
Του Παναγιώτη Μήλα
«Τυρί, ρύζι, καφέ, γάλα, Καμπά… Τυρί, ρύζι, καφέ, γάλα, Καμπά…». Δεν θυμήθηκα χωρίς λόγο την πασίγνωστη διαφήμιση από τα νιάτα μου. Απλά, προσπαθούσα εδώ και δύο εβδομάδες να μην ξεχάσω πως πρέπει να διαβάσω το βιβλίο «Ανδρέας Π. Καμπάς».
Μετάνιωσα που άργησα τόσο, γιατί με περίμενε μια γιορτή, με οικοδέσποινα την κα. Ρωξάνη Μάτσα (δισέγγονη του αδελφού του Ανδρέα Καμπά), στο ρόλο του απόλυτου οινοποιού τη δημοσιογράφο Εμμανουέλα Νικολαϊδου, σε ρόλο γευσιγνώστη τη φιλόλογο Ζέτα Παπαγεωργοπούλου και με τον καλλιτεχνικό επιμελητή Δημήτρη Βίδο ως οινοχόο.
Μια μοναδική εμπειρία. Γύρω από ένα μεγάλο μοναστηριακό τραπέζι, με καιρό ανοιξιάτικο και δίπλα στις κληματαριές, μαζεύτηκαν όλοι όσοι αγαπούσαν και αγαπούν τον Ανδρέα Π. Καμπά, γέμισαν τα ποτήρια τους με το Λαουτάρι, το κορυφαίο Ροδίτη – Ασύρτικο, για να πιουν «στην υγειά του πατριάρχη της Μεσογαίας.

Οι ιστορίες που αφηγούνται οι συνδαιτυμόνες μοιάζουν με κινηματογραφική ταινία. Ο χώρος της δράσης αρχίζει από την Κάντζα, στα ιστορικά κτήματα, όπου ακόμη υπάρχει το ιδιωτικό εκκλησάκι του Αγίου Αλεξάνδρου, που φιλοξένησε τους γάμους και τα βαφτίσια των εργαζομένων αλλά και γάμους πριγκιπικούς. Σκηνές του έργου διαδραματίστηκαν και στη Φιλελλήνων, δίπλα στη ρώσικη εκκλησία αλλά και στη Ρηγίλλης, στις όχθες του Ιλισσού. Να σκεφτεί κανείς ότι αυτή η περιπέτεια βρίσκει τον πρωταγωνιστή μας μόλις 18 χρόνων, το 1869. Μάλιστα, όπως λέει σήμερα ο γεωπόνος-οινολόγος Ανδρέας Ποπολάνος, «πριν από τον Καμπά, δεν υπήρχαν κριτήρια για την παραγωγή καλού κρασιού».

Έτσι, τα προϊόντα του γίνονται δεκτά με ενθουσιασμό και βραβεύονται σε όλες τις εκθέσεις στο εξωτερικό, λίγο πριν από το 1890 και ο Καμπάς κατακτά τις αγορές της Αιγύπτου, της Συρίας, της Τουρκίας, της Ουγγαρίας, της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας και της Ρωσίας.
Εν τω μεταξύ για να πετύχει καλύτερο εμπορικό αποτέλεσμα, έφτιαξε ένα δεύτερο εργοστάσιο στον Πειραιά, στην Ακτή Ξαβερίου. Εκεί ήταν και η «πολυκατοικία» της οδού Παρασάγγη 10, που ενέπνευσε τον Καραγάτση να γράψει το περίφημο μυθιστόρημά του, το «10». Το εργοστάσιο αυτό φρόντισαν οι Γερμανοί στις 6 Απριλίου του 1941 να το… ισοπεδώσουν στο γνωστό βομβαρδισμό. Δεν ζούσε όμως τότε για να το δει. Οι κληρονόμοι συνέχισαν το έργο του. Έκαναν όλα όσα τους είχε μάθει, τότε που συμμετείχαν στο πανηγύρι του τρύγου. Τότε που γιόρταζαν με τις οικογένειες των εργατών του εργοστασίου. Στο γλέντι της σοδειάς που ήταν πάντα κι εκείνος εκεί μέχρι το 1923, αφού δεν πρόλαβε τον τρύγο του 1924…
Πρόλαβε βέβαια να δει το μεγάλο του όνειρο να πραγματοποιείται στη Μαντινεία με το ομώνυμο λευκό, το «Αρκαδία» λευκό και το κόκκινο γλυκό «Φιλέρι». Το «Εργοστάσιο Τριπόλεως», όπως το έλεγαν, λειτούργησε επίσημα για πρώτη φορά του 1928. Όλα όσα έγιναν εκεί από το 1931 μέχρι και το 1976 υπάρχουν καταγεγραμμένα στο δεύτερο μέρος του βιβλίου. Είναι ένας χειρόγραφος θησαυρός -βρέθηκε γύρω στο 1990- σε 71 παλαιά τετράδια υπό τον τίτλο “Βιβλίον Αλληλογραφίας” που τηρούσε ο υπεύθυνος του εργοστασίου Μιχαήλ Μπίκος. Στο σημείο αυτό να σας ενημερώσω ότι το 1931, όταν ο μέσος μισθός ήταν 2.300 δρχ., το κρέας κόστιζε 20, 39 δρχ. η οκά (σύμφωνα με στοιχεία που υπάρχουν στο βιβλίο). Η αλληλογραφία λοιπόν αυτή είναι “φωτογραφίες στιγμής” που κράτησαν ζωντανή τη μνήμη κάθε κίνησης που έγινε από τους εργαζόμενους αλλά και από τους… σκύλους που είχαν αναλάβει τη φύλαξη του εργοστασίου από τις θρασύτατες κλοπές που γίνονταν στη γύρω περιοχή.

Κρίμα που δεν είμαι σεναριογράφος και σκηνοθέτης. Αυτό το βιβλίο έχει τόσα πρόσωπα – που κινούνται παράλληλα με την ιστορία του τόπου – έχει τόσες ανατροπές, τόσες συγκινήσεις που κάθε σελίδα του είναι και χίλιες εικόνες. Όμως τέτοιες εικόνες δημιούργησαν δύο από τα μεγαλύτερα ονόματα της ελληνικής ζωγραφικής: Ο Γιάννης Τσαρούχης, με το σήμα κατατεθέν για το κρασί Λαουτάρι, το περίφημο λιοντάρι της Κάντζας (1929) και ο μοναδικός Θεόφιλος (Χατζημιχαήλ) που φιλοτέχνησε (το 1930) τη γιορτή του τρύγου, όπου τρυγητές της εποχής υψώνουν το ποτήρι στον Ανδρέα Καμπά και στη σύζυγό του, όπως κάναμε και μεις σήμερα με αφορμή αυτό το κείμενο…
* «Ανδρέας Π. Καμπάς – Ο “πατριάρχης” της Μεσογαίας και η τέχνη του κρασιού». Της Εμμανουέλας Νικολαϊδου και της Ζέτας Παπαγεωργοπούλου.


