη και του Οδυσσέα Τσούτσου, ενός Βορειοηπειρώτη κατοίκου της Διποταμιάς που είχε βοηθήσει στην ταφή, εντόπισε τον τάφο του Μίμη Πιερράκου. Παράλληλα οι προσπάθειες φιλάθλων και ηγετικών στελεχών του Παναθηναϊκού, όπως ο γενικός γραμματέας Μιχάλης Παπάζογλου, απέδωσαν καρπούς. Μαζί με τους παραπάνω, βοήθησε καθοριστικά και ο ρεπόρτερ της εφημερίδας «Αθλητική Ηχώ» Κώστας Τριανταφύλλης.

Φίλαθλοι, γείτονες και φίλοι του Μίμη, στο Νεκροταφείο Ζωγράφου όπου υποδέχθηκαν τα οστά του το 1950.

Στην κηδεία του, ανάμεσα σε συγγενείς, αθλητές και παράγοντες, βρίσκονταν μία μοναχική φιγούρα, η Ελένη. Ήταν ο πρώτος μεγάλος έρωτας του Πιερράκου, ο οποίος όμως έμεινε ανεκπλήρωτος. Μόλις η οικογένειά της πληροφορήθηκε το φλερτ, δεν το ενέκρινε και την έστειλαν «εξόριστη» σε συγγενείς της στην Πελοπόννησο για έξι χρόνια. Δεν αντάμωσε ποτέ από τότε με τον «Μπρακ», παρά μόνο 10 χρόνια μετά τον θάνατό του.

***

Ο Μίμης Πιερράκος, ο καλύτερος ποδοσφαιριστής στην Ελλάδα εκείνη την εποχή (1933) προπονητής στον “Λάκωνα”, φωτογραφίζεται στο Νησακι της Κρανάης, στο γήπεδο με τους μαθητές του Νίκο Παναγόπουλο (δεξιά) και Παναγιώτη Γκούγκουλη. Η φωτογραφία και οι πληροφορίες είναι από το βιβλίο του Νίκου Παναγόπουλου “Το προπολεμικό Γύθειο”.

Οι φίλοι του Παναθηναϊκού τον λάτρεψαν τόσο για τις αθλητικές του ικανότητες, όσο και για τον χαρακτήρα του. Ο «Μπρακ», όπως ήταν το παρατσούκλι του, διακρίθηκε σε όλες τις θέσεις της επίθεσης αλλά κυρίως διέπρεψε στα αριστερά. Με την μπάλα στα πόδια μάγευε, ήταν εξαιρετικός τεχνίτης και διέθετε από τα πιο δυνατά σουτ της εποχής. Σπάνια σκόραρε με το κεφάλι, μία κεφαλιά του όμως έμελε να δώσει στον Παναθηναϊκό το πρώτο πρωτάθλημα της ιστορίας του. Στις 15 Ιουνίου 1930, ο τυπικά γηπεδούχος Ολυμπιακός υποδέχτηκε τον Παναθηναϊκό στο γήπεδο του Άρη. Το γκολ του Μίμη Πιερράκου έγραψε το τελικό 2-1 και έδωσε στους «πράσινους» το περίφημο αήττητο πρωτάθλημα.

Δύο εβδομάδες νωρίτερα, την 1η Ιουνίου 1930, είχε προηγηθεί ο θρίαμβος στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Ο Παναθηναϊκός πέτυχε τη μεγαλύτερη μέχρι και σήμερα νίκη του απέναντι στον Ολυμπιακό με 8-2. Ο «Μπρακ» σκόραρε δύο φορές στον αγώνα, το πέμπτο και όγδοο τέρμα. Για την ιστορία να αναφέρω τις συνθέσεις των δύο ομάδων:

ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ (Γιόζεφ Κίνσλερ): Αργυράκης, Στ. Πιερράκος, Βασιλείου, Ανδρίτσος, Κ. Μπαλτάσης, Υποφάντης, Μηγιάκης, Αγγ. Μεσσάρης, Διομ. Συμεωνίδης, Δ. Μπαλτάσης, Δ. Πιερράκος.
ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ (Γιαν Κοπσίβα): Γραμματικόπουλος, Σοφράς, Κουράντης, Λεκκός, Πανόπουλος, Βιολέτης, Τερεζάκης, Ντίνος Ανδριανόπουλος, Γιώργος Ανδριανόπουλος, Βασίλης Ανδριανόπουλος, Λεωνίδας Ανδριανόπουλος.
ΣΚΟΡΕΡ: 10’, 30’ Διομήδης Συμεωνίδης, 20’, 25’ Άγγελος Μεσσάρης, 53’, 81’ Δημήτρης Πιερράκος, 70’ αυτογκόλ Κουράντης, 76’ Μηγιάκης – 56’, 60’ Γ. Ανδριανόπουλος

***

Ο «ξανθός άγγελος», ο Μίμης Πιερράκος, γεννήθηκε το 1909 στο Γύθειο της Πελοποννήσου, αλλά από το 1912 εγκαταστάθηκε μαζί με την οικογένειά του στην Αθήνα. Πρώτη του ομάδα ήταν η Ένωση Αμπελοκήπων, με τις εμφανίσεις του να προσελκύουν τα βλέμματα των ανιχνευτών του Παναθηναϊκού, στις τάξεις του οποίου τον ενέταξαν σε ηλικία μόλις 17 ετών.
Τα πρώτα δύο χρόνια ήταν αναπληρωματικός του επιθετικού Μιχάλη Παπαδόπουλου και αγωνίστηκε σε ένα μόνο παιχνίδι με το Π.Σ. Γουδί. Στη συνέχεια καθιερώθηκε και με τον ΠΑΟ κατέκτησε επτά πρωταθλήματα της Ε.Π.Σ. Αθηνών, το Πανελλήνιο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου ανδρών 1929-1930 και το Κύπελλο Ελλάδος ποδοσφαίρου ανδρών 1940. Στον Παναθηναϊκό υπήρξε συμπαίκτης με τον αδερφό του Στέφανο Πιερράκο, επίσης βασικό στέλεχος των πρασίνων τη δεκαετία του ’30.

Δεκέμβριος 1937. Στη γειτονιά του Βύρωνα, που τότε την έλεγαν Γούβα. Χιονισμένο τοπίο και ο πανύψηλος Στέφανος Πιερράκος, φωτογραφίζεται με τον παιδικό του φίλο, τον δικηγόρο – και θείο μου – Γεώργιο Μήλα.

Ο Μίμης Πιερράκος αγωνίστηκε σε τέσσερα ματς με την Εθνική Ελλάδας από το 1931 ως το 1933 και πέτυχε ένα γκολ σε αγώνα εναντίον της Γιουγκοσλαβίας στη Λεωφόρο, για το 3ο Βαλκανικό Κύπελλο Εθνών Ποδοσφαίρου.
Από το 1933 μέχρι το 1937 έζησε στην Κύπρο, όπου εργάστηκε ως προπονητής. Όταν επέστρεψε στην Αθήνα, ο Παναθηναϊκός έδωσε φιλικό αγώνα με τη μεικτή Αθηνών, προς τιμήν του.
Μόνο όταν αποσύρθηκε από την ενεργό δράση, ο Πιερράκος αποκάλυψε στη φίλαθλη κοινότητα το επτασφράγιστο μέχρι τότε μυστικό του. Ένα επιφανειακό κάταγμα της περόνης, του προκαλούσε αφόρητους πόνους στους αγώνες. Σχεδόν σε κάθε ματς έπαιζε, σφίγγοντας τα δόντια από τον πόνο. Δεν το είχε αποκαλύψει ποτέ σε κανέναν, παρά μόνο στον αδελφό του Στέφανο και στον γαμπρό του Γιάννη Κουβαράκη, ώστε να μην το μάθουν οι αντίπαλοί του και τον «αχρηστέψουν».

***

Τις περισσότερες από τις παραπάνω πληροφορίες μου τις είπε ο αδελφός του Στέφανος ο οποίος ήταν αξιωματικός της Αεροπορίας. Εγώ έκανα τη θητεία μου στην Αεροπορία. Μετά τον Άραξο, το Σέδες και την Ανδραβίδα, βρέθηκα στο Τατόι. Πολύ λοιπόν συχνά για ανάγκες της υπηρεσίας συναντούσα τον Στέφανο Πιερράκο στο γραφείο του επί της οδού Φιλελλήνων στο Σύνταγμα.

Επίσης κάποιες προσωπικές ιστορίες μου είχε διηγηθεί ο Γιάννης Κουβαράκης γαμπρός του Μίμη Πιερράκου, ο οποίος εργαζόταν τότε στην αρχή της Λεωφόρου Συγγρού σε έκθεση αυτοκινήτων, πολύ κοντά στο πατρικό μου σπίτι.

***

Εδώ η  ομάδα του Παναθηναϊκού το 1930. Όρθιοι: Σπύρος Υποφάντης, Δημήτρης Μπαλτάσης, Διομήδης Συμεωνίδης, Μιχάλης Βασιλείου, Στέφανος Πιερράκος, Κώστας Μπαλτάσης/ Καθιστοί: Δημήτρης Πιερράκος, Άγγελος Μεσσάρης, Αντώνης Μηγιάκης, Κώστας Ανδρίτσος, Γιώργος Αργυράκης.