23.4 C
Athens
Τρίτη 18 Αυγούστου 2026
Αρχική Guest Friends “Ήταν φυγής απόηχος” (ΙIΙ) – “Λιποτάκτες”

“Ήταν φυγής απόηχος” (ΙIΙ) – “Λιποτάκτες”

Ποιητική συλλογή του Ιωάννη Λουκόπουλου

“Λιποτάκτες”

Δανεικά είδωλα

Γέμισε μια χούφτα χώμα κόκκινο
και έκλεισε τους πόθους του σε μπουκάλια γυάλινα,
ύστερα τα στοίχισε ένα-ένα στην άκρη των ζωής του.
Ανθρακούχες ελπίδες.

Ήταν ένα απόγευμα και φυσούσε,
ήξερε πως ο δρόμος ήταν προδιαγεγραμμένος,

μέσα στον καθρέπτη αυτόν, το είδωλό του
που δεν γνώρισε ποτέ κοιτούσε.
Παραδομένος ώρες μπροστά σε έναν κόσμο
που ανταλλάσει απερισκεψίες με συναισθήματα.

Δεν είδε τη ζωή να τον κατασπαράζει,
παρακινδυνεύοντας τα λόγια του μέσα στα ξημερώματα,
ανάμεσα σε πνοές και ομίχλη,
ακροβασίες σε σκοινιά άυλα τότε,
αμέτοχα στα κάθε πώς,
στο κάθε γιατί.

Την ομορφιά όλου του κόσμου γύρευε και ιχνηλατούσε,
καταπίνοντας μόνο πόνους.
Κοίταξε τότε γύρω του και στον καθρέπτη του κόσμου
που όλο αυταπάτες βρέχει δεν ήταν αυτός,
αλλά ο άλλος ο δανεικός, ο πια ξένος.
Μακρινός εαυτός, αυτού που ποθούσε.

Ένας κήπος μπροστά του μακρύς και γεμάτος αίμα τον ζητά.
Τα αδέρφια του μικρές, κρυστάλλινες τριανταφυλλιές της απόπειρας
με μεγάλα αγκάθια λήθης.
Τον περιμένουν αιώνες,
αδηφάγα να τον βρούν και να τον τρυπήσουν.

Έψαξε στα δάχτυλα του μύθους και όνειρα,
σταγόνες μοναξιάς βρήκε,
θέλησε τότε το μεγάλο βήμα της φυγής
σε σπασμένους καθρέπτες όμως,
στο φως της μέρας,
τα είδωλά του πεθαίνουν…

Στη χώρα της λήθης

Μείνανε ηλιόλουστοι στη χώρα της λήθης,
τίποτα πια δεν χώριζε αυτόν τον ουρανό.
Στα σκιρτήματα και στις κραυγές
σαν άφησαν εδώ και αιώνες να τους σκουριάζουν,
τίποτα πια δεν θα χωρίσει αυτόν τον δρόμο.

Και να ο χαλεπός Τυρταίος για την ηρωική
τους πίστη να τραγουδά.

Άφησαν τη σκιά τους στον απόηχο,
αυτόν που ξυπνά τους νεκρούς και κρύβουν
τους καθρέπτες της ζωής με λευκά σεντόνια απουσίας.
Ύστερα κάθονται στις ξύλινες καρέκλες του θυμού,
φοράνε φορεσιές θλίψης και σιγοτραγουδούν στους ζωντανούς
την απομάκρυνση.

Πήραν δρόμους μακρινούς,
ένα χάραμα χωρίς ζωή,
παρά μόνο με θέληση,
τίποτα δεν έμεινε για να τους φυλάξει τον θησαυρό
της εμπειρίας,
κρότοι ακούστηκαν από το πουθενά
τους έφτασαν και τους πέρασαν.
Τρομαγμένοι τα λαβωμένα τους χρόνια πούλησαν,
διψώντας για ευτυχία.

Ανέβηκε η ψυχή στον ουρανό μήπως και κρύψει
τη λήθη τους,
αλλά αυτοί από καιρό σε εκείνη τη χώρα ζούσαν,
ρουφώντας νέοι με γέρικα χέρια και καρδιά,
την ψεύτικη τους μοίρα.

Τι θες;  
εσύ, αλλοτινέ μου εαυτέ,
στα αγκάθια του θανάτου τους που περπατάς
και χαμογελαστός,
τους άλλους μου εαυτούς άφηνες να σε σκοτώσουν…

Να με λες θάλασσα

Σε αυτό το μικρό κελί του κορμιού,
η ψυχή μου κλειστή
και το φως πια εκπορεύεται μόνο μέσα από πνοές γυάλινες.
Θάλασσα θέλω να με λες.

Γιατί μόνο έτσι αντέχω αυτόν τον ήλιο.
Λάμα μου εσύ,
μικρή και θανάσιμη,
στην καρδιά μου κοινωνεί βράδια πολλά ο πόνος.

Και σε βλέπω να στέκεσαι μπροστά σιωπηλή,
νομίζοντας μερικές φορές ότι ανεβαίνεις μικροσκοπική
στην άκρη των δακτύλων μου και εκεί ζεις.
 
Σαν ένας κήπος μικρός αυτός ο κόσμος,
που φυτρώνουν παντού αγωνίες.
Θάλασσα θέλω να με λες.

Κρυστάλλινη ευχή για εκείνους που φυλάνε τα όχι,
σε εφημερίδα πια γράφτηκε το τέλος του κόσμου,
τρομαγμένα και νωπά στριμώχτηκαν τα όνειρα
στις άκρες των ματιών σου.

Και γίνονται βροχές.
Θάλασσα θέλω να με λες.
Χωρίς ήλιο να πιουν,
εκεί που πορεύονταν τόσο θνητοί πια,
την αθανασία σα διαμάντι να βρουν και να πετάξουν.

Πάνω σε πέτρες που αγορεύουν για την χαμένη πίστη,
σαν τέρατα ανήμερα, αυτό το μάταιο πια ξέχασαν.
Θάλασσα θέλω να με λες.

Κρεβάτι των νεκρών στόχων οι καιροί μου,
της απορίας και της απόρροιας,
άνθρωποι απάνθρωποι,
χτίσματα ακατοίκητα σε παλιές αγάπες.

Σαν έρωτας που ήρθες
σαν…
Θάλασσα είμαι πια.

Προς την ελευθερία

Ο θόρυβος που κόπασε
και άδειασε αυτό το σπίτι,
σε χρόνια που την μοίρα της άπλωνε
πάνω από κατσαρόλες και πιάτα άπλυτα,
ήταν η μόνη της στιγμή σα νόμιζε.

Αφήνοντας ανθρώπους μετέωρους
να την αδειάζουν όλη τη ζωή,
βράδυ που το μαχαίρι άρπαξε της κουζίνας,
της ελευθερίας νόμιζε,
την πόρτα του σκοτεινού δωματίου που άνοιξε
και ξυπόλητη,
το πάτωμα ποτέ της δεν ακούμπησε,
θολά που ο εφιάλτης της πάντα αρσενικού γένους
το όνειρό της κατασπάραζε,
μια στιγμή στον αέρα έλαμψε,
τα μάτια της άνοιξε διάπλατα μήπως και βρει
εκείνη την ελευθερία.

Λάμψη σιδερένια το τέλος,
τη σκότωσε
τον σκότωσε
με σκότωσε…

Ολοένα

Ολοένα
ντρέπομαι που ψάχνω να βρω τ’ αφώτιστα
κι ολοένα
να ανεβάζω αυτές τις ρωγμές στο ταβάνι
και αυτό να δακρύζει.

Ολοένα
να απλώνομαι και να καλύπτω
αυτό το μονοπάτι
που παραμένει
εκεί απειλητικά ακάλυπτο
και με τρομάζουν πια οι άνθρωποι
και τα σημεία στίξης να ξέρεις,
κανόνες συμπεριφοράς της μη ελευθερίας.

Τρομάζω ακόμα.
Ολοένα,
σφαγιάζονται μπροστά μου οι πέτρες του κόσμου
μια-μια
δυο-δυο
τρεις-τρεις
πριν ριχτούν πάνω μου και με φιλήσουν
Ολοένα,
αυτό το ολοένα
και το χαρτί που γράφω καίγεται,
χαϊδεύει την παλάμη μου
και αυτό το μολύβι
όπλο
όπλο μου
σκοτώνει
σκοτώνεται
με σκοτώνει
Ολοένα…
όπλο μου
όπλο σου
πάνω μου
πάνω σου
πάνω τους…