Βίκυ Μοσχολιού: Μια μεγάλη και αναντικατάστατη φωνή της Ελλάδας

 

 

Η Βίκυ Μοσχολιού γεννήθηκε στις 17 Μαΐου του 1943 στο Μεταξουργείο και έζησε τα παιδικά της χρόνια στο Αιγάλεω. Χρόνια στερημένα, αλλά γεμάτα αγάπη και μουσική, καθώς ο πατέρας της δεν αποχωριζόταν το γραμμόφωνο και την πλούσια συλλογή του από λαϊκά δισκάκια της εποχής.

Με τη φωνή, την παρουσία και το ήθος μας παραστάθηκε σε χαρές, αναζητήσεις και λύπες. Ήταν η σημαντικότερη τραγουδίστρια. Τέτοιο εύρος τραγουδιών, τόσες αθάνατες επιτυχίες, τέτοια σπουδαία δωρική φωνή… Όποιος αμφιβάλλει, ας κάνει ένα πείραμα. Το αριστούργημα “κάτω από τη μαρκίζα” , ένα πραγματικά δύσκολο τραγούδι, το είπε εκείνη πρώτη, αλλά το τραγούδησαν και πολλές άλλες. Αν ακούσετε την πρώτη εκτέλεση, θα διαπιστώσετε εύκολα, πως καμία άλλη δεν το είπε εξίσου πετυχημένα.

 

 

Ο Γιάννης Τσαρούχης την είχε χαρακτηρίσει “Κοτοπούλη του ελληνικού τραγουδιού”. Ο Μάνος Χατζιδάκις, πάλι, είχε χαρακτηρίσει τη φωνή της “βιολοντσέλο”. Δεν συνεργάστηκαν ποτέ, τραγούδησε όμως το “Ειμ’ αητός χωρίς φτερά” σε ενορχήστρωση του Σταύρου Ξαρχάκου. Ο Μίκης Θεοδωράκης έγραψε γι’ αυτήν μερικά από τα “Θαλασσινά φεγγάρια” του, που κυκλοφόρησαν μετά το 1974, αν κι είχαν ηχογραφηθεί από το ’66. Με τον κύκλο “Μετανάστες” σε στίχους Γιώργου Σκούρτη και το σπαρακτικό “Μιλώ για τα παιδιά μου”, ο Γιάννης Μαρκόπουλος απέδειξε πως υπήρχε κι ένα εσωστρεφές πολιτικό τραγούδι τα χρόνια εκείνα. Με τη φωνή της πάντα.

 

Mε τον Μίμη Δομάζο

 

Για να βοηθήσει την οικογένειά της, δεκατριάχρονο κοριτσάκι ακόμα, πιάνει δουλειά σε εργοστάσιο ως κορδελιάστρα. Πάντα, όμως, είτε ανάμεσα στις κλωστές και τα καρούλια, είτε στις ανθισμένες μυγδαλιές της Αγίας Βαρβάρας, η Βίκυ έχει ένα τραγούδι στο στόμα. Οι αυστηρών αρχών γονείς της, όμως, δεν της επιτρέπουν να δουλέψει νύχτα. Με την παρέμβαση της ξαδέρφης της, Έφης Λίντα, πείθονται τελικά και το 1962, Κυριακή του Πάσχα, η Βίκυ κάνει την πρεμιέρα της στο πάλκο, δίπλα στον Γρηγόρη Μπιθικώτση και τη Δούκισσα, στην Τριάνα του Χειλά.

 

 

Εκεί, δύο χρόνια μετά, την ακούει τυχαία ο Σταύρος Ξαρχάκος που αναζητά εκείνη την περίοδο μια νέα φωνή για να ερμηνεύσει το θρυλικό πλέον τραγούδι “Χάθηκε το φεγγάρι” στην ταινία Λόλα, με το Νίκο Κούρκουλο και την Τζένη Καρέζη. Είναι η αρχή μιας λαμπρής σταδιοδρομίας, καθώς ακολουθούν αμέτρητες συνεργασίες, σχεδόν με όλους τους κορυφαίους συνθέτες και στιχουργούς: τον Σταύρο Ξαρχάκο, τον Γιάννη Σπανό, τον Γιώργο Ζαμπέτα, τον Απόστολο Καλδάρα, τον Δήμο Μούτση, τον Άκη Πάνου, τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Σταύρο Κουγιουμτζή, τον Βασίλη Τσιτσάνη, τον Μάρκο Βαμβακάρη.

 

 

Τα τρένα που φύγαν, Τα δειλινά, Οι μετανάστες, Τα αρχοντορεμπέτικα είναι μερικές μόνο επιτυχίες από το πλούσιο ρεπερτόριό της, που ξεκινά από το ρεμπέτικο και το λαϊκό για να καταλήξει στο ελαφρολαϊκό και το έντεχνο, γιατί η σπουδαία, ιδιαίτερη δωρική φωνή της με τη χαρακτηριστική βραχνάδα και τις απεριόριστες δυνατότητες δεν χώρεσε ποτέ ταμπέλες.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 η Βίκυ Μοσχολιού αρχίζει συναυλίες με το Σταύρο Ξαρχάκο και το Γρηγόρη Μπιθικώτση σ’ όλη την Ελλάδα, ενώ το 1968 πραγματοποιεί με δικά της έξοδα την πρώτη μεγάλη συναυλία Έλληνα καλλιτέχνη στην Κύπρο.

 

 

Το 1972 είναι η πρώτη λαϊκή τραγουδίστρια που εγκαταλείπει τα μεγάλα νυχτερινά κέντρα και τα υψηλά νυχτοκάματα για να κατέβει στην πλάκα, αρχικά στο Ζουμ και μετά στο Ζυγό, δημιουργώντας έναν εναλλακτικό τρόπο διασκέδασης, με άλλο ήθος και ύφος. Έξι συνεχείς σεζόν η Μοσχολιού τραγουδά στις μπουάτ Μούτση, Μαρκόπουλο, Θεοδωράκη και Σπανό και παράλληλα δισκογραφεί μερικά από τα σημαντικότερα τραγούδια της, όπως το Έτσι είναι η ζωή, Μια βραδιά στη Λάρισα, Μεσόγειος, Η Ρόζα η ναζιάρα, Άνθρωποι Μονάχοι.

Ελάχιστοι γνωρίζουν ότι η Βίκυ Μοσχολιού εμφανίστηκε στο Κάρνεγκι Χολ της Νέας Υόρκης, το Ρόαγιαλ Άλμπερτ Χολ του Λονδίνου και το θέατρο Ολυμπιά του Παρισιού. Γιατί με τη σεμνότητα και την απλότητα που τη διακατείχε ελάχιστες φορές μιλούσε για τους θριάμβους της.

 

 

Την ίδια διακριτικότητα επέδειξε και στην προσωπική της ζωή, κρατώντας την πάντα μακριά από το φως της δημοσιότητας κι ας οργίαζε ο κοσμικός Τύπος της εποχής για το φλογερό της ειδύλλιο με τον μετέπειτα σύζυγό της, για 18 ολόκληρα χρόνια, τον θρύλο των γηπέδων, Μίμη Δομάζο, με τον οποίο απέκτησε δύο κόρες.

 

 

***

 

 

 

*Η Μοσχολιού ως τύπος τραγουδίστριας ήταν alto-mezzo, δηλαδή η βαρύτερη γυναικεία φωνή, σαφέστατα στη λαϊκή εκδοχή της. Κατείχε μεγάλη έκταση φωνής, βαριά ηχητικότητα και φυσικά μια μελαγχολική βραχνή χροιά.

*Η Βάσω, όπως την φώναζαν για πολλά χρόνια, μεγάλωσε με τους γονείς, τα αδέρφια της και τη γιαγιά της, αρχικά σε ένα δωμάτιο μιας αυλής στη συμβολή των οδών Πλαταιών και Κεραμεικού.

*Ο μοναδικός συνθέτης με τον οποίο δεν συνεργάστηκε αρκετά ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις. Βέβαια, μαζί είχαν εμφανιστεί στα μέσα της δεκαετίας του ’60 σε μια εκπομπή που προβλήθηκε από το BBC.

*Αφού ολοκλήρωσε το δημοτικό σχολείο, η Μοσχολιού γράφτηκε στην Εμπορική Σχολή, έχασε όμως τη δεύτερη χρονιά κι έτσι ο πατέρας της την έστειλε σε τσαγκάρηδες του κέντρου της Αθήνας, για να μάθει την τέχνη της κορδελιάστρας.

*Μια μέρα είδε στο λεωφορείο τον Γιώργο Ζαμπέτα, ο οποίος έμεινε στο Αιγάλεω αλλά η Μοσχολιού δεν το γνώριζε. Ο εισπράκτορας της είπε ότι εκείνος ήταν ο μεγάλος και τρανός Γιώργος Ζαμπέτας. Η Μοσχολιού επισκέφτηκε τον Ζαμπέτα σπίτι του και του ζήτησε δουλειά. Έτσι γεννήθηκε μια συνεργασία και οι επιτυχίες «Πόρτα κλειστή τα χείλη σου», «Τα Δειλινά» και «Τα Ξημερώματα».

*Παντρεύτηκε με τον ποδοσφαιριστή Μίμη Δομάζο την Πρωτομαγιά του 1967. Για τον γάμο είχαν παραγγελθεί 7.000 μπομπονιέρες, που είχαν πάνω ένα κλειδί του σολ και το Τριφύλλι του Παναθηναϊκού.

*Το 2003, στο πλαίσιο τακτικών εξετάσεων υγείας, οι γιατροί εντόπισαν κακοήθη όγκο που είχε ως εστία το πάγκρεας.

*Η φωνή της Βίκυς Μοσχολιού σίγασε για πάντα στις 16 Αυγούστου 2005 έπειτα από διετή μάχη με τον καρκίνο. Ήταν μόλις 62 ετών.

 

 

***