
Το Πίστομα, αφαιρετικό διήγημα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη από τα διηγήματα “Kορφιάτικες ιστορίες”, εντάσσεται λογοτεχνικά στο είδος της «ρεαλιστικής αγροτικής» ηθογραφίας. Ιδιαίτερα πλούσιο σε δομικά στοιχεία, θα μπορούσε κάλλιστα να αναπτυχθεί πολύ περισσότερο ως προς την έκτασή του, αλλά είναι εμφανές ότι ο συγγραφέας προτίμησε αφενός την αφαίρεση, αφετέρου τη συμπύκνωση ιδεών σε πολύ λιτές εκφράσεις πλήρεις νοημάτων. Προκειμένου, λοιπόν, να αναζητήσει και να κατανοήσει ο αναγνώστης τα νατουραλιστικά χαρακτηριστικά του, χρειάζεται καταγράψει τα δομικά του στοιχεία.
Τα στοιχεία που δομούν το συγκεκριμένο διήγημα ―αφανή και εμφανή― είναι οι χαρακτήρες του, το περιβάλλον, συγκεκριμένες αναφορές σε ήθη, η ματιά ή η στάση του συγγραφέα απέναντι στα γεγονότα που αφηγείται, οι ευρύτερες κοινωνικές αλλαγές ή πιέσεις της εποχής στην οποία γράφτηκε, τα στοιχεία, εν τέλει, που συνθέτουν την προσωπικότητα του συγγραφέα.
Οι χαρακτήρες του έργου είναι τρεις. Ο Αντώνιος Βραχνός ή Κουκουλιώτης, η γυναίκα του και το παιδί της, καρπός άνομης ερωτικής συνεύρεσης. Ο Κουκουλιώτης είναι το κέντρο βάρους στην πυκνή αφηγηματική τεχνική του Θεοτόκη. Περιγράφεται άλλοτε ως νιτσεϊκός χαρακτήρας ή απλά μια τραγική φυσιογνωμία που τη λούζει κρύος ίδρος και χλωμιάζει μπρος στο επερχόμενο συμβάν. Αν ένα διήγημα συμπυκνώνεται στον τίτλο του, τότε ο τίτλος αποκτά ξεχωριστό ενδιαφέρον σε μια τέτοια αναζήτηση, καθώς η λέξη πίστομα, δηλαδή μπρούμυτα, είναι η κύρια ιδέα πίσω από την έννοια της τιμωρίας.
Ο Κουκουλιώτης δεν προβαίνει ο ίδιος στην πράξη. Επιβάλλει στη γυναίκα του να το κάνει και μάλιστα τοποθετώντας το παιδί μπρούμυτα. Τούτη η ταφική πρακτική έχει πανάρχαιες ρίζες και ως επί το πλείστον χαρακτηρίζεται ως πράξη τιμωρίας. Στη χριστιανική ταφική πρακτική το σώμα πρέπει να θάβεται με την όψη του προσώπου να ατενίζει τον ουρανό, προκειμένου να συμμετέχει εις ανάστασιν νεκρών. Από αυτή την άποψη ενδεχομένως ο Κουκουλιώτης δίκαια χαρακτηρίζεται ως νιτσεϊκός χαρακτήρας, αν και η ίδια η έννοια του υπερανθρώπου συνεπάγεται την ιδέα της τραγικότητας.
Η προσπάθεια για ανάλυση των δομικών στοιχείων του διηγήματος οδηγεί σε διαφορετικά και βαθύτερα επίπεδα ερμηνείας, στα οποία εντοπίζεται η διάσταση ανάμεσα στο εθιμικό και το κανονικό δίκαιο. Το έθιμο της οικογενειακής τιμής απαιτεί να χαθεί ο παράνομος σπόρος, και από αυτή την άποψη ο Κουκουλιώτης δεν υπερβαίνει το εθιμικό δίκαιο, αλλά γίνεται θύμα του, ερχόμενος σε διάσταση με τον νόμο της πολιτείας, αλλάζοντας και την οπτική μας στο ρεαλιστικό πορτρέτο που χαράζει με ελληνιστική μαεστρία ο Κ. Θεοτόκης.
Εδώ, επίσης, βρίσκουν την έκφρασή τους οι αναζητήσεις των νατουραλιστών για την κτηνώδη φύση του ανθρώπου, που εκδηλώνεται πιθανώς κάτω από κάποιες συγκεκριμένες κοινωνικές ή βιολογικές πιέσεις. Στην προκειμένη περίπτωση οι πιέσεις είναι και κοινωνικές και βιολογικές. Η κοινωνική πίεση έρχεται από τα έθιμα που απαγορεύουν τις άνομες σχέσεις και η βιολογική πίεση από τη φυσική και ψυχική άρνηση του ξένου καρπού. Αυτού του είδους οι βιολογικές επισημάνσεις από τις πρωτόγονες ήδη κοινωνίες διαμόρφωσαν ένα status άρνησης σε νόθους απόγονους μιας φυλετικής δομής που στηριζόταν στην εξ αίματος συγγένεια. Η ίδια βιολογική σχέση με αντίθετο προσανατολισμό, όμως, παρατηρείται στο δεύτερο πρόσωπο, τη μητέρα και σύζυγο του Κουκουλιώτη και στη σχέση της με το παιδί της. Δε ζητά την επιείκεια για τον εαυτό της αλλά για το παιδί, και τούτος είναι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο τολμά να αντικρούσει την οργή του συζύγου της.
Ο συγγραφέας περιγράφει, αλλά αποστασιοποιείται με τον τρόπο που αποστασιοποιούνται και παρατηρούν οι νατουραλιστές. Μένει βουβός μπρος στο δράμα που εκτυλίσσεται. Μόνον έμμεσα μπορεί να του αποσπάσει κανείς απόψεις για τα πρόσωπα της ιστορίας του. Μικρές λεπτομέρειες που κρύβουν οι ρομαντικές πινελιές στην κατά τα άλλα ρεαλιστική του αφήγηση. Ο ήλιος που χρυσώνει το πρόσωπο του παιδιού και το παιχνίδι του με τα χώματα στην ύστατη στιγμή είναι μια μεστή νοήματος απόδοση της παιδικής αθωότητας. Το πορτρέτο του Κουκουλιώτη, επίσης, αποδίδει φυσιογνωμικά ένα χαρακτήρα που κρύβει στα μάτια του την οργισμένη βιαιότητα τονισμένη με πράσινες λάμψεις στα μάτια του και τα σμιχτά χείλη της ανθρώπινης κακίας. Ως άνθρωπος ο Κ. Θεοτόκης –ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένος σε κοινωνικά θέματα της εποχής του- έχει άποψη, ως συγγραφέας όμως παρατηρεί μεθοδολογικά το συμβάν να εκτυλίσσεται δίχως εμβόλιμες παρατηρήσεις. Αυτό είναι ίσως το μείζον νατουραλιστικό στοιχείο στο διήγημά του, όπως και η ανθρώπινη κτηνωδία, υποκινούμενη από κοινωνικά ή ατομικά πάθη.
Η Ελλάδα της εποχής του Κ. Θεοτόκη δεν είναι η βιομηχανική κοινωνία των χωρών της Δυτικής Ευρώπης αλλά είναι αστικοποιημένη στο βαθμό που η πόλη περιχαρακώνεται στα δικά της ήθη, αντιτιθέμενη συχνά στο ηθικό πλέγμα της αγροτικής κοινωνίας. Συνεπώς η ματιά του είναι ματιά ενός αστού και το περίγραμμα του έργου του εμφανώς επηρεάζεται από το αστικό ηθικό του υπόβαθρο, αν και η νατουραλιστική φύση του έργου τού απαγορεύει οποιουδήποτε είδους ηθική εμπλοκή.

***
«Πίστομα»
ΟΤΑΝ, ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀναρχία πούχεν ἀνταριάσει τὸν τόπο δίνοντας εἰς ὅλα τὰ κακὰ στοιχεῖα τὸ ἐλεύτερο νὰ πράξουν κάθε λογῆς ἀνομία, ἡ τάξη εἶχε πάλε στερεωθεῖ κ’ εἶχε δοθεῖ ἀμνηστεία στοὺς κακούργους, τότες ἐπέστρεψαν τοῦτοι ἀπ’ τὰ βουνὰ κι ἀπὸ τὰ ξένα στὰ σπίτια τους, κι ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους ποὺ ξαναρχόνταν ἐγύριζε στὸ χωριό του κι ὁ Μαγουλαδίτης Ἀντώνης Κουκουλιώτης.
Ἤτουν τότες ὣς σαράντα χρονῶν, κοντός, μαυριδερός, μ’ ὄμορφα πυκνὰ σγουρὰ γένια καὶ μὲ σγουρὰ τὰ μαῦρα μαλλιά. Τὸ πρόσωπό του εἶχε χάρη καὶ τὸ βλέμα του ἤτουν χαϊδευτικὸ καὶ ἥμερο – ἀγκαλὰ κι ἀντίφεγγε μὲ πράσινες ἀναλαμπές· τὸ στόμα του ὅμως ἤτουν μικρότατο καὶ κοντό, δίχως χείλια.
Ὁ ἄνθρωπος τοῦτος, πρὶν ἀκόμα ρεμπελέψει ὁ κόσμος, εἶχε παντρευτεῖ. Κι ὅταν πῆρε τῶν βουνῶν τὸ δρόμο, γιὰ τὸν φόβο τῆς ἐξουσίας, ἄφηκε τὴ γυναίκα του μόνη στὸ σπίτι, καὶ τούτη δὲν τοῦ ἐστάθη πιστή, ἀλλὰ μὲ ἄλλον, νομίζοντας ἴσως πὼς ὁ Κουκουλιώτης ἤτουν σκοτωμένος ἢ ἀλλιῶς πεθαμένος, εἶχε πιάσει ἔρωτα, κι ἀπ’ τὸν ἔρωτα τοῦτον εἶχε γεννηθεῖ παιδί, ποὺ ἄξαινεν ὡστόσο χαριτωμένα καὶ ποὺ ἡ γυναίκα περσότερο ἀγαποῦσε.
Ἐγύριζε λοιπὸν ὁ ληστὴς στὸ χωριό του τὴν ὥραν ὅπου βάφουν τὰ νερά. Κ’ ἐμπῆκε ξάφνου σπίτι του, χωρὶς κανεὶς νὰ τὸ προσμένει, ἐμπῆκε σὰ θανατικό, ἀναπάντεχα τέλεια, κ’ ἐκατατρόμαξεν ἡ ἄτυχη γυναίκα, ἐτρόμαξε τόσο, πού, παίρνοντας τὸ ξανθό της παιδὶ στὴν ἀγκαλιά, τόσφιγγε στὰ στήθια της τρεμάμενη, ἕτοιμη νὰ λιγοθυμήσει καὶ χωρὶς νὰ δύναται νὰ προφέρει λέξη καμιά.
Ἀλλὰ ὁ Κουκουλιώτης πικρὰ χαμογελώντας τῆς εἶπε:
— Μὴ φοβᾶσαι, γυναίκα. Δὲ σοῦ κάνω κανένα κακὸ – ἀγκαλὰ καὶ σοῦ πρέπει. Εἶναι τὸ παιδὶ τοῦτο δικό σου;… Ναί;… Μὰ ὄχι δικό μου! Μὲ ποιόν —λέγε! —τόχεις κάμει;
Τ’ ἀποκρίθη ἐκείνη λουχτουκιώντας:
— Ἀντώνη, τίποτε δὲν μπορῶ νὰ σοῦ κρύψω. Τὸ φταῖσμα μου εἶναι μεγάλο. Μὰ, τὸ ξέρω, κ’ ἡ ἐγδίκησή σου θάναι μεγάλη· κ’ εγὼ, ἀδύνατο μέρος, καὶ τὸ νήπιο τοῦτο, ποὺ ἀπὸ τὸ φόβο τρέμει, δὲ δυνόμαστε νὰ σ’ ἀντρειεφτοῦμε. Κοίτα πῶς ἡ τρομάρα μὲ κλονίζει καθὼς σὲ τηρῶ. Κάμε ἀπὸ μὲ ὅ τι θέλεις, μὰ λυπήσου τὸ ἄτυχο πλάσμα ποὺ δὲν ἔχει προστασία.
Καθὼς ἐμιλοῦσεν ἡ γυναίκα, ἐσκοτείνιαζεν ἡ ὄψη του, ἀλλὰ δὲν τὴν ἀντίκοβγε. Ἐσιώπασε λίγο κ’ ἔπειτα τῆς εἶπε:
— Γυναίκα κακή! Δὲ ρωτῶ τώρα, οὐδὲ συμβουλή σου, οὐδὲ σὲ λυποῦμαι. Τ’ ὄνομα ἐκείνου θέλω. Ἐσὲ δὲ θὰ πειράξω. Δὲ μολογᾶς το; Θὰ τὸ μάθω· τὸ χωριὸ ὅλο γνωρίζει μὲ ποιὸν ἐζοῦσες. Καὶ τότες θὰ θυσιάσω καὶ τοὺς τρεῖς σας, θὰ πλύνω τὴ ντροπὴ πόχω λάβει ἀπὸ σᾶς, πλάσματα ἄτιμα!
Ἐμολόησε.
Κι ὁ Κουκουλιώτης ἐβγῆκε ἀμέσως. Κι ἀφοῦ, ὕστερα ἀπὸ ὥρα, ξαναμπῆκε στὸ σπίτι, ἔβρηκε τὴ γυναίκα του στὸν ἴδιον τόπο, ἀσάλεφτη, μὲ τ’ ἀποκοιμισμένο τέκνο στὴν ἀγκάλη· τὸν ἀναντράνιζε. Μὰ αὐτὸς ἐξαπλώθη καταγῆς καί, σὰ χορτάτος, ἐκοιμήθη ὕπνον βαθὺν ὣς τὸ ξημέρωμα.
Τὴν ἄλλην ἡμέραν, ἀφοῦ ἐξύπνησαν, τῆς εἶπε:
— Θὰ πᾶμε στὰ χτήματά μας νὰ ἰδῶ μὴ καὶ κεῖνα μούχουν ἁρπάξει, καθὼς μοῦχε πάρει καὶ σὲ ὁ σκοτωμένος.
—Τὸν σκότωσες;
Τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὁ ἥλιος δὲν ἐφάνη στὴν ἀνατολή, γιατὶ ὁ οὐρανὸς ἤτουν γνέφια γεμάτος καὶ τὸ φῶς μετὰ βίας ἐπλήθαινε.
Κι ὁ Κουκουλιώτης, βάνοντας φτιάρι καὶ τσαπὶ στὸν ὧμο, ἐδιάταξε τὴ γυναίκα νὰ τὸν ἀκολουθήσει μαζὶ μὲ τὸ παιδί της. Κ’ ἔτσι ἐβγῆκαν κ’ οἱ τρεῖς ἀπὸ τὸ σπίτι.
Καὶ φτάνοντας εἰς τὸ χωράφι, ποὺ ἤτουν πολὺ νοτερὸ ἀκόμη ἀπὸ τὴν προτητερινὴ βροχὴ, ὁ ληστὴς ἐβάλθη νὰ σκάψει λάκκο.
Δὲν ἐπρόφερνε λέξη καὶ τὸ πρόσωπό του ἤτουν χλομό, καὶ ὁ ἱδρώς, ποὺ ἔβρεχε τὸ μέτωπό του, ἔβγαινε κρύος. Τὸ σταχτὶ φῶς, ποὺ ἔπεφτε ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἐχρωμάτιζε παράξενα τὸν τόπο· τὸ χινόπωρο τὴν αὐγὴν ἐκείνην ἔλεγεν ὅλη του τὴ θλίψη.
Ἡ γυναίκα ἐκοίταζε περίεργη κι ἀνήσυχη, καὶ τὸ παιδάκι ἐπαιχνιδοῦσε μὲ τὰ γουλιὰ καὶ μὲ τὰ χώματα ποὺ ἀνάσκαφτεν ὁ κακοῦργος. Κ’ ἐφάνη γιὰ μιὰ στιγμὴν ὁ ἥλιος κ’ ἐχρύσωσε τὰ ξανθὰ μαλλιὰ τοῦ νήπιου, ποὺ ἀγγελικὰ χαμογέλασε.
Κι ὡστόσο ὁ λάκκος ἤτουν ἕτοιμος. Κι ὁ Κουκουλιώτης, ἀκουμπώντας στὸ φτιάρι, εἶπε τῆς γυναικός του:
— Βάλ’ το πίστομα μέσα!
* Εκδόθηκε τον Ιανουάριο του 1899 στο περιοδικό του φίλου του συγγραφέα, Κώστα Χατζόπουλου, «Τέχνη».

* Το «Πίστομα» διάλεξε ο σκηνοθέτης Γιώργος Φουρτούνης για μια ταινία διάρκειας 18 λεπτών, που κέρδισε το Α’ βραβείο μυθοπλασίας στη Δράμα (2011). Ο Κερκυραίος λογοτέχνης έχει συχνά εμπνεύσει Έλληνες κινηματογραφιστές κάθε γενιάς και τάσης. Το ίδιο διήγημα έχει, για παράδειγμα, γίνει ταινία μικρού μήκους και από τον Πάνο Κοκκινόπουλο πίσω στο 1975.
Ο 40χρονος Αντώνης Κουκουλιώτης γυρνάει στο χωριό του από τα βουνά, όπου ζούσε ως παράνομος, αφού δόθηκε «αμνηστία στους κακούργους». Βρίσκει τη γυναίκα του με βρέφος νεογέννητο. Σκοτώνει τον εραστή της. Σκάβει ένα λάκκο και την αναγκάζει να βάλει μέσα το νήπιο, που αγγελικά χαμογελούσε και ο ήλιος εχρύσωνε τα ξανθά μαλλιά του.
Ο Φουρτούνης, όπως λέει ο Αχιλλέας Κυριακίδης, μέλος της Κριτικής Επιτροπής του φεστιβάλ, ξεχώρισε για την «ωριμότητά» του. «Χειρίστηκε το διήγημα του Θεοτόκη με μεγάλα πλάνα, υπομονή, πειθαρχημένη κάμερα, χωρίς αταξίες και εφέ, καμία λαγνεία προς τη βία και με αποθέωση της σιωπής ως εκφραστικού μέσου».
Είναι ήδη πολλά για έναν σκηνοθέτη που έχει μόλις μία ταινία ακόμα στο βιογραφικό του (το ψηφιακό «Δ»). Ανακάλυψε, όπως λέει, το «Πίστομα» πρώτα από έναν φίλο του, που πριν από αρκετά χρόνια τον προέτρεψε να το διαβάσει. Αργότερα, σπουδαστής πια κινηματογράφου, άκουσε το δάσκαλό του Περικλή Χούρσογλου να το διαβάζει στην τάξη «ως δείγμα διηγήματος, που θα μπορούσε να γίνει από ταινία μικρού μήκους μέχρι μεγάλου μήκους και σίριαλ». Τότε σκέφτηκε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του πάνω στον βίαιο και σκοτεινό κόσμο του Θεοτόκη.
Έκανε τη διασκευή μόνος του. Και αποφάσισε ότι η ιστορία θα διαδραματιζόταν σε ένα εγκαταλειμμένο χωριό. Το βρήκε τελικά έξω από την Καστοριά, στα Κορέστεια, εκεί όπου, όπως έμαθε, είχε κάνει γυρίσματα και ο Παντελής Βούλγαρης για τις «Νύφες» αλλά και την «Ψυχή βαθιά». Να μια πρώτη προσωπική του διαφοροποίηση από το διήγημα του Θεοτόκη. «Η ιστορία μου πήρε έτσι ένα χαρακτήρα μετεμφυλιακό, χωρίς όμως να είναι εντελώς χειροπιαστός. Θα ‘λεγα ότι έχει κάτι το άχρονο», λέει.
Δύο στοιχεία του διηγήματος ενδιαφερόταν κυρίως να μεταφέρει με τον δικό του τρόπο στην οθόνη. «Πρώτα την αίσθηση της επιστροφής ενός άντρα σε έναν αφιλόξενο χώρο. Ο Θεοτόκης την περνάει σε μια μόνο, αλλά πολύ πυκνή παράγραφο. Έπειτα ήταν το θέμα της γυναίκας του Αντώνη Κουκουλιώτη. Εδώ πήρα κάποιες ελευθερίες σε σχέση με το διήγημα, όπου εκλιπαρεί τον άνδρα της για τη σωτηρία του παιδιού και γενικά μιλάει. Προτίμησα να δείξω ότι είναι συνένοχη στη βία πάνω στο μωρό, αφού είναι ο μόνος δρόμος για να επανέλθει ο κόσμος της σε μια κανονικότητα και τάξη, να ξαναγίνουν τα πράγματα όπως ήταν κάποτε. Ξέρουν και οι δύο ότι αυτό που κάνουν είναι λάθος, ότι ζουν σε έναν κόσμο βίας, αλλά παρ’ όλα αυτά τον ακολουθούν τυφλά».
Επίσης εμπιστεύτηκε απόλυτα τις σιωπές. «Πίστευα ότι το κλίμα του διηγήματος μπορούσε να αποδοθεί και χωρίς πρόζα, ότι περισσότερα πράγματα θα έβγαιναν αν η γυναίκα δεν μιλούσε, αλλά απλώς έπραττε. Ήταν ένα ρίσκο που πήρα και δεν μετανιώνω», λέει ο Γιώργος Φουρτούνης.
Την ίδια αφαιρετικότητα επέλεξε και για το θέμα του μωρού, που στο διήγημα του Θεοτόκη φαίνεται και περιγράφεται με τρυφερό και δραματικό τρόπο. Αποφάσισε να ακούγεται απλώς η φωνούλα του, όταν ο άντρας πρωτομπαίνει σπίτι του.

Η βία δεν φαίνεται στην ταινία του Γιώργου Φουρτούνη. Την αισθάνεσαι με έναν περίεργο τρόπο. Όλες οι πράξεις μοιάζουν φυσιολογικές και αναπόφευκτες. Σαν μια λογική συνέπεια στον συγκεκριμένο κόσμο.
Δούλεψε τρία ολόκληρα χρόνια για το “Πίστομα” του Κωνσταντίνου Θεοτόκη. Τρία χρόνια από τη ζωή του για μια ταινία 18 λεπτών, που όμως έχει την αξία της…
* Πρωταγωνιστούν ο Γιώργος Συμεωνίδης και η Ελένη Βεργέτη. Διεύθυνση φωτογραφίας: Γκίκας Πέτρος. Μοντάζ: Τσινάσκι Αλμπερτ. Σκηνικά: Μπούσκα Κία, Ανδρεάδη Καλλιόπη. Κοστούμια: Παπαγεωργίου Νίκη
* Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης γεννήθηκε στις 3 Μαρτίου του 1872 στην Κέρκυρα, γιος του Μάρκου Θεοτόκη και της Αγγελικής Πολυλά, ανιψιάς του Ιάκωβου Πολυλά. Είχε δύο αδερφούς. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στο ιδιωτικό σχολείο Κοντούτη, στη συνέχεια φοίτησε για οχτώ χρόνια στο Εκπαιδευτήριο Καποδίστριας και τέλειωσε το γυμνάσιο το 1888.
Διέγραψε μια εξελικτική πορεία από την ψυχογραφική ηθογραφία και την αισθητιστική γραφή, προς τον ιδεολογικά φορτισμένο κοινωνικό ρεαλισμό (επιρροές από το σοσιαλισμό) και το νατουραλισμό.
Σταθμοί της πορείας του στάθηκαν: “Το Πάθος”, “Το Πίστομα”, “Η τιμή και το χρήμα”, “Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλλα”, oι “Σκλάβοι στα δεσμά τους”. Σ’ όλη του τη ζωή δεν έπαψε να δημοσιεύει πεζογραφικά, ποιητικά και μεταφραστικά έργα σε πολλά λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες (όπως Η Τέχνη, ο Νουμάς, ο Διόνυσος κ.α.).
Χρονολόγιο
1884 εξέδωσε με τον αδερφό του Κωνσταντίνο (σε ηλικία 14 χρόνων) την εφημερίδα Ελπίς.
1887 εξέδωσε μια μελέτη για τον ηλεκτροχημικό τηλέγραφο και έστειλε μια μελέτη για το κυβερνώμενο αερόστατο στη Γαλλική Ακαδημία των Επιστημών που επαινέθηκε.
1889 γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης για σπουδές φυσικομαθηματικών επιστημών.
1897 έναρξη της βαθιάς φιλίας του με τον Λορέντζο Μαβίλη, με τον οποίο πήρε μέρος στην κρητική επανάσταση και στον πόλεμο του 1897 και από τον οποίο υιοθέτησε το ενδιαφέρον του για τη σανσκριτική μυθολογία.
1895 εξέδωσε ένα ρομάντζο στα γαλλικά
1899 δημοσίευσε σε συνέχειες το “Πάθος και το Πίστομα” στο περιοδικό “Τέχνη” του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου.
1902 επισκέφτηκε τη Ζάκυνθο με αφορμή τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του Σολωμού και τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε ένα άρθρο για τον Σολωμό στην εφημερίδα Neue Presse της Βιέννης.
1903 γνωρίστηκε με τη μετέπειτα στενή φίλη του Ειρήνη Δεντρινού
1904 δημοσίευσε στο Νουμά τη διατριβή του Σανσκριτική και καθαρεύουσα.
1905 οργάνωσε συνέδριο δημοτικιστών στην Κέρκυρα με αφορμή την εκεί επίσκεψη του Αλέξανδρου Πάλλη. Οι καλεσμένοι επίσης Κωστής Παλαμάς, Γιάννης Ψυχάρης και Ιωάννης Γρυπάρης δεν παρευρέθηκαν.
1907-1909 βρέθηκε στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου για σπουδές και επέστρεψε στην Κέρκυρα, όπου υποδέχτηκε τον σοσιαλιστή Μαζαράκη. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Σοσιαλιστικού Ομίλου Κερκύρας και κατόπιν του Αλληλοβοηθητικού Εργατικού Συνδέσμου Κερκύρας. Σκόπευε στην ανάπτυξη των χωρικών της υπαίθρου.
1917 μετά την πτώση της Αυστροουγγρικής μοναρχίας ο Θεοτόκης και η σύζυγός του καταστράφηκαν οικονομικά. Η υγεία του κλονίστηκε. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν πολύ δύσκολα λόγω της άθλιας οικονομικής του κατάστασης και της αρρώστιας του.
Το 1923, την 1η Ιουλίου (σε ηλικία 51 ετών), πεθαίνει στην Κέρκυρα αφήνοντας ανολοκλήρωτο το τελευταίο του έργο με τίτλο “Ο παπά Ιορδάνης περίχαρος και η ενορία του”. Σημειωτέον πως το μεταφραστικό έργο του υπήρξε μεγάλο καθώς μιλούσε 10 γλώσσες.
***
Εικόνες από την ομώνυμη ταινία (18´) του Γιώργου Φουρτούνη, που κέρδισε το Α’ βραβείο μυθοπλασίας στο Φεστιβάλ Δράμας το 2011.


