
Γράφει η Μελίνα Σκούφου
Εικονογραφεί ο Mario de Paduanis
Μια φορά, πριν από όχι πάρα πολύ καιρό -δυο χρόνια και κάτι- γεννήθηκε ένα γκρίζο χνουδωτό γατάκι. Ήταν άτυχο, όμως, και γεννήθηκε από μια μητέρα γάτα που πέθανε στη γέννα… ή μάλλον η μαμά του το ξέχασε κάπου και ποτέ δεν επέστρεψε… ή γεννήθηκε σε μία οικογένεια ανθρώπων που δεν θέλανε γατάκια και το πέταξαν στα σκουπίδια. Ποτέ δεν θα μάθουμε… Πάντως βρέθηκε από μια κοπέλα σε μια δύσκολη περίοδο της ζωής της, ένα ανοιξιάτικο βράδυ που πήγαινε βόλτα με το αυτοκίνητο. Η κοπέλα, που ονομαζόταν Μελίνα, το πρόσεξε από μακριά και όταν κατάλαβε πως ήταν ένα μικροσκοπικό γατάκι, γύρισε πίσω για να το σώσει από τα άλλα αυτοκίνητα.
Ήταν βρώμικο, τόσο μικρό που χωρούσε στη μικρή της χούφτα και τόσο αβοήθητο μέσα στην ερημιά, που έτρεμε εκλιπαρώντας για βοήθεια. Όχι δεν είχε μάθει ακόμα να μιλάει, ήταν τόσο μικρό για να μιλήσει, όμως το βλέμμα του πρόδιδε τα συναισθήματά του. Η Μελίνα δεν ήξερε τι να κάνει, το έβαλε μέσα στο αυτοκίνητο αγκαλιάζοντάς το, όμως δεν ήξερε πού να το πάει. Η ίδια πίστευε ότι είναι μεγάλη ευθύνη ένα μικρό γατάκι και αμφισβητούσε την ικανότητά της να δεσμευτεί με έναν τέτοιο τρόπο. Δεν είχε και πολλά περιθώρια επιλογής, όμως, καθώς ήταν φιλεύσπλαχνος άνθρωπος και είχε ζήσει με πολλά ζώα στο σπίτι που μεγάλωσε, σκέφτηκε «θα το πάρω προς το παρόν -μόνο για σήμερα- και αύριο βλέπουμε». Το πήγε στο σπίτι της, το καθάρισε με χαμομήλι, του έβαλε γάλα σε ένα μικρό πιατάκι, το νανούρισε και το έβαλε για ύπνο στην κουβέρτα που μέχρι τότε σκεπαζόταν τα βράδια βλέποντας τηλεόραση. Αυτό ξύπνησε μέσα στη νύχτα και έκλαιγε, και η Μελίνα γεμάτη αφοσίωση ξύπνησε, το χάιδεψε λέγοντάς πως όλα θα πάνε καλά, ότι δεν κινδυνεύει πια. Αυτό ηρέμησε και έπεσε ξανά για ύπνο. Η Μελίνα αμέσως και με ευκολία μπήκε στο ρόλο της μητέρας και αποφάσισε να το υιοθετήσει. «Οφείλω να προστατέψω αυτό το γατάκι, να μη νιώσει την απόρριψη που ένιωσα εγώ μικρή. Θα είμαι πάντα δίπλα του, θα το αγαπώ και θα το φροντίζω». Έτσι, τις επόμενες μέρες το πήγε στο γιατρό, του αγόρασε τα φάρμακα που χρειάζονταν για να γίνει καλά, του αγόρασε δικά του πιατάκια και κουτί για να τοποθετηθεί η άμμος του.
Όπως όλες οι περήφανες μητέρες, όταν αυτό έμαθε να κάνει τις ανάγκες του στην άμμο, πήρε τηλέφωνο όσους γνώριζαν την ύπαρξή του για να τους το αναγγείλει. Ένα βράδυ που βρισκόταν στο σπίτι της με ένα φίλο της αποφάσισαν να το βαφτίσουν. Εκείνος πρότεινε διάφορα ονόματα όπως Μέγα Αλέξανδρο, Καίσαρα και άλλα ονόματα παρόμοιας εποχής. Η Μελίνα όλο χαρά ανήγγειλε: «Πλάτωνα, θα το λένε Πλάτωνα!». Το γατάκι ήταν χνουδωτό, λίγο περισσότερο από τα συνηθισμένα γατιά και επιπλέον είχε χρώμα γκρίζο που συνειρμικά παρέπεμψε στον αρχαίο Έλληνα φιλόσοφο μέσα στις σκέψεις της. Οι μέρες περνούσαν και ο Πλάτων είχε ήδη γίνει μέλος της οικογένειας της Μελίνας, αφού δεν ήταν δύσκολο καθώς η ίδια ζούσε μόνη σε ένα σπίτι, σε μία ξένη για εκείνη πόλη, όπου σπούδαζε.
Κάποια στιγμή που η Μελίνα ετοιμαζόταν να πάει για μάθημα και ντυνόταν, ο Πλάτων μίλησε, είπε «σε ευχαριστώ πολύ». Εκείνη γύρισε για να βεβαιωθεί πως τα λόγια δεν ειπώθηκαν μέσα στη φαντασία της, και ο Πλάτων συνέχισε
«μου έσωσες τη ζωή». Πρόσεξε στο βλέμμα του ότι ένα δάκρυ ήταν έτοιμο να ξεχειλίσει και αντιλαμβανόμενη πως δεν πρόκειται για δάκρυ θλίψης -όπως εκείνης της ημέρας που ξεκίνησε η κοινή τους πορεία στη ζωή-, αλλά για δάκρυ ευγνωμοσύνης, χαράς, δάκρυσε και εκείνη από συγκίνηση που έδωσε τέτοια χαρά στο μικρό Πλάτωνα. Σύντομα ο Πλάτωνας άρχισε να μπορεί να πηδάει πάνω στο κρεβάτι από μόνος του, χωρίς τη βοήθεια της Μελίνας και έτσι άρχισαν να κοιμούνται μαζί κάθε βράδυ. Όμως, ήρθε μία περίοδος κατά την οποία η Μελίνα είχε πολύ διάβασμα για τη σχολή της καθώς ήταν η εξεταστική περίοδος.
Ο μικρός Πλάτων αγανάκτησε, αισθάνθηκε απόρριψη και φοβούμενος την εγκατάλειψη, άρχισε να φέρεται κάπως παράξενα. Δεν ήταν ίδια η συμπεριφορά του. Είχε γίνει κάπως νευρικός, δεν μπορούσε να σταθεί σε μία μεριά κατά τη διάρκεια της ημέρας, παρά μόνο τις λιγοστές ώρες που κοιμόταν. Έβλεπε τη Μελίνα να μην ασχολείται πια μαζί του, αλλά να διαβάζει συνέχεια. Πήγαινε τη δάγκωνε, τη γρατζουνούσε θέλοντας να αποσπάσει λίγη από την προσοχή της. Εκείνη στην αρχή ήταν ανεκτική, παρόλο που απορούσε «τι να συμβαίνει στον μικρό Πλάτωνα;».
Οι μέρες περνούσαν και η συμπεριφορά του εξακολουθούσε να είναι παράξενη. Το μόνο που φαινόταν να τον ενδιαφέρει ήταν να τρέχει από τη μια γωνιά του σπιτιού στην άλλη κάνοντας φασαρία και να επιτίθεται στη Μελίνα που διάβαζε. Κάποια στιγμή η ίδια αναρωτήθηκε μήπως ο μικρός Πλάτων αρρώστησε πνευματικά, μήπως τρελάθηκε. «Μήπως η φυσική μητέρα του -η γάτα- γνώριζε την κατάσταση και γι’ αυτό τον εγκατέλειψε;», σκέφτηκε. Ήταν στιγμές που πίστευε πως ο μικρός Πλάτων θα χρειαζόταν ηρεμιστικά για να καταπολεμηθεί η κατάστασή του. Επιπλέον σε στιγμές φαίνεται να μιμούνταν τις τίγρεις του Αμαζονίου. Κουνούσε το κεφάλι απειλητικά και κυκλικά προς τα πίσω, πετώντας και τα αφτιά προς την ίδια κατεύθυνση, κοιτούσε απειλητικά το θήραμα που στην προκειμένη ήταν τα πόδια της Μελίνας και ορμούσε να τα κατασπαράξει. Εκείνη γέλασε όταν παρατήρησε αυτή τη συμπεριφορά, του είπε «σιγά ρε τίγρη!». Δεν καταλάβαινε, όμως, πως ο εγωισμός αυτού του μικρού γατιού θιγόταν ακόμα περισσότερο. Αργότερα η ίδια αναρωτήθηκε περήφανη αν η γάτα που της έτυχε είχε ρίζες καταγωγής από ζούγκλα, όμως ακόμα δεν καταλάβαινε το βαθύτερο αίτημα του Πλάτωνα. Ήταν πολύ απορροφημένη από τον εαυτό της. Κάποια στιγμή, τυχαία άρχισε να τον χαϊδεύει και αυτός ύστερα από πολλές μέρες έκατσε δίπλα της και άρχισε να γουργουρίζει. Εκείνη τη στιγμή του είπε τρυφερά «έχω πολύ διάβασμα Πλατωνάκι μου», και εξακολουθούσε να τον χαϊδεύει. Εκείνος -που δεν της είχε μιλήσει εδώ και μέρες- είπε «έχω ανάγκη να μου εκδηλώνεις την αγάπη σου». Η Μελίνα που τον έβλεπε να φέρεται και πάλι όπως συνήθως, όπως τον ήξερε, του είπε «αφού το ξέρεις ότι σε αγαπώ, θα έκανα τα πάντα για ‘σένα!», εκείνος, όμως, της έδωσε ένα μάθημα για να θυμάται και στις άλλες της σχέσεις «τίποτα δεν είναι αυτονόητο καλή μου Μελίνα, έχω ανάγκη να ακούσω ότι με θες ακόμα στη ζωή σου, ειδικά όταν δεν ασχολείσαι μαζί μου. Εκείνη κατάλαβε ότι ο Πλάτωνας ήταν ένα γατί ευαίσθητο, με ανασφάλειες που πήγαζαν από τις πρώτες του εμπειρίες στη ζωή, και επειδή είχε άλλοτε αισθανθεί ανασφαλής για την αγάπη των δικών της, κατανόησε τα συναισθήματα του Πλάτωνα, τον αγκάλιασε σφιχτά και είπε «σ’ αγαπώ όσο ποτέ δεν αγάπησα άλλο ζώο, και θα σε αγαπώ για πάντα». Αυτή η δήλωση ήταν το γιατρικό στην προηγούμενη κατάσταση του μικρού γατιού, η οποία δεν επαναλήφθηκε, καθώς το διάβασμα για εκείνη την περίοδο τελείωσε.
Ο μικρός, αυτούς τους τρεις μήνες της ζωής τους, την ακολουθούσε παντού. Στην κουζίνα, στο σαλόνι, στο υπνοδωμάτιο, ακόμα και στην τουαλέτα. Έφτασε το καλοκαίρι και πλέον ο Πλάτων είχε πρόσβαση και στη βεράντα του σπιτιού. Η Μελίνα έλειπε τα Σαββατοκύριακα πηγαίνοντας να δει τους δικούς της και ο μικρός γάτος έμενε μόνος. Του είχε μιλήσει, του είπε πως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν τον αγαπά, ή πως δεν νοιάζεται.
Όσο έλειπε τον έπαιρνε τηλέφωνο, του έλεγε τα νέα της, εκείνος, όμως δεν είχε ιδιαίτερα νέα να της πει πέρα από αυτά που έβλεπε στην τηλεόραση ή άκουγε στο ράδιο. Μια μέρα η Μελίνα πρόσεξε από το σαλόνι που ήταν, ότι ο Πλάτων βρισκόταν στα κάγκελα της βεράντας κοιτώντας από κάτω. Τρόμαξε καθώς το γατί ήταν μικρό ακόμα και χωρούσε να πέσει από τα κάγκελα. Την επόμενη μέρα φώναξε κάποιον γνωστό της για να τοποθετήσει πλαστικό πλέγμα για να προστατέψει τη μικρή της αγάπη. Και έτσι δεν έπεσε ποτέ από κάτω. Βέβαια μια τέτοια κίνηση ήταν μάλλον υπερβολική, αφού οι γάτες δεν πέφτουν εύκολα από ορόφους, ή ακόμα κι αν πέσουν δεν παθαίνουν τίποτα, ειδικά από το ύψος που βρισκόταν το δικό τους μπαλκόνι.
Μια μέρα λίγο καιρό αργότερα -ή μάλλον μια νύχτα- η Μελίνα τσακωνόταν με το φίλο της, ο οποίος μέσα στη νύχτα θύμωσε με τον Πλάτωνα γιατί του πάτησε τη μούρη ενώ κοιμόταν. Σηκώθηκε έτοιμος να φύγει, άνοιξε την πόρτα και πλέον οι δύο άνθρωποι τσακώνονταν με την πόρτα ανοιχτή. Η Μελίνα κατάφερε να έρθει πάλι μέσα ο φίλος της και έπεσαν για ύπνο αφού έκλεισαν την πόρτα που χώριζε το σαλόνι -όπου θα ήταν ο Πλάτων- από το υπόλοιπο σπίτι. Κοιμήθηκαν. Η Μελίνα ένιωθε άσχημα που έκλεισε τον Πλάτωνα απ’ έξω –άλλωστε ήταν πλέον και δικό του κρεβάτι. Όταν ξύπνησε ήταν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε και τον αναζήτησε μέσα στο σπίτι. Ο Πλάτων δεν ήταν εκεί, όμως. Η Μελίνα σκέφτηκε ότι το γατί θα είχε ακούσει το χτεσινό τσακωμό που έγινε με αφορμή το ίδιο και ότι θα εισέπραξε απόρριψη και το θυμό του φίλου της, και έτσι έφυγε από το σπίτι. Η Μελίνα δεν μπορούσε να πιστέψει ότι συνέβαινε αυτό το πράγμα. «αυτό το γατί δεν μπορεί να ζήσει μακριά μου», έλεγε και συνέχιζε «ούτε εγώ χωρίς αυτό». Κάποιες στιγμές της ημέρας ένιωθε τόσο κενή, τόσο ένοχη που δεν θα είχε νόημα η ζωή της χωρίς το μικρό Πλάτωνα.
Κάποια φίλη της είπε πως ίσως το σχέδιο του Θεού ήταν να έχει τον Πλάτωνα μέχρι εκείνη την ημέρα, ώστε να δυναμώσει λίγο και μετά να φύγει. Η Μελίνα ήταν σίγουρη, όμως, ότι ο Πλάτων δεν θα έφευγε ποτέ μακριά της, τουλάχιστον όχι ακόμα. Προσευχόταν να βρεθεί το γατί που τόσο αγάπησε.
Ώσπου αρκέστηκε στην προσευχή «ας είναι τουλάχιστον καλά, ζωντανό, κι ας είναι μακριά μου». Η Μελίνα είχε βγει στους δρόμους, το έψαχνε αλλά πλέον ήταν νύχτα. Οι ελπίδες να βρεθεί είχαν λιγοστέψει. Ήταν άπειρο το μικρό γατί από τους δρόμους, τα αυτοκίνητα. Εκείνη φοβόταν να πάει να το ψάξει, μην τυχόν και το δει πατημένο. Δεν θα το άντεχε, σκεφτόταν. Είχε χτυπήσει όλα τα κουδούνια της πολυκατοικίας, μα κανείς δεν τον είχε δει. Τα μεσάνυκτα αποφάσισε να κάνει μια τελευταία προσπάθεια. Βγήκε έξω και αψηφώντας τη λογική και τους γείτονες άρχισε να φωνάζει «Πλάτωνα, Πλατωνάκι μου». Κάποια στιγμή σαν παραίσθηση άκουσε μια φωνή «νιαρ, εδώ είμαι!» και συνεχίστηκε ο διάλογος «Πλάτωνα» – «νιαρ», «Πλάτωνα»- «νιαρ», «πού είσαι Πλάτωνα;», «δεν ξέρω», αποκρίθηκε εκείνος. «Είσαι μέσα σε σωλήνες;», του είπε καταλαβαίνοντας ότι η φωνή του ερχόταν από ψηλά. Εκείνος είπε πως ήταν σε ένα μπάνιο μέσα και εκείνη κατάλαβε πως βρισκόταν σε κάποιο από τα διαμερίσματα, ότι κάποιος από τους ενοίκους είχε πει ψέματα. Όμως όχι, οι ένοικοι έφτασαν εκείνη τη στιγμή και χαρούμενοι που βρέθηκε το αφεντικό του γκρίζου γατιού, το έδωσαν πίσω. Ο Πλάτωνας πήδηξε μέσα στην αγκαλιά της Μελίνας λέγοντας «χάθηκα, δεν ήθελα στ’ αλήθεια να φύγω, μη με αφήσεις, μου έλειψες, αγάπα με» και εκείνη έκλαψε αγγίζοντας και πάλι το μονάκριβο Πλατωνάκι.
Τους επόμενους μήνες όλα κυλούσαν φυσιολογικά. Η Μελίνα ποτέ ξανά δεν επέτρεψε σε κανέναν να μπει ανάμεσά τους και καταδίκασε την παθολογική ζήλια του φίλου της προς το γατί, και χώρισαν, αφού λίγο καιρό πριν είχε προηγηθεί η ερώτησή του «τι προτιμάς; Να χάσω ένα βράδυ τον ύπνο μου ή να χάσεις για πάντα τον Πλάτωνα;». Εκείνη χωρίς ενδοιασμό απάντησε «προτιμώ να χάσεις και μιας βδομάδας ύπνο, παρά να χάσω τον Πλάτωνα!». Η Μελίνα και ο Πλάτων ζούσαν και πάλι ανέμελα, χωρίς κανέναν να μπαινοβγαίνει στο σπίτι και στη σχέση τους.
Ο Πλάτων μεγάλωνε και σύντομα μπήκε στην εφηβεία. Είχε αρχίσει να απορεί για τον κόσμο στον οποίο ζούσε και δεν είχε καταφέρει να γνωρίσει, αφού σπάνια βρισκόταν σε άλλο χώρο εκτός σπιτιού. Είχε πάει μόνο στο πατρικό σπίτι της Μελίνας για διακοπές, γνώρισε όλη την οικογένεια που τον υποδέχθηκε θερμά και από τότε συχνά μιλούσαν στο τηλέφωνο. Άλλη μια φορά είχε πάει με τη Μελίνα και τον αδερφό της διακοπές, αλλά και πάλι περιορίστηκε στους τέσσερις τοίχους του ενοικιαζόμενου ή μάλλον κάτω από την κουβέρτα που τον έκανε να αισθάνεται ασφαλής. Στο σπίτι δεν έβρισκε πλέον ενδιαφέρον αφού δεν είχε τίποτα να ασχοληθεί. Είχε μάθει από χόμπι να διαβάζει και είχε μελετήσει όλα τα βιβλία που βρίσκονταν στη βιβλιοθήκη του σπιτιού τους. Κάπου διάβασε ότι η πραγματική αγάπη δεν δεσμεύει αλλά αφήνει τον άλλο ελεύθερο να επιλέξει. Κι αν αυτός επιλέγει να βρίσκεται εκεί, ή να επιστρέψει, τότε είναι ακόμα καλύτερα. Επίσης, διάβασε ότι οι δρόμοι μας, πολλές φορές χωρίζουν από αυτούς που αγαπάμε και χρειάζεται να έχουμε πίστη όταν αυτό συμβαίνει, και να αποδεχόμαστε τον αποχωρισμό.
Το σκεφτόταν πάρα πολύ καιρό, όμως ποτέ δεν είπε στη Μελίνα ότι σκεφτόταν να πάει να εξερευνήσει τον κόσμο, να βρει τις δικιές του αλήθειες. Δεν του άρεσε που είχαν προστατευτικό τα κάγκελα του μπαλκονιού. Έβλεπε από κάτω τις άλλες γάτες και αισθανόταν εγκλωβισμένος. Δεν του άρεσε που η Μελίνα δεν τον άφηνε να βγει ούτε στο διάδρομο της πολυκατοικίας, ούτε που του επέλεξε εκείνη τη γάτα για να ζευγαρώσει. «Πότε θα ζήσω πραγματικά;», σκεφτόταν. «τι νόημα έχει η ζωή χωρίς ρίσκο, η ζωή που όλοι προσπαθούν να αποφύγουν να πληγωθούν, να πεθάνουν;». Ήξερε ότι η Μελίνα σκεφτόταν νa του κάνει στείρωση κάποια στιγμή δικαιολογώντας μια τέτοια παρέμβαση με το επιχείρημα ότι τα γατιά ζουν περισσότερο έτσι. Ο Πλάτων δεν ήθελε να ζήσει μια ζωή δυστυχισμένη, όμως. .
Μια μέρα μάζεψε τα λιγοστά του πράγματα και έφυγε αφήνοντας ένα σημείωμα που έγραφε:
«Αγαπημένη μου Μελίνα,
Πρέπει να φύγω. Έχω να κάνω ένα ταξίδι προσωπικής αναζήτησης, να εξερευνήσω τον κόσμο. Ελπίζω μια μέρα να βρεθούμε ξανά. Μη στενοχωριέσαι γιατί έτσι θα είμαι ευτυχής. Προσευχήσου για μένα.
Θα σου είμαι αιώνια ευγνώμων.
Με αγάπη,
Πλάτων».
Πήρε το κόκκινο καπέλο του -που ήταν ασορτί με το κόκκινο κολάρο-, κάποιες κονσέρβες στην κόκκινή του τσάντα ώμου, και έφυγε.
Βγαίνοντας από την πολυκατοικία αναζήτησε τα άλλα γατιά της γειτονιάς για να τα χαιρετίσει από κοντά, όμως αυτά δεν ήταν πουθενά. Είχε στο νου του να προσέξει τα αυτοκίνητα στο δρόμο, όμως δεν υπήρχαν αυτοκίνητα, παραδόξως δεν υπήρχαν ούτε τα γύρω σπίτια, δεν υπήρχε ούτε δρόμος. «Πώς μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο;», σκέφτηκε, αφού από τη βεράντα έβλεπε τις γάτες, έβλεπε το δρόμο, παρακολουθούσε όταν βαριόταν τις ζωές άλλων ανθρώπων μέσα από τα παράθυρα. Αντί αυτών υπήρχε ένας διάδρομος από ροδοπέταλα κόκκινα κυρίως και λίγα άσπρα. Ο ουρανός ήταν μοβ –το αγαπημένο του χρώμα μετά το κόκκινο!-, με κόκκινες αποχρώσεις. «Αυτό το ταξίδι παραείναι προς το άγνωστο», μονολόγησε και άρχισε να ακολουθεί το μαγικό αυτό διάδρομο, ο οποίος μύριζε φρέσκα τριαντάφυλλα –την αγαπημένη του μυρωδιά. Καθώς τον διέσχιζε άρχισε να βλέπει εικόνες ζωγραφισμένες προς το μέρος που περπατούσε. Έβλεπε μια οικογένεια γατιών, γατάκια νεογέννητα να θηλάζουν τη μαμά γάτα. Του ήταν άγνωστη μια τέτοια εικόνα καθώς δεν θυμόταν τον εαυτό του να κάνει κάτι τέτοιο. Σε βιβλίο, όμως της Μελίνας είχε διαβάσει ότι τα παιδιά που δεν μεγάλωσαν με το μπιμπερό είναι πιο υγιή. Έτσι, φαντάστηκε ότι το ίδιο θα συνέβαινε και με τις γάτες. Πιο κάτω είδε μια άλλη εικόνα. Είδε χαμογελαστούς ανθρώπους, με χαμογελαστές γάτες αλλά και σκύλους για παρέα. Νόμιζε ότι τρελαίνεται και προσευχήθηκε κλείνοντας τα μάτια του με τις πατούσες του «Θεέ μου, ας τρελαθώ μετά το ταξίδι μου! Πάρε μου το φόβο που μου αλλοιώνει την πραγματικότητα», όμως δεν αισθανόταν φόβο, αντιθέτως είχε μια παράξενη ευφορία. Αναρωτήθηκε ακόμα κι αν είχε πεθάνει. Γιατί ήταν πάντοτε τόσο φοβισμένο, τόσο ανασφαλές γατί. Ο κυριότερος λόγος που θέλησε να κάνει αυτήν την εξερεύνηση ήταν ότι είχε ανάγκη να αποδείξει στον εαυτό του ότι μπορεί να τα καταφέρει, να ζήσει χωρίς τη Μελίνα, να γίνει μια πιο ανεξάρτητη προσωπικότητα. Αφού είδε πως τίποτα δεν άλλαζε, αποφάσισε να δεχτεί αυτήν την πραγματικότητα την τόσο όμορφη, κι ας ήταν προϊόν της τρέλας του, κι ας ήταν η πύλη του Παραδείσου που διάβαινε. «Είναι τόσο όμορφη η αίσθηση, ας τη δεχτώ ό, τι κι αν μου συμβαίνει», μονολόγησε και πάλι. Έπειτα από κάποιας ώρας περπάτημα άρχισε να βλέπει κάτι να προβάλει στον ορίζοντα, όμως δεν μπορούσε να καταλάβει τι.
Σιγουρεύτηκε ότι έβλεπε ένα δάσος, όμως ήταν παράξενο και αυτό. Υπήρχαν δέντρα πράσινα, όπως συνήθως, αλλά και άλλα πορτοκαλί, μοβ, κόκκινα, άσπρα, κίτρινα. Υπήρχαν δέντρα που τα φύλλα τους ήταν σε σχήμα καρδιάς, σε άλλα είχαν σχήμα αστεριού, με χρυσόσκονη πάνω, ασημόσκονη. Πλησίασε αψηφώντας τις αισθήσεις του που ήθελαν να τον απομακρύνουν, να τον κρίνουν. Όταν έκανε την είσοδό του στο δάσος κάτι μαγικό, αλλά και ακόμα πιο παράξενο συνέβη. Εμφανίστηκαν τρυποκάρυδοι πάνω στα δέντρα. Τους είχε μάθει από ένα περιοδικό που γράφει για διάφορα τροπικά μέρη του κόσμου. Οι τρυποκάρυδοι άρχισαν μελωδικά να τραγουδούν:
«Χαίρε Πλάτων
Γάτε των Γάτων!
Του θέρους ηλιαχτίδα
Των ποντικών παγίδα.
Γεια σου Πλάτων
Ελπίδα των γάτων!
Στα μάτια σου απάνω
Κερδίζω και χάνω.
Χαίρε Πλάτων
Ταγέ των γάτων
Τα νύχια σου δείξε
Τους άχρωμους πνίξε!». (*)
«Αυτό το τραγούδι είναι για μένα;», είπε όταν ολοκληρώθηκε το τραγούδι. «φυσικά», απάντησαν μια γέρικη αρκούδα και ένας χιμπατζής που ήρθαν για να τον υποδεχτούν. Ο Πλάτων κατενθουσιάστηκε! Η Μελίνα του τραγουδούσε τραγούδια με το όνομά του, αλλά μεταποιώντας άλλα γνωστά τραγούδια. Ποτέ κανείς δεν του είχε συνθέσει τραγούδι, πόσο μάλλον άγνωστα ζώα σε παραμυθένιο – αλλόκοτο δάσος!
Του είπαν ότι θα μπορούσαν να τον ξεναγήσουν στο όμορφό τους δάσος, αλλά εκείνος προτίμησε να περιπλανηθεί μόνος. Μάζεψε μερικά φύλλα σε σχήμα καρδιάς και άλλα αστεριών, τα μύρισε, ξάπλωσε κάτω από ένα δέντρο και κοιμήθηκε. Όταν ξύπνησε σκέφτηκε πως είχε όλη την ενέργεια που απαιτούσε αυτό το δάσος για να το διασχίσει. Είδε ένα κοριτσάκι από μακριά. «Δεν το πιστεύω, αυτή είναι η Κοκκινοσκουφίτσα!» είπε στον τρυποκάρυδο που βρισκόταν πάνω από το κεφάλι του. Εκείνος του είπε «γιατί σου κάνει εντύπωση;», αλλά ο Πλάτων απομακρύνθηκε θέλοντας να πλησιάσει το κοριτσάκι. Όμως, εκείνη τη στιγμή είδε ένα λύκο να την πλησιάζει από πίσω. Αμέσως ο Πλάτων κρύφτηκε πίσω από ένα δέντρο και αμέσως έτρεξε να φωνάξει βοήθεια από το πρώτο ζώο που θα συναντούσε. Συνάντησε ένα βάτραχο και του είπε «συγγνώμη, αλλά έχουμε πρόβλημα!», «τι πρόβλημα;», είπε ο βάτραχος, και όταν διαπίστωσε ότι ο γάτος που είχε απέναντί του ήταν ο Πλάτων, του είπε «έλα εδώ» και τον φίλησε. Τον φίλησε και ο γάτος, και τότε ο βάτραχος μεταμορφώθηκε σε όμορφο, γεροδεμένο παλικάρι. «Παράξενο!» αναφώνησε ο Πλάτων «όπως στα παραμύθια!». Ο βάτραχος που είχε γίνει παλικάρι δεν κατάλαβε το σχόλιο του Πλάτωνα και τον ρώτησε για ποιο πρόβλημα του μιλούσε. Ο Πλάτων τότε τον έσυρε στα σιωπηλά και έμεινε έκπληκτος από την εικόνα που αντίκρισε. Η Κοκκινοσκουφίτσα με το λύκο έπαιζαν βόλεϊ μαζί και γελούσαν. Ο μικρός γάτος ντροπιασμένος είπε στο παλικάρι – βάτραχο «συγγνώμη, νόμιζα πως ήταν ο κακός ο λύκος!», αλλά εκείνος απορημένος ρώτησε «ποιος κακός λύκος; Τι εννοείς “κακός”;», ο Πλάτων, τότε, είπε επεξηγηματικά «νόμιζα ότι ο λύκος θα έτρωγε την Κοκκινοσκουφίτσα!», αλλά το παλικάρι – βάτραχος είπε πάλι με απορία «γιατί να τη φάει; Είναι οι καλύτεροι φίλοι. Γεννήθηκαν την ίδια μέρα, από τότε είναι αχώριστοι! Κι άλλωστε οι λύκοι δεν τρώνε κοριτσάκια!». Ο Πλάτων έχοντας διαβεβαιώσει ότι το κοριτσάκι δεν κινδύνευε, συνέχισε την πορεία του. Κάπου κάπου βρίσκονταν τρυποκάρυδοι που δεν τον είχαν συναντήσει προηγουμένως και του τραγουδούσαν το «χαίρε Πλάτων». Όσο έβρισκε και άλλους στο δρόμο του είχε τη σιγουριά πως βαδίζει σε νέους τόπους.
Περπατούσε ώρες και άρχισε να νυχτώνει. Για μία στιγμή φοβήθηκε για το πού θα κοιμηθεί, αλλά αμέσως του ήρθαν στο μυαλό τα λόγια όσων είχε συναντήσει που ήταν πρόθυμοι να τον βοηθήσουν. Για άλλη μια φορά είδε από μακριά τρία γουρουνάκια να κάθονται σε ένα τραπέζι και να συζητάνε. Πλησίασε και έχοντας τη σιγουριά πλέον ότι ούτε αυτά κινδυνεύουν από τον κακό το λύκο τα ρώτησε αν θα μπορούσαν να τον φιλοξενήσουν. Αυτά του είπαν ότι θα έπρεπε να διαλέξει σε ποιου το σπίτι θα ήθελε να κοιμηθεί «σ’ αυτού με τα άχυρα, τα ξύλα ή τα τούβλα;». Ο γάτος είπε ότι δεν θα είχε πρόβλημα σε κανένα, και τότε, όμως, αυτά του είπαν ότι θα έπρεπε να περιμένει μέχρι να τελειώσουν μια κουβέντα που είχαν. Του Πλάτωνα του φάνηκε λίγο παράξενο που συνέχεια ανέφεραν στην κουβέντα τους τα τρία σπίτια, και επιπλέον που κρατούσαν στα χέρια τους κάρτες συζητώντας. Βαρέθηκε να περιμένει και τους είπε ότι θα επέστρεφε σε λίγο. Η γέρικη αρκούδα που τον είχε υποδεχθεί, τότε εμφανίστηκε και τον ρώτησε για την αποψινή διαμονή του. Ο Πλάτων τότε είπε ποιοι ήταν οι τελευταίοι που είχαν προσφερθεί, αλλά η αρκούδα έδειξε διστακτική, του είπε «έλα σπίτι μου καλύτερα», και ο Πλάτων πήγε επειδή ήταν πολύ κουρασμένος. Η περιέργειά του γι’ αυτό το δάσος δεν είχε κουραστεί ακόμα, και είπε «φαίνεστε όλοι τόσο ευτυχισμένοι εδώ!». «Είμαστε Πλάτωνά μου, είσαι και εσύ!». «Πώς το ξέρεις εσύ;», είπε δύσπιστα ο γάτος. «Βλέπεις ό, τι είσαι!», είπε η αρκούδα με τη σοφία που διακρίνει τα χρόνια της. Ο Πλάτων τότε θυμήθηκε πως οι μοναδικοί που φάνηκαν ταραγμένοι ήταν τα τρία γουρουνάκια. «Α, αυτά δημιουργούν μόνα τους τη δυστυχία, καλέ μου. Και τους επιτρέπουμε να ζουν μαζί μας για να μας θυμίζουν το πόσο ευτυχισμένοι ήμαστε οι ίδιοι. Δεν πειράζουν κανέναν. Είναι καλά παιδιά, μόνο που ξεχνούν να περιπλανηθούν στην ομορφιά του δάσους και περνούν την ώρα τους στο τραπέζι που τους είδες. Σου είπα να έρθεις μαζί μου γιατί έχουν να σηκωθούν από το τραπέζι δώδεκα χρόνια. Από τότε που πήραν κληρονομιά αυτά τα τρία σπιτάκια». «Και τι κάνουν στο τραπέζι;», είπε ο γάτος. «Από τότε παίζουν στα χαρτιά τα τρία σπίτια προσπαθώντας να τα κερδίσουν όλα και οι τρεις. Όταν ο ένας είναι ευχαριστημένος, δεν είναι ο άλλος και έτσι συνεχίζουν το παιχνίδι. Είναι ένας τρόπος να είναι συνέχεια μαζί, ένας τρόπος για να μην ξεπεράσουν τους φόβους τους όπως έκανες εσύ Πλάτωνά μου». Τον Πλάτωνα τον είχε πάρει ήδη ο ύπνος, δεν πρόλαβε να ακούσει αυτά τα τελευταία λόγια.
Το επόμενο πρωί ξύπνησε και συνέχισε την πορεία του. Βρέθηκε ακόμα και σε σπίτια φτιαγμένα από σοκολάτα, σε άλλα φτιαγμένα από ξηρά τροφή τόνου. Δεν φοβόταν τίποτα πια γιατί ο κόσμος που συνάντησε δεν είχε τίποτα για να τον φοβίσει. Ύστερα από βδομάδες περιπλάνησης άρχισε να σκέφτεται έντονα τη Μελίνα. Θα ήθελε να τη δει και πάλι, να της μιλήσει για το δάσος που βρέθηκε και μάλιστα να την πάρει μαζί του.
Έτσι λοιπόν, μάζεψε και πάλι τα κόκκινά του πράγματα και πήρε το δρόμο της επιστροφής. Οι τρυποκάρυδοι τραγουδούσαν πλέον:
«Αντίο Πλάτων
Νικητή των γάτων,
Αντίο Πλάτων
Αγάπη των πάντων».
Αυτή τη φορά στον ίδιο δρόμο με τα ροδοπέταλα έβλεπε εικόνες του δάσους, ακόμα και τα τρία γουρουνάκια να περιπλανιούνται αγαπημένα, έχοντας επιτέλους σηκωθεί από το τραπέζι εκείνο. Βγήκε από το διάδρομο και αντίκρισε την πολυκατοικία που κάποτε ήταν σπίτι του. Μπήκε στο ασανσέρ, το οποίο -παραδόξως- ήταν στολισμένο με μυρωδιές και λουλούδια. Χτύπησε το κουδούνι και η Μελίνα του άνοιξε. Μόλις τον είδε άρχισε να κλαίει από ευτυχία, είπε «επιτέλους γύρισες, το ήξερα ότι θα ερχόσουν μια μέρα. Πού ήσουν; Τι έκανες;». «Πρέπει να έρθεις μαζί μου, έξω στον κόσμο βρήκα την απέραντη ευτυχία! Γνώρισα πάρα πολλά ζώα, όλα μου φέρονταν τόσο καλά. Ντύσου, πάμε τώρα να σου δείξω!». «Δεν θέλω τίποτα άλλο για να είμαι ευτυχισμένη αυτή τη στιγμή, φτάνει που είσαι εδώ και είσαι καλά», είπε εκείνη. Εκείνος, όμως, την έσυρε έξω γιατί ήθελε πολύ να μοιραστεί μαζί της τον κόσμο που ανακάλυψε, τον κόσμο που δεν είχε καμία σχέση με τις δικές της φοβίες για αυτοκίνητα και ζώα, απ’ τα οποία ο μικρός Πλάτωνας κινδύνευε.
Έκλεισαν την πόρτα του σπιτιού, μπήκαν στο ασανσέρ και ο Πλάτων ρώτησε «δεν μυρίζει πανέμορφα;» «ναι, ήρθε η καθαρίστρια σήμερα», είπε εκείνη. Βγήκαν στο δρόμο και ο Πλάτων έβλεπε πάνω στο διάδρομο με τα ροδοπέταλα εικόνες δικιάς τους ευτυχίας, τότε που ξάπλωνε στα πόδια της και εκείνη τον χάιδευε, όμως η φωνή της ακούστηκε να λέει «πρόσεχε Πλάτωνα, έρχεται αυτοκίνητο!». Ο γάτος απόρησε, αλλά δεν έδωσε σημασία. Της είπε για τα φύλλα των δέντρων με σχήματα που άρχισαν να προβάλουν, αλλά εκείνη του είπε πόσο δυστυχισμένη ήταν όσο εκείνος έλειπε. Της είπε να θαυμάσει γύρω της την ομορφιά του κόσμου, αλλά εκείνη αρνήθηκε να κοιτάξει οπουδήποτε αλλού εκτός του Πλάτωνα –όπως ακριβώς τα τρία γουρουνάκια στο τραπέζι τους. Ο Πλάτων άρχισε να νομίζει πως τρελαίνεται και πάλι, πως ό, τι έζησε ήταν ένα όνειρο μη πραγματικό. Τότε ξεπρόβαλε η γέρικη αρκούδα και του είπε
«Πλάτωνά μου, δεν είσαι τρελός, αυτό που έζησες το έζησες στ’ αλήθεια».
«Μα, πώς; Αυτή δεν βλέπει τίποτα απ’ όσα βλέπω εγώ!» της απάντησε.
«Να θυμάσαι ένα στη ζωή Πλάτωνα. Τη ζωή μας τη φτιάχνουμε όπως θέλουμε. Ο κόσμος μας είναι αυτός που πιστεύουμε ότι είναι. Όσο φοβόσουν στη ζωή σου, σου συνέβαιναν πράγματα τρομερά. Όταν τόλμησες να θελήσεις να ξεπεράσεις τους φόβους σου και να εναντιωθείς ακόμα και στον πιο δικό σου άνθρωπο θέλοντας να γνωρίσεις τον κόσμο ο ίδιος και όχι να αρκεστείς σ’ αυτά που σου είπαν ότι είναι ο κόσμος, τότε ανακάλυψες έναν κόσμο ειρηνικό, ευτυχισμένο. Η Μελίνα βλέπει έναν κόσμο γεμάτο απειλές για σένα, επειδή τον αισθάνεται απειλητικό για την ίδια. Όπως εσύ με βλέπεις αυτή τη στιγμή, εκείνη βλέπει ότι κινδυνεύετε και οι δύο από τα αυτοκίνητα. Ο δικός σου κόσμος μεταμορφώθηκε όταν μεταμορφώθηκε η ιδέα για τον εαυτό σου. Όταν πίστεψες ότι μπορείς να ξεπεράσεις τους φόβους σου, αυτοί εξαφανίστηκαν. Όταν πίστεψες ότι αξίζεις την αγάπη του κόσμου, το σύμπαν ολόκληρο σε αγάπησε. Όταν τόλμησες να αναζητήσεις την προσωπική σου διαδρομή στη ζωή, η ζωή σου δόθηκε απλόχερα με πράγματα που ούτε καν φανταζόσουν. Μην της θυμώνεις, βοήθησέ την να αλλάξει τον κόσμο της –αν μπορείς. Αν δεν μπορείς, αγάπα την…». Αυτά είπε η γέρικη αρκούδα και εξαφανίστηκε. Συνάμα εξαφανίστηκαν τα ροδοπέταλα, οι μυρωδιές, το δάσος και ο Πλάτων επέστρεψε στην κοινή ζωή με τη Μελίνα μονολογώντας:
«Mες στον απόηχο μιας παλιάς παρουσίας
Και στο πένθος της μητέρας μου απουσίας
Στο δάκρυ που μου δείχνει πως ζω
Στο γέλιο που βοηθά να μπορώ, να χαθώ
Σε κόσμους λαμπρούς και αισθήσεις που καίνε
Σε άλλες που μ’ έδιωξαν, μα δεν μου φταίνε
Υπαρξιακά ευχαριστώ εσάς τους ποιητές που μου δανείζετε τον κόσμο σας -όταν ο δικός μου στερεύει-, και με εμπνέετε να ζήσω την ποίηση».

Οι δυο τους ζουν ακόμα μαζί και ευτυχισμένοι. Μια μέρα βρέθηκε και η Μελίνα σε εκείνο το δάσος. Δεν ξέρει αν ήταν όνειρο ή αλήθεια. Με τη βοήθεια του Πλάτωνα έπαψε να αναρωτιέται. Ήταν εκεί και το έζησε.
Αυτό έχει σημασία.
Tέλος

(*) Σημείωση: Ποιηματάκι που έγραψε η Κ.Ε. για τον Πλάτωνα.


