31.6 C
Athens
Τρίτη 18 Αυγούστου 2026
Αρχική Σελίδες Χειρόγραφα Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Ο θρίαμβος της σταθερής απώλειας

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Ο θρίαμβος της σταθερής απώλειας

Angel Spread Your Wings © Frederic Vasquez

Έντιμοι, έντιμοι οι άγγελοι
γιατί κι όταν ακόμη
σε στραβώνουν με το άσπρο
ψιθυρίζουν: «Δεν υπάρχω».

(Κ. Αγγελάκη-Ρουκ, Ο θρίαμβος της σταθερής απώλειας, 1978)

Το 1978 η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ δημοσιεύει τη συλλογή Ο θρίαμβος της σταθερής απώλειας. Η ποιήτρια το 1978 είναι σε ηλικία βιολογικής και ποιητικής ωριμότητας. Με θρησκευτική προσήλωση στη φύση και πάντα με μοχλό το πολύπαθο σώμα της, η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, γεφυρώνει τον κόσμο της εσωτερικής ζωής των πραγμάτων με το συναίσθημα. Σπαρασσόμενα ψυχικά τοπία βρίσκουν τη θέση τους σε μια έντονη εικονοποιία. Το ποιητικό ρήμα, διατηρεί ατόφια την ενέργεια, το σφρίγος, την ουσία, την ορμή που χρειάζεται, για να εκδηλώσει τη μεταμορφωτική του δύναμη. Η ψυχική συνθήκη της ποιήτριας εγγράφεται σε βάθος και έκταση, με δύναμη και δομεί έναν λόγο υπαρξιακό, στοχαστικό, φιλοσοφικό, που ισορροπεί με τον λυρισμό, αφήνοντας να αναδυθεί άρτια η ποιητική συγκίνηση. Δύσκολο το στοίχημα αυτής της ισορροπίας και κατορθωτό στο σημείο που η Ρουκ επιλέγει να συνομιλήσει με τους αγγέλους.

Μέσα στη μυστική ζωή των πραγμάτων, σε έναν ανοικτό ορίζοντα γεγονότων, εκεί που το φθαρτό σώμα αρθρώνει το παράφορο παραμιλητό του σαν κραυγή της ύπαρξης, της οδύνης, της φθοράς, του τέλους του, εκεί είναι που η ποιήτρια αναζητά τις δραματικές σχέσεις και τις συνδέσεις ανάμεσα στο υπαρξιακό και τα φυσικά στοιχεία, ανάμεσα στο ανθρώπινο και το υπερκόσμιο.

Σε μια ποιητική σύνθεση δέκα ποιημάτων με τίτλο «Αγγελικά ποιήματα» που περιλαμβάνονται στην συλλογή Ο θρίαμβος της σταθερής απώλειας, η ποιήτρια μέσα από τη νοερή, αυτεξούσια, ασώματη, αεικίνητη, πνευματική φύση του αγγέλου αναλαμβάνει να γεφυρώσει το αισθητό με το υπέρ–αισθητό, να τανυσθεί απ’ το πεπερασμένο στο άπειρο, να καταδείξει την αντίθεση του φθαρτού κι ανθρώπινου, με το αιώνιο και μεγαλειώδες.

Ο άγγελος είναι έναστρος από μέσα
κι απ’ έξω σκοτεινός για να βυθίζεται
στο μαύρο και να μη φαίνεται.
Όταν φοβεροί αέρηδες
θαλάσσιοι με τρίζουν
το μαύρο πηχτό άυλο του αγγέλου
γίνεται έρεβος
μέσα μου.
Σε μια έρημη κίνηση τότε
στο κενό της πτώσης
κι ενώ δεν έχω καμιά ελπίδα για το φώς
ανακαλύπτω τον ουρανό είναι θολωτός
όπως τον ήξερα
μόνο που κλείνει μέσα του το τίποτα
αντί για το πεύκο και τη φωτογραφία
του καλοκαιριού.
Κι όπως απ ΄τη βάρκα εκείνη
έχωνα το μπράτσο
ως τον αγκώνα στο νερό
με την ταχύτητα του περαστικού
ψάχνω στο σπλάχνο του αγγέλου
την έδρα του Θεού.

(Αγγελικά ποιήματα, Ι)