30.7 C
Athens
Σάββατο 15 Ιουνίου 2024

Οι «Σφήκες» σε ελεύθερη διασκευή της Λένας Κιτσοπούλου και τα σύγχρονα «κεντριά»

Γράφει η Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Χάνοντας την παράσταση στην Επίδαυρο και περιμένοντας στη συνέχεια να καταλαγιάσει το σύννεφο σκόνης που σηκώθηκε από τις κρίσεις, τις επικρίσεις και τα σχόλια ειδικών και μη ειδικών θεατών, προτίμησα να παρακολουθήσω τους «Σφήκες» σε ελεύθερη διασκευή της Λένας Κιτσοπούλου το Σεπτέμβριο στο Σχολείον της Αθήνας «Ειρήνη Παπά».

Τι μπορεί να κρύβει μέσα της η λέξη Σφήκες; Προσωπικά «έπεσα από τα σύννεφα», όπως λέει η Λένα Κιτσοπούλου σ’ ένα σημείο του κειμένου. Γιατί; Γιατί για άλλη μια φορά οι συμπατριώτες μας με ξεπέρασαν.

Έχουμε άπoψη οι πάντες, ακόμη και όσοι δεν παρακολουθήσαμε την παράσταση της κυρίας Κιτσοπούλου. Είτε γιατί διαβάσαμε κάποια «κριτική» στα μέσα δικτύωσης, είτε γιατί μας το είπαν. Πού; Ούτε οι ίδιοι θυμόμαστε. Ίσως στο γραφείο, στο γυμναστήριο, στην ταβέρνα.

Σίγουρα το «ακούσαμε» και είμαστε απολύτως πρόθυμοι να το διαδώσουμε. Ανεύθυνα και αβασάνιστα. Ελαφρά τη καρδία.

Ο Αριστοφάνης όμως είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση για να ξεμπερδεύουμε έτσι εύκολα μαζί του, καταφεύγοντας σε υστερίες και ουρανομήκεις κραυγές.

Στους Σφήκες, χρησιμοποιεί το όχημα της κωμωδίας για να σατιρίσει, με τον αξεπέραστα αιχμηρό του τρόπο, ένα ζήτημα βαθιά πολιτικό: τη διάβρωση του δικαστικού συστήματος, του ακρογωνιαίου λίθου της λαϊκής κυριαρχίας στην αρχαία Αθήνα.

Ο Αριστοφάνης συνδυάζει την αστική, οικογενειακή ιστορία της σύγκρουσης ανάμεσα σε έναν πατέρα κι ένα γιο, τους οποίους χωρίζει χάσμα γενεών με όλα τα συμπαρομαρτούντα, με ένα πολιτικό θέμα, τις κακοδαιμονίες του δικαστικού συστήματος. Από τη μια λοιπόν ένας χαιρέκακος, δικομανής ηλικιωμένος δικαστής που ζει για να καταδικάζει «ενόχους» κι από την άλλη ο απεγνωσμένος γιος του, ένα σαθρό δικαστικό σύστημα που μοιράζει επιδόματα και μια ολόκληρη κοινωνία από Σφήκες: άτομα σκληρά με οξύ κεντρί, ακόρεστη όρεξη για κριτική και μηδενική διάθεση για αυτοκριτική. Μια κοινωνία εγκλωβισμένη μέσα στο αποπνικτικό κουκούλι της διχόνοιας και της κακεντρέχειας. Μια κοινωνία που συστρέφεται, σπαρταρά, εξαπολύει κατηγορώ και καταλήγει να τρέφεται από το ίδιο της το δηλητήριο.

Τέταρτη χρονολογικά από τις σωζόμενες κωμωδίες του Αριστοφάνη, οι «Σφήκες» (422 π.Χ.), σατιρίζουν τη «φιλοδικία» των Αθηναίων, τη διαφθορά του δικαστηριακού θεσμού και την πολιτική διαφθορά, που είχαν φέρει στην εμπόλεμη Αθήνα οι δημαγωγοί με προεξάρχοντα τον Κλέωνα. Ο τελευταίος δίνει τ’ όνομά του στους δύο ήρωες της κωμωδίας, το φιλόδικο γέρο Φιλοκλέωνα και το μυαλωμένο γιο του Βδελυκλέωνα, που αγωνίζεται να σωφρονίσει το μανιασμένο πατέρα του κι οργανώνει δίκες σπίτι του για να κορέσει το φιλόδικο μένος του.

Με διασκεδαστικά επεισόδια και καφτερή σάτιρα, επίκαιρη και μη, η κωμωδία προχωρεί γοργά στο χαρούμενο τέλος της, όπου ο Φιλοκλέων απαρνιέται την Ηλιαία για χάρη του γλεντιού και του ποτού.

Από τους «Σφήκες» εμπνεύστηκε ο Ρακίνας την κωμωδία του «Οι φιλόδικοι» (1668), που σατιρίζει τη μανία των συγκαιρινών του όχι πια να δικάζουν, αλλά να δικάζονται, να καταφεύγουν με το παραμικρό στα δικαστήρια.

Το έργο καταπιάνεται τελικά με το πώς ορισμένοι επιτήδειοι καταλαμβάνουν τεχνηέντως και καταχρώνται την εξουσία. Ένα θέμα διαχρονικό. Ένα θέμα με ελληνική πατέντα, θα έλεγα. Την έχουμε κατοχυρώσει.

Στην εκδοχή που παρακολουθήσαμε η σκηνοθεσία στρέφει το βλέμμα της στα σύγχρονα «κεντριά», στα λαϊκά δικαστήρια που στήνονται στις τηλεοπτικές εκπομπές και στα σόσιαλ μίντια, σαν αυτά που στήθηκαν κρίνοντας τη συγκεκριμένη θεατρική δουλειά.

Με καυστικό χιούμορ και σκωπτική διάθεση φωτίζει τη συστημική σαπίλα, τις κοιμισμένες άμυνες, τον ρατσισμό, τον φανατισμό, την άκαμπτη πολιτική ορθότητα της εποχής μας.

Θεωρώ την Λένα Κιτσοπούλου μια ευφυή αλλά και ευαίσθητη δημιουργό – και το έχω γράψει άλλωστε και στο παρελθόν. Ανάμεσα στα διηγήματά της περιλαμβάνονται διαμάντια.

Έχει δημιουργήσει, επίσης, έναν δικό της θεατρικό κόσμο, αινιγματικό, καυστικό, δηκτικό, τοποθετώντας τους ήρωες των έργων της σε συνθήκες πειράματος και παρακολουθώντας τον τρόπο με τον οποίο θα αντιδράσουν, πώς θα πορευτούν, τι αποφάσεις θα πάρουν.

Το πείραμά της είναι σκληρό και τρυφερό ταυτόχρονα, ρομαντικό και την ίδια στιγμή αμείλικτο. Επιλέγει, με δέος και με πάθος, να κάνει κείμενα βγαλμένα από τα σπλάχνα της κοινωνίας μας και της ανθρώπινης ύπαρξης και ως εκ τούτου επίκαιρα για κάθε εποχή.

Χωρίς πομπώδεις εκφράσεις προθέσεων, ξορκίζοντας το παραταξιακό θέατρο. Στο επίκεντρο του έργου της είναι ο άνθρωπος απέναντι στα δεινά της εποχής του και αυτό είναι γεγονός βαθιά προοδευτικό. Παραδίδει μια δυνατή εκδοχή της Ιστορίας, αναδεικνύοντας τον βαθύ πυρήνα των πραγμάτων.

Ο θεατρικός λόγος της Λένας Κιτσοπούλου δεν μοιάζει με κανενός άλλου. Είναι υπέροχα προσωπικός και ασυγκράτητα γοητευτικός. Μας γοητεύει για το γυμνό του λεξιλόγιο, το θάρρος του στην επιλογή των λέξεων που, χωρίς περιστροφές και λεκτικά τερτίπια, πηγαίνουν κατευθείαν στην ουσία των πραγμάτων.

Σε αντίθεση με όσα λέγονται και γράφονται η προσέγγισή της στο αρχαίο έργο δεν βεβηλώνει και δεν προσβάλει με την έννοια που υποστηρίζεται. Παρακολουθώντας παραστάσεις Αριστοφάνη στην Επίδαυρο τουλάχιστον από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, είμαι σε θέση να δηλώσω ότι έχω δει πραγματικά πάμπολλες παραστάσεις που ήταν αυτό που αποκαλούμε «κιτς» και προσέβαλαν την αισθητική μας.

Η συγκεκριμένη παράσταση δεν είχε στείρα θεαματικότητα ούτε πόζα για την πόζα.

Γράφοντας αυτά που γράφω δεν αποσκοπώ να υπερασπιστώ την κυρία Κιτσοπούλου. Άλλωστε δεν νομίζω πως χρειάζεται την υπεράσπισή μου. Η Κιτσοπούλου είναι σαρωτική και γεννά τις πληγές της από ή για την παράνοια της κοινωνίας που ζούμε.

Η Ελλάδα της Κιτσοπούλου προκύπτει στερημένη, γεμάτη από αδυναμίες, αντιφάσεις, αυθαιρεσίες και θέτει το ασυμβίβαστο της ανοχής και των δικαιωμάτων.

Η προσέγγισή της είναι ρεαλιστική, απλή, εμπνευσμένη, ανθρώπινη, ευαίσθητη, σκληρή. προκλητική και αιρετική.

Οφείλουμε να παραδεχτούμε πως οι «Σφήκες» που είδαμε είχαν κάποια τρωτά σημεία που κυρίως αφορούσαν τη συνοχή της παράστασης. Στα θετικά της όμως ήταν η επιλογή των εξαιρετικών ηθοποιών. Η Λένα Κιτσοπούλου στο θέμα αυτό απέδειξε ότι μπορεί να αναδεικνύει το νέο αίμα της ελληνικής σκηνής.

Οι Πάνος Παπαδόπουλος και Θοδωρής Σκυφτούλης έδειξαν έξοχα αντανακλαστικά στους απαιτητικούς ρόλους τους. Οι δύο χαρακτήρες που υποδύθηκαν είναι διαμετρικά αντίθετοι. Εντούτοις, η αντίθεσή τους αυτή συνετέλεσε στην αλληλοσυμπλήρωσή τους.

Ο Νίκος Καραθάνος είναι ένας καλλιτέχνης μεγάλης πείρας που έχει γράψει και γράφει τη δική του ιστορία στο ελληνικό θέατρο. Είναι εμφανή τα σημάδια της μεγάλης καλλιέργειάς του και της πορείας του σ’ ένα ευρύ δραματολόγιο. Κυριάρχησε στην παράσταση με την ακάματη ζωτικότητά του.

Ο Γιάννης Κότσιφας στην ερμηνεία του είχε ζωντάνια, ροή, χρώματα και κοφτούς ρυθμούς. το κίνησε γοργά και διέκρινε τους αρμούς και τις κλειδώσεις του.

Από κοντά με τους συναδέλφους του κίνησαν γοργά το κείμενο και μας έκαναν κατανοητές τις συγχορδίες και τις κλειδώσεις του.

Οι Δάφνη Δαυίδ, Αλέξανδρος Ζουριδάκης, Κωνσταντίνος Καπελλίδης, Λένα Κιτσοπούλου, Νίκος Κουσούλης, Αλέξης Κωτσόπουλος, Νεφέλη Μαϊστράλη, Σωτήρης Μανίκας, Νικόλας Μαραγκόπουλος, Ιωάννα Μαυρέα, Θάνος Μπίρκος, Δημήτρης Ναζίρης, Πάνος Παπαδόπουλος, Στέφανος Πίττας, Κωνσταντίνος Πλεμμένος, Μαριάννα Πουρέγκα
είναι ηθοποιοί που έχουν τα κατάλληλα ερμηνευτικά εργαλεία και δεν τους λείπει η έμπνευση, η φαντασία, η τεχνική.

Ήταν όλοι συνεπείς σ’ αυτό που τους ζητήθηκε. Ταλαντούχοι και επαρκέστατοι εντάχτηκαν με δυναμισμό στο ρυθμό της παράστασης.

Σε όλους ανήκει η τιμή για τη συμμετοχή σ’ αυτή την προσπάθεια.

Δύσκολη δουλειά η μετάφραση του Αριστοφάνη. Πρέπει να βρεις αναλογίες, με μεγάλη ελευθερία αλλά και σεβασμό στο ήθος. Ο Στέλιος Χρονόπουλος έκανε τη σωστή δουλειά.

Η Μαγδαληνή Αυγερινού σχεδίασε θεατρικά κοστούμια και σκηνικά σύγχρονα που όμως είχαν και μνήμη και βάσανο.

Στα θετικά της παράστασης συνεισέφερε αποφασιστικά η διεγερτική, ως όφειλε, μουσική του Νίκου Κυπουργού.

Το ίδιο θετικά συνέβαλαν με την ακρίβεια και τον καλλιτεχνικό τους μόχθο η Αμάλια Μπένετ στη χορογραφία και ο Νίκος Βλασόπουλος στους φωτισμούς.

Ας ελπίσουμε από όλη αυτή τη συζήτηση που γέννησαν οι Σφήκες σε ελεύθερη διασκευή της Λένας Κιτσοπούλου να προκύψουν θεατές πιο υπεύθυνοι και καλλιτέχνες ώριμοι που δεν θα καλλιεργούν τον σνομπισμό της ευτέλειας και της απρέπειας, δεν θα εθίζουν το κοινό να «κάνει χάζι» ή να «σπάει πλάκα» με τα «ιδιοφυή» τερτίπια τους, που «μιαίνουν» τα μεγάλα έργα.

***

ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ – ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ 2023
ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΕ ΣΥΜΠΑΡΑΓΩΓΗ ΜΕ ΤΟ ΚΘΒΕ

ΣΦΗΚΕΣ

Ταυτότητα παράστασης

Μετάφραση: Στέλιος Χρονόπουλος
Ελεύθερη διασκευή/Σκηνοθεσία: Λένα Κιτσοπούλου
Σκηνικά-Kοστούμια: Μαγδαληνή Αυγερινού
Μουσική: Νίκος Κυπουργός
Χορογραφία: Αμάλια Μπένετ
Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος
Ηχητικός σχεδιασμός: Κώστας Λώλος
Δραματολόγος παράστασης: Ασπασία-Μαρία Αλεξίου
Φωνητική προετοιμασία: Μελίνα Παιονίδου
Βοηθός σκηνοθέτριας: Μαριλένα Μόσχου
Β’ βοηθός σκηνοθέτριας: Σαβίνα Τσάφα
Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου: Τζίνα Ηλιοπούλου
Β’ βοηθός σκηνοθέτριας: Σαβίνα Τσάφα
Βοηθός μουσικοσυνθέτη: Αλέξης Κωτσόπουλος
Σχεδιασμός μακιγιάζ: Olga Faleichyk
Σχεδιασμός κομμώσεων: Κωνσταντίνος Κολιούσης

Παίζουν (με αλφαβητική σειρά):

Δάφνη Δαυίδ, Αλέξανδρος Ζουριδάκης, Κωνσταντίνος Καπελλίδης (ηλεκτρικό μπάσο), Νίκος Καραθάνος, Λένα Κιτσοπούλου, Γιάννης Κότσιφας, Νίκος Κουσούλης, Αλέξης Κωτσόπουλος (ηλεκτρική κιθάρα, τρομπόνι), Νεφέλη Μαϊστράλη, Σωτήρης Μανίκας, Νικόλας Μαραγκόπουλος, Ιωάννα Μαυρέα, Θάνος Μπίρκος, Δημήτρης Ναζίρης, Πάνος Παπαδόπουλος, Στέφανος Πίττας, Κωνσταντίνος Πλεμμένος, Μαριάννα Πουρέγκα, Θοδωρής Σκυφτούλης

Μουσικοί επί σκηνής (με αλφαβητική σειρά)

Μαρίνος Γαλατσινός (πνευστά), Σοφία Ευκλείδου (βιολοντσέλο), Εύη Κανέλλου (κρουστά)

Φωτογραφίες παράστασης: Χρήστος Συμεωνίδης

***

Την Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου στις 21.00 η παράσταση θα παρουσιαστεί στο Θέατρο Βράχων «Μελίνα Μερκούρη»

Προπώληση εισιτηρίων:

ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΣΑΣ ΕΔΩ ΜΕ ΕΝΑ “ΚΛΙΚ”

Η παράσταση προτείνεται σε θεατές από 15 ετών και άνω.

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -