Του Παναγιώτη Μήλα
[email protected]
Θυμάμαι πως στο «Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο», σε αυτό το γυμνό σαν κόκαλο ποίημα, υπάρχει προς το τέλος, δίπλα στον σταυρωμένο Χριστό, ένας σταυρωμένος ληστής που σφαδάζει από πόνους περιμένοντας να τελειώσει. Όμως, λέει ο Λουκάς, παρά το ότι ήταν αμαρτωλός εγκληματίας, τον σέβεται και τον υπερασπίζεται και γέρνει να του φωνάξει: «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου». Και συνεχίζεται η αργή πορεία θανάτου από τα σφυριά του Γολγοθά μέχρι την ώρα που έγινε σκότος. Είναι η στιγμή δηλαδή που ο ληστής ξεχνάει τον πόνο και προσπαθεί να δει την επόμενη μέρα.
Σε ένα άλλο σύγχρονο κείμενο ο Γιώργος Σεφέρης γράφει το 1941 στο ποίημά του «Τελευταίος σταθμός»: «Στάζει τη μέρα στάζει στον ύπνο μνησιπήμων πόνος.
Να μιλήσω για ήρωες; Να μιλήσω για ήρωες: Ο Μιχάλης
που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο
ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη
που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία, ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας: «Στα σκοτεινά πηγαίνουμε στα σκοτεινά προχωρούμε…».
Όπως λέει ο Σεφέρης «οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά» παραμερίζοντας τον πόνο. Το ίδιο θέλουν να κάνουν, προσπαθούν να κάνουν, αγωνίζονται να κάνουν μέσα στα δωμάτια κλινικών και νοσοκομείων εκατοντάδες συνάνθρωποί μας με τη συμπαράσταση συγγενών και φίλων. Δίνουν δύσκολο αγώνα για να λυγίσουν τον πόνο. Επιστρέφοντας λοιπόν στο σήμερα ακούμε φωνές. Τις φωνές εκείνες που ουρλιάζουν ψηλαφώντας τον πόνο τους.
Έτοιμες από καιρό. Όχι σαν έτοιμες. Έτοιμες οι φωνές αυτές. Περίμεναν, κάποιος, επιτέλους, να τους χτυπήσει την πόρτα.
«Μόλις προλαβαίνομε!» είπε η Ήρα. «Πρέπει να σου τα διηγηθώ πριν πάω κι εγώ στο τρελάδικο. Ο άνθρωπος είναι η απάντηση οποιαδήποτε κι αν είναι η ερώτηση», συμπλήρωσε. Μπορεί και το ερώτημα να είναι ο άνθρωπος…
«Θυμάμαι τον παππού μου είκοσι χρόνια πριν, ίσως και παραπάνω. Νεφρική ανεπάρκεια, του είπαν. Κι εκείνος απάντησε: Εγώ δεν ζω με σακούλα! Ήμουν πολύ μικρή τότε, δεν είμαι σίγουρη ότι θυμάμαι καλά την απάντησή του. Γι’ αυτό όμως που είμαι σίγουρη είναι ότι εκείνος έζησε και πέθανε με τον τρόπο που ήθελε και τη στιγμή που ήθελε: Όρθιος», προλογίζει η Παναγιώτα Κωνσταντάρα, ψυχολόγος, μάστερ στην «Αντιμετώπιση του Πόνου».
«Προκλητικό για την ιατρική κοινότητα και ανακουφιστικό για τους ανθρώπους», το τελευταίο βιβλίο του Γιάνη Δημολιάτη, όπου το βήμα δίνεται στους ανθρώπους που βίωσαν τον πόνο –μια καινοτομία στα εκδοτικά πράγματα.
«Εύχομαι να ανακουφίσει την ιατρική κοινότητα και να προκαλέσει τους ανθρώπους», πρόσθεσε μια κοινωνική λειτουργός.
«Θα ’θελα να βγάλω μια μεγάλη κραυγή, που να φτάσει μέχρι τον ουρανό ψηλά, μέχρι τον ουρανό ψηλά να φτάσει. Τέτοια μεγάλη κραυγή. Νιώθω ώρες-ώρες ότι πάρα πολύ με καταπίεσαν και δεν είχε κανένας το δικαίωμα να το κάνει. Κανένας», αναλύθηκε μια άλλη, παλεύοντας με κόπο πολύ να συγκρατήσει τους λυγμούς της.
«Α! αυτό δεν είναι δικό μας θέμα», της αντιγυρίζουν αμέσως οι ειδικοί – αυτοί που κάποιοι θεωρούν ειδικούς. «Αυτό είναι θέμα της κοινωνίας ν’ αποφασίσει», αποσείουν από πάνω τους τις ευθύνες λέγοντας το «Απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο! Πικρόν γαρ».
Κατέβηκα λοιπόν στη βάση, στην κοινωνία και την αφουγκράστηκα, μας λέει ο συγγραφέας: Μια δυστυχισμένη, μια φυλακισμένη, και μια παγιδευμένη στο χορό του Ζαλόγγου. Μια ανάμεσα πεπόνι και φράουλες, μια που ζούσε για τις αναλαμπές, μια σκλαβωμένη που καρτερεί τη λευτεριά της, και μια που δεν μπορεί να δει τη ζωή της χωρίς εκείνον. Ένας που τα ξέρει από μέσα, μια που έβλεπε έναν Γολγοθά, και μια που μας άφησε τη διαθήκη της. Μια γιαγιά που δεν ξέρει από τι πέθανε ο παππούς της, μια κόρη που διαλύθηκε η οικογένειά της «κυριολεκτικά» και μια εγγονή που έγινε γιατρίνα για να προστατέψει την οικογένειά της «από αυτό το σύστημα», στο δόκανο της προόδου πιασμένες, αδειάζουν την ψυχή τους από αυτά που δεν είχαν τολμήσει να πουν ούτε στον εαυτό τους.
Ας ακούσουμε όμως αυτές τις 13 φωνές. Ας τις προσέξουμε:
– Μαρίνα: Καταρχάς δεν είμαι ένας ευτυχισμένος άνθρωπος. Είμαι η δυστυχία που σπέρνει η Ιατρική. Ακριβώς αυτό!
– Μέλπω: Όχι, ποτέ! Δεν το είπα ποτέ. Για μένα η ζωή μου ήτανε το πιο φτηνό πράγμα. Δεν τη σεβόμουνα τη ζωή μου.
– Χαρίτη: Ζω σε μια φυλακή. Όταν εκείνος βγήκ’ απ’ το νοσοκομείο, εγώ δεν είχα πια περίοδο.
– Κική: Κι εμείς ζούσαμε για τις αναλαμπές. Νομίζω δεν είχα δικαίωμα να μην της δώσω τη δυνατότητα, αφού η επιστήμη την έδινε. Για μένα δεν θα το ήθελα ποτέ!
– Φρύνη: Δεν ξέρω πώς θα ήταν η ζωή μου χωρίς εκείνον. Στις φίλες μου δεν έλεγα ποτέ ότι έχω πέντε αδέρφια. Έλεγα ότι έχω τέσσερα.
– Αγλαΐα: Όταν θα είμαστ’ ελεύθερες. Θεέ μου, τι σού ’φταιξα και μ’ έκανες να βλέπω τον κόσμο μές από δυο παράθυρα;
– Βαγγελίτσα: Υπόγραψα! τι νά ’κανα; Είπα, αν δεν πάρω τώρα ψυχοφάρμακα δεν θα πάρω ποτέ στη ζωή μου.
– Βιργινία: Θεέ μου, ευχαριστώ που έφυγε πριν από μένα. Γιατί θα τη φόρτωνα στο γιο μου πλέον. Αυτή είναι η διαθήκη μου.
– Ήρα: Καθόλου σαν ζευγάρι ζωή δε ζούμε. Παράτα τον, λέει, και φύγε! Υπάρχει ωμότητα· παράτα τον και φύγε. Τη διαχείριση από την πλευρά των τριών εκείνων δεν εγκρίνω.
– Τερψιχόρη: Έγινα γιατρός για να γλιτώσω την οικογένειά μου από αυτό το σύστημα. Φοβάμαι τόσο πολύ το θάνατο…
– Θάλεια: Μόνο καταλαβαίνουν αυτοί που το ζουν. Κανένας άλλος. Εμένα το μυαλό μου επί 24ώρου ήταν εκεί. Κοιμόμουν και το μυαλό μου εκεί, σηκωνόμουν και το μυαλό μου εκεί.
– Αντριάνα: Είπα και το ξαναλέω, απάν’ στην εγχείρηση· τίποτ’ άλλο. Ο θάνατος είναι ηρεμία.
– Λουκάς: Κράτησέ με! του λέει. Φεύγω. Πρέπει οι καθηγηταί, κάποιος καθηγητής, να βγάλει ένα βιβλίο τέτ

