Ο Γιώργος Θεοτοκάς υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς Έλληνες διανοούμενους του 20ου αιώνα.

Βασικό στέλεχος της «γενιάς του ‘30», χάραξε την πορεία των ελληνικών Γραμμάτων με έργα όπως το μυθιστόρημα Αργώ.

Τα «Τετράδια ημερολογίου 1939-1953» (Εκδόσεις: Βιβλιοπωλείον της Εστίας) αποτελούν μια πολύτιμη μαρτυρία για την Ελλάδα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφυλίου. Έχει ιδιαίτερη σημασία ότι ο Θεοτοκάς κάνει τις καταγραφές του εν θερμώ. Επομένως, οι παρατηρήσεις του δεν μπαίνουν στην προκρούστειο κλίνη των εκ των υστέρων σκοπιμοτήτων, αλλά ούτε κι έχουν τη νηφαλιότητα του ιστορικού δοκιμίου. Αποτυπώνουν τις αισθήσεις και τις εκτιμήσεις της στιγμής.

Δημοσιεύουμε σήμερα μερικά αποσπάσματα από τα Τετράδια ημερολογίου του Γιώργου Θεοτοκά που καταγράφουν το κλίμα στην Αθήνα λίγο πριν, κατά τη διάρκεια και λίγο μετά την 28η Οκτωβρίου 1940.

15 Αυγούστου

Νομίζω ότι αυτή τη φορά είμαστε μέσα. Τα ψέματα τελειώνουν.

16 Αυγούστου

Είμαστε άραγε μέσα; Απάθειά μου. Εύκολη λησμοσύνη.

1 Σεπτεμβρίου, Κηφισιά

 

Η ζωή συνεχίζεται σαν να μην έχει συμβεί τίποτα το εξαιρετικό τριγύρω μας και μέσα στα νερά μας τις τελευταίες εβδομάδες, σαν να μην ήμασταν τόσο κοντά στον κίνδυνο. Έλλειψη οξυδέρκειας; Νομίζω όχι. Η κρατούσα γνώμη που την ακούει κανείς παντού είναι ότι «δε θα γλιτώσουμε την μπόρα». Όλοι λοιπόν ή σχεδόν όλοι ξέρουν ότι η μπόρα είναι πάνω από τα κεφάλια μας και περιμένουν από στιγμή σε στιγμή το ξέσπασμά της. Αλλά ζουν, εργάζονται, διασκεδάζουν, κάνουν σχέδια, παντρεύονται, ανατρέφουν παιδιά σα να βρισκόμασταν στις πιο ομαλές συνθήκες και αφού πιστοποιήσουν ότι «δε θα γλιτώσουμε κ.λπ.», αμέσως ύστερα αλλάζουν θέμα κουβέντας και συζητούν αμέριμνα για τα κανονικά ζητήματα της τρέχουσας ζωής τους. […].

27 Οκτωβρίου

Οι Ιταλοί ξανάρχισαν την ψυχολογική πίεσή τους. Συνοριακά επεισόδια, συκοφαντική εκστρατεία κ.λπ. Έχει κανείς την εντύπωση ότι θέλουν να διατηρήσουν κάποια αξίωση εναντίον μας και από καιρό σε καιρό σκαλίζουν το ζήτημα να μην ξεχνιέται.

Η γενική εντύπωση είναι ότι θα περάσουμε ειρηνικό χειμώνα. Την άνοιξη πια ο Θεός βοηθός!

Κηφισιά, 28 Οκτωβρίου 1940

Ξυπνώ με τις καμπάνες που σημαίνουν την κήρυξη του πολέμου και τον πρώτο συναγερμό. Είμαστε επιτέλους μέσα!

Ο ωραιότατος καιρός, οι καμπανοκρουσίες, κάποια κίνηση ιδιαίτερη, κάποια έξαψη που αισθάνομαι αμέσως τριγύρω μου, στο σπίτι, στο δρόμο, στα άλλα σπίτια και στους κήπους, όλα αυτά προσδίνουν, από την πρώτη στιγμή, στην ημέρα που αρχίζει, μια όψη εορτάσιμη, πανηγυρική. Η πρώτη μου σκέψη είναι: «Το μεσημέρι το αργότερο θα έρθουν τα αεροπλάνα να μας βομβαρδίσουν.» […]

Στο λεωφορείο διαβάζω την εφημερίδα και ξεχνιούμαι. Απάθειά μου. Οι επιβάτες μιλούν για τον πόλεμο με πολλή ψυχραιμία και κάποτε με ευθυμία.

Μετά τους Αμπελόκηπους, μπαίνοντας στην Αθήνα, αντικρύζω την πρώτη πολεμική εικόνα και αισθάνομαι την πρώτη συγκίνηση της ημέρας. Μια στρατιωτική μονάδα φεύγει από τα Παραπήγματα. Οι στρατιώτες είναι άοπλοι. Είναι πολύ νέοι και καλά ντυμένοι. Τραγουδούν, γελούν και παίζουν φάπες, κάνουν σαν παιδιά που ξεκινούν για μια ευχάριστη εκδρομή. Μες στο λεωφορείο μου μια γυναίκα αρχίζει και κλαίει με λυγμούς, μια άλλη κλαίει κρυφά, στρέφει το πρόσωπό της προς τα έξω για να μην τη δουν. […].

Στη γωνία Βουκουρεστίου και Σταδίου μια αρκετά μεγάλη διαδήλωση νεών έχει επιτεθεί στα γραφεία της Al Litoria (ΣτΣ Ιταλική αεροπορική εταιρία.) Σπάζουν τις πόρτες, μπαίνουν μέσα και τα σπάνουν όλα, γεμίζουν τον δρόμο με συντρίμμια και χαρτιά. Το νεανικό πλήθος φωνάζει και γελά. Αισθάνομαι ότι μου μεταδίδει τον ενθουσιασμό του, φωνάζω κι εγώ και γελώ.

Σιγά-σιγά η Αθήνα παίρνει το ύφος των μεγάλων εθνικών εορτών, κάτι που θυμίζει λ.χ. τα Εκατόχρονα της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά πιο αυθόρμητα και πιο νεανικά. Καιρός θαυμάσιος, καταγάλανος ουρανός. Πλήθη νέων, με στολές της ΕΟΝ ή με πολιτικά, έχουν χυθεί στους κεντρικούς δρόμους, με λάβαρα, σημαίες, δάφνες, μουσικές. Κρατούν εικόνες του βασιλιά, του Μεταξά, του καταδρομικού Έλλη με την επιγραφή: Δεν λησμονούμε. Ο κόσμος συμμετέχει σε αυτές τις εκδηλώσεις, χειροκροτεί, ζητωκραυγάζει. Είχα πολλά, πάρα πολλά χρόνια να δω τέτοιο ενθουσιασμό στην Αθήνα. […]

28 Οκτωβρίου (νύχτα)

Μου τηλεφώνησε ο Τερζάκης, φεύγει αύριο.

Μαυρίλα και ησυχία βαριά. Παράξενη ησυχία. Περίμενα ότι θα είχαν συμβεί απόψε περισσότερα γεγονότα. Μα στην Πάτρα σκότωσαν αρκετό κόσμο και εξάλλου έχουμε τη νύχτα μπροστά μας.

Αν ζήσουμε θα έχουμε ιστορίες να λέμε.

31 Οκτωβρίου 1940

Αισιόδοξη μέρα. Οι ειδήσεις του μετώπου τονώνουν την εμπιστοσύνη μας. Η ζωή της πολεμικής Αθήνας αρχίζει να μπαίνει σε κάποιο ρυθμό. Συνηθίζουμε.

Ο πληθυσμός είναι περήφανος γι’ αυτό που γίνεται, να ορθωθεί η Ελλάδα απέναντι σε μια μεγάλη δύναμη, αψηφώντας τον κίνδυνο και μάλιστα με τέτοιο ενθουσιασμό. Το πρώτο ξέσπασμά μας ήταν ορμέφυτο, σχεδόν ασυνείδητο. Ύστερα το σκεφτήκαμε και μας άρεσε αυτό που κάναμε, είμαστε ευχαριστημένοι. Είναι μια από τις σπάνιες φορές όπου συμβαίνει να κρίνουμε τον εαυτό μας με κάποια ευχαρίστηση. […]

Επιστροφή στην Αθήνα του Παναγιώτη Κανελλόπουλου ύστερα από πολύχρονη εκτόπιση. Έκανε δηλώσεις πατριωτικές και τόνισε ότι πρέπει να ξεχαστούν αυτή τη στιγμή οι πολιτικές διαιρέσεις. Βρίσκω τη στάση του ορθή. […]

Ακούω ότι οι κομμουνιστές κάνουν προπαγάνδα υπέρ του ελληνικού πολέμου. Ενδιαφέρον αυτό σχετικά με τις κρυφές διαθέσεις της ΕΣΣΔ.

Η Καθημερινή αναπολεί ένα λόγο του Κανάρη στα γεράματά του:΅

«-Λοιπόν;, Πώς το έκανες, Ναύαρχε;

-Πώς το ‘κανα;…. Να ξύπνησα ένα πρωί και είπα: Καπετάν Κωνσταντή, θα πεθάνεις…»