Cat Is Art

“Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ” – Ένα ουρλιαχτό για ελευθερία

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ είναι μια πραγματική βίβλος για εκατομμύρια αναγνώστες στον κόσμο που χρωματίζει μοναδικά την εφηβεία, τα σκιρτήματα, τους φόβους, τα βαθύτερα συναισθήματα της εβραιοπούλας Άννας Φρανκ στα σκοτεινά χρόνια των διωγμών από τους Ναζί. Το ημερολόγιο αυτό, πιο επίκαιρο παρά ποτέ, αποκαλύπτει μια μοναδική προσωπικότητα και ένα ανείπωτα σκληρό βίωμα μιας νεαρής μόλις 16 ετών.

 

 

Η Άννα Φρανκ γεννήθηκε στις 12 Ιουνίου του 1929 στη Φραγκφούρτη της Γερμανίας, κόρη του κάποτε εύπορου Ότο που έπεσε θύμα της οικονομικής κρίσης και έχασε τα χρήματά του. Όταν τον Ιανουάριο του 1933 οι ναζιστές ανήλθαν στη εξουσία αποφάσισε αμέσως να εγκαταλείψει τη χώρα μαζί με την οικογένειά του, τη γυναίκα του και τις δύο κόρες του, Άννα και Μάργκο. Μετανάστευσαν στο Άμστερνταμ όπου εξασφάλισε τη θέση του διευθυντή σε μια εταιρεία τροφίμων στην περιοχή του Πρίσενγκρατς. Τον Μάιο του 1940 η ναζιστική Γερμανία επιβλήθηκε στην Ολλανδία και ο τρόμος επέστρεψε στη οικογένεια Φρανκ.

Ο Ότο πρέπει για άλλη μια φορά να προστατεύσει την οικογένειά του. Αυτή τη φορά να την κρύψει. Δημιουργεί έναν χώρο που διαμορφώνει σε δύο διαμερίσματα στην αποθήκη τροφίμων στο Πρίσενγκρατς όπου μετακομίζει τόσο η οικογένεια Φρανκ όσο και η οικογένεια του συνεργάτη του Βαν Πελ. Αργότερα πήγε κοντά τους και ο Ντάσελ, ένας ηλικιωμένος Εβραίος οδοντίατρος.

 

 

Η Άννα Φρανκ, πάνω στην εφηβεία και με καταπιεσμένα αισθήματα αφού αισθάνεται πως οι γονείς της την αδικούν σε σχέση με την αδελφή της, δημιουργεί μια φανταστική φίλη την Κίτυ, στην οποία απευθύνεται μέσα από το ημερολόγιό της. «Αγαπητή Κίτυ», γράφει στις πρώτες σελίδες του ημερολογίου της, το οποίο της δώρισε ο πατέρας της στα 13 της χρόνια, «ελπίζω ότι θα είσαι η παρηγοριά μου και το στήριγμά μου». Το ημερολόγιο γίνεται το ουρλιαχτό για ελευθερία των Εβραίων.

 

 

Το 1942 οι ναζιστές ανακάλυψαν το κρησφύγετο των Φρανκ. Οι δύο οικογένειες καθώς και ο ηλικιωμένος οδοντίατρος μεταφέρθηκαν στο Άουσβιτς. Η Άννα Φρανκ, η μητέρα της και η αδερφή της πέθαναν χτυπημένες από τύφο στο Μπέργκεν-Μπέλσεν, το στρατόπεδο στο οποίο μεταφέρθηκαν όταν το Άουσβιτς δέχθηκε επίθεση από τους Ρώσους. Από την οικογένεια επέζησε μόνο ο πατέρας της Οτο, ο οποίος παρέλαβε το ημερολόγιο που είχε κρύψει η Φρανκ στους γείτονές τους. Αποφάσισε να το εκδώσει και σήμερα έχει γίνει ο Ύμνος εναντίον του Ολοκαυτώματος, έχει μεταφραστεί σε 30 γλώσσες και έχει κάνει εκατομμύρια πωλήσεις. Το καταφύγιο της οικογένειας στο Πρίσενγκρατς λειτουργεί σήμερα ως κέντρο νεότητας με την ονομασία «Το σπίτι της Άννας Φρανκ».

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι το καταφύγιο κάλυπτε μια μεγάλη βιβλιοθήκη η οποία οδηγούσε στην κρυφή πόρτα των δωματίων. Όταν οι ναζιστές ανακάλυψαν το κρησφύγετο αναγκάστηκαν να παραμερίσουν δεκάδες βιβλία για να μπουν στα διαμερίσματα και να φτάσουν στην Άννα. Αυτό που δεν γνώριζαν όταν αντίκρισαν την Άννα ήταν ότι το κορίτσι είχε ήδη δραπετεύσει. Μέσα από ένα ημερολόγιο…

Το σπίτι όπου η οικογένεια κρυβόταν

***

Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ
Σάββατο, 20 Ιουνίου 1942

Είναι πολλές μέρες που δεν έχω πια γράψει τίποτα· έπρεπε να σκεφτώ μια για πάντα τι σημαίνει ένα ημερολόγιο. Είναι για μένα ένα εντελώς μοναδικό συναίσθημα να εκφράζω τις σκέψεις μου, όχι μόνο γιατί δεν έχω ακόμα γράψει, αλλά γιατί μου φαίνεται πως αργότερα, ούτε ’γω ούτε οποιοσδήποτε άλλος θα ενδιαφερόταν για τις εκμυστηρεύσεις μιας μαθήτριας δεκατριών χρόνων. Στο κάτω κάτω, δεν έχει και καμιά σπουδαιότητα. Επιθυμώ να γράψω και, πολύ περισσότερο ακόμη, να βυθομετρήσω την καρδιά μου σχετικά με κάθε λογής πράγματα.
«Το χαρτί είναι πιο υπομονετικό από τους ανθρώπους». Αυτό το γνωμικό μού ήρθε στο νου, όταν μια μελαγχολική μέρα, με το κεφάλι στηριγμένο στα χέρια, παιδευόμουν να πάρω απόφαση: να βγω ή να μείνω σπίτι μου. Ναι, πραγματικά, το χαρτί είναι υπομονετικό και, καθώς υποθέτω ότι κανείς δε θα ενδιαφερθεί γι’ αυτό το χαρτόδετο τετράδιο που φέρει τον αξιοπρεπή τίτλο «Ημερολόγιο», δεν έχω καμιά πρόθεση να το δώσω ποτέ να διαβαστεί, εκτός αν συναντήσω στη ζωή μου το Φίλο ή τη Φίλη στους οποίους θα το δείξω. Και νά με που έφτασα στο ξεκίνημα, στην ιδέα ν’ αρχίσω ένα ημερολόγιο. Το κάνω γιατί δεν έχω μια πραγματική φίλη.
Για να γίνω σαφέστερη, έχω ανάγκη να εξηγηθώ. Κανείς δε θα θελήσει να πιστέψει ότι ένα κορίτσι δεκατριών χρόνων βρίσκεται μόνο στον κόσμο.
Εξάλλου, αυτό δεν είναι εντελώς αληθινό· έχω γονείς που τους αγαπώ πολύ και μια αδελφή δεκάξι χρόνων· έχω τριάντα συμμαθητές και συμμαθήτριες, κι ανάμεσά τους μερικές, ας πούμε, φίλες· έχω θαυμαστές με το τσουβάλι, που με παρακολουθούν με το βλέμμα, ενώ, στην τάξη, εκείνοι που δεν κάθονται σε καλή θέση ώστε να με βλέπουν, προσπαθούν να συλλάβουν την εικόνα μου με τη βοήθεια ενός μικρού καθρέφτη τσέπης. Έχω οικογένεια, αξιαγάπητους θείους και θείες, ευχάριστο σπίτι —όχι δε μου λείπει φαινομενικά τίποτα, εκτός από τη Φίλη. Με τις συμμαθήτριές μου απλώς διασκεδάζω, τίποτε περισσότερο. Δεν καταφέρνω ποτέ να μιλήσω μαζί τους για άλλο πράγμα εκτός από κοινοτοπίες, ακόμη ούτε καν με μια από τις φίλες μου, γιατί μας είναι αδύνατον ν’ αποκτήσουμε στενότερη επαφή —εκεί είναι ο
κόμπος. Όπως κι αν έχει, βρίσκομαι μπροστά σ’ ένα τετελεσμένο γεγονός, κι είναι κρίμα να μην μπορώ να το αγνοήσω.
Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που γεννήθηκε αυτό το Ημερολόγιο.

 

 

Για να πλάσω καλύτερα την εικόνα μιας φίλης που τόσον καιρό περίμενα· δε θέλω να περιοριστώ σε απλά γεγονότα, όπως κάνουν τόσοι άλλοι, αλλά επιθυμώ τούτο το Ημερολόγιο να προσωποποιήσει τη Φίλη. Και τη Φίλη αυτή θα την ονομάσω Κίτυ.
Η Κίτυ αγνοεί ακόμη τα πάντα για μένα. Πρέπει λοιπόν να διηγηθώ με συντομία την ιστορία της ζωής μου. Ο πατέρας μου ήταν κιόλας τριάντα έξι χρονών όταν παντρεύτηκε τη μητέρα μου, που ήταν είκοσι πέντε. Η αδελφή μου Μαργκότ γεννήθηκε το 1926 στη Φραγκφούρτη του Μάιν. Κι εγώ, στις 12 Ιουνίου 1929. Όντας Εβραίοι εκατό τοις εκατό, μεταναστεύσαμε στην Ολλανδία στα 1923, όπου ο πατέρας μου διορίστηκε διευθυντής της Τράβις Ν.Β., μιας εταιρείας συνεταιρικής της Κόλεν & Σία, στο Άμστερνταμ.
Οι δύο εταιρείες στεγάζονταν στον ίδιο κτίριο. Βέβαια, η ζωή μας δεν ήταν δίχως συγκινήσεις, γιατί τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς μας είχαν μπλεξίματα εξαιτίας των χιτλερικών μέτρων εναντίον των Εβραίων. Ύστερ’ από τις διώξεις του 1938, δύο θείοι μου, από την πλευρά της μητέρας μου, έφυγαν κρυφά κι έφτασαν σώοι και
ασφαλείς στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η γιαγιά μου, εβδομήντα τριών χρονών τότε, ήρθε να μείνει μαζί μας. Μετά το 1940, οι καλές μας μέρες άρχισαν να παίρνουν γοργά τέλος: πρώτα ο πόλεμος, έπειτα η συνθηκολόγηση και η εισβολή των Γερμανών μάς έφεραν την αθλιότητα. Τα μέτρα εναντίον των Εβραίων παίρνονται το ένα πάνω στ’ άλλο. Οι Εβραίοι υποχρεώνονται να φορούν το κίτρινο αστέρι και να παραδώσουν τα ποδήλατά τους. Τους απαγορεύεται ν’ ανεβαίνουν στα τραμ και να οδηγούν αυτοκίνητο. Είναι υποχρεωμένοι να κάνουν τις αγορές τους αποκλειστικά σε μαγαζιά σημαδεμένα με την επιγραφή «Εβραϊκό κατάστημα», και μόνο από τις τρεις
έως τις πέντε το απόγευμα. Απαγορεύεται στους Εβραίους να βγαίνουν μετά τις οχτώ το βράδυ, ακόμη και στους κήπους τους, ή να βγαίνουν σε φίλους τους. Απαγορεύεται στους Εβραίους να πηγαίνουν στο θέατρο, στον κινηματογράφο ή σε οποιοδήποτε άλλο μέρος ψυχαγωγίας. Απαγορεύεται στους Εβραίους να καταγίνονται με οποιοδήποτε δημόσιο σπορ: απαγορεύεται να πλησιάζουν στην πισίνα, στο γήπεδο του τένις και του χόκεϊ ή σε άλλους τόπους αθλητικών εκδηλώσεων. Απαγορεύεται στους Εβραίους να συναναστρέφονται με χριστιανούς. Οι Εβραίοι είναι υποχρεωμένοι να πηγαίνουν στα εβραϊκά σχολεία, κι ένα σωρό άλλοι τέτοιοι περιορισμοί…
Μην κάνοντας τούτο και μην κάνοντας εκείνο, η ζωή μας συνέχισε να κυλά χωρίς περιεχόμενο. Η Ζόπι μού λέει πάντα: «Δεν τολμώ να κάνω τίποτε από φόβο μήπως κάνω κάτι απαγορευμένο». Η ελευθερία μας έχει περιοριστεί πάρα πολύ· ωστόσο η ζωή είναι ακόμη υποφερτή.

 

Απόσπασμα από το ημερολόγιο

Η γιαγιά πέθανε το Γενάρη του 1942. Κανείς δεν ξέρει πόσο τη σκέφτομαι και πόσο την αγαπώ ακόμη. Ήμουν στο σχολείο Μοντεσόρι από το νηπιαγωγείο, δηλαδή από το 1934. Στην έκτη τάξη είχα δασκάλα τη διευθύντρια, κυρία Κ. Στο τέλος του χρόνου είχαμε σπαρακτικούς αποχαιρετισμούς, κλάψαμε κι οι δύο. Στα 1941 η αδελφή μου Μαργκότ κι εγώ μπήκαμε στο εβραϊκό λύκειο.
Η μικρή μας τετραμελής οικογένεια δεν έχει ακόμη πολλούς λόγους να παραπονιέται, και νά με που έφτασα στη σημερινή ημερομηνία.

Άννα Φρανκ
«Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ»
Απόδοση: Γ. Θωμόπουλος

 

 

[…]Είμαι η ίδια κριτικός του εαυτού μου, και μάλιστα η πιο αυστηρή. Ξέρω τι είναι καλογραμμένο και τι δεν είναι. Όποιος δεν γράφει, δεν ξέρει τι θαυμάσιο πράγμα είναι το γράψιμο. […]Θα ήθελα να προχωρήσω, να κάνω κάτι. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα ζω σαν τη μητέρα, την κυρία Βαν Ντάαν και όλες αυτές τις γυναίκες που κάνουν το
καθήκον τους και αργότερα θα ξεχαστούν. […]Θέλω να συνεχίσω να ζω, ακόμη και μετά το θάνατό μου!
Γι’ αυτό ευγνωμονώ τον Θεό, που μου έδωσε αυτό το χάρισμα, αυτή τη δυνατότητα να αναπτύσσομαι και να γράφω, δηλαδή να εκφράζω ό,τι συμβαίνει μέσα μου. Γράφοντας, απαλλάσσομαι απ’ όλα, η λύπη μου εξαφανίζεται, το θάρρος μου ξαναγεννιέται. Αλλά το μεγάλο πρόβλημα είναι τούτο: θα μπορέσω ποτέ να γίνω δημοσιογράφος ή συγγραφέας; Το ελπίζω και μάλιστα το ελπίζω πολύ! Γιατί, γράφοντας μπορώ να σταθεροποιώ στο χαρτί το καθετί: τις σκέψεις μου, τα ιδανικά μου, τις φαντασίες μου… […]Εμπρός, λοιπόν, με νέο θάρρος! Πιστεύω πως θα επιτύχω, γιατί είμαι αποφασισμένη να γράψω!
Δική σου,
Άννα

 

 

Τετάρτη 3 Μαρτίου 1944

Είναι μια φοβερή εποχή. Γύρω λυσσομανάει ο πόλεμος και κανένας δε γνωρίζει αν θα είναι ζωντανός την άλλη μέρα. Θυμάμαι που ζούσαμε όλοι μαζί στην πόλη και περιμέναμε από στιγμή σε στιγμή να την αδειάσουν ή να φύγουμε. Οι μέρες μας ήταν γεμάτες κανονιές και πυροβολισμούς και τις νύχτες μυστηριώδεις ήχοι έρχονταν από τα βάθη. Αυτό συνεχίστηκε έτσι καμιά βδομάδα, ώσπου ένα βράδυ μάς σκέπασε μια νύχτα που κρατάει ακόμη και σήμερα.

Θυμάμαι σαν τώρα εκείνη τη στιγμή. Πρέπει να ήταν αργά το βράδυ, όταν ακούστηκαν ξαφνικά τρομερές εκρήξεις. Το βάλαμε στα πόδια όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε. Παντού γύρω μας έτρεχαν άνθρωποι που φώναζαν. Τα σπίτια καίγονταν, έτσι ώστε όλα τα πράγματα φαίνονταν πυρωμένα και κόκκινα. Δεν είναι δυνατό να πω πόση ώρα έτρεχα έτσι, πάντα με την εικόνα των σπιτιών που καίγονταν, των προσώπων που ούρλιαζαν παραμορφωμένα μπρος στα μάτια μου.

Συνέχεια αναρωτιόμαστε απελπισμένα: «Γιατί πρέπει να γίνεται ο πόλεμος; Γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζήσουν ειρηνικά; Γιατί όλη αυτή η καταστροφή;». Στο ερώτημα αυτό δεν είναι εύκολο να βρούμε απάντηση. Αλήθεια, γιατί φτιάχνουν ολοένα μεγαλύτερα αεροπλάνα με όλο και πιο βαριές βόμβες, ενώ την ίδια στιγμή χτίζουν τα κατεστραμμένα σπίτια; Γιατί σπαταλούν δισεκατομμύρια κάθε μέρα για τον πόλεμο, ενώ φαίνεται ότι δεν υπάρχει ούτε μια δεκάρα διαθέσιμη για τα φάρμακα, τους φτωχούς και τους καλλιτέχνες; Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που πεινούν, ενώ σε άλλα μέρη της γης έχουν τόσα τρόφιμα που τα αφήνουν να σαπίζουν; Μήπως οι άνθρωποι είναι τρελοί;

Δεν μπορώ να πιστέψω ότι υπεύθυνοι για τον πόλεμο είναι μόνο οι ισχυροί, οι πλούσιοι και οι πολιτικοί. Όχι, και οι απλοί άνθρωποι μπορεί να θέλουν τον πόλεμο, αλλιώς οι λαοί θα είχαν επαναστατήσει προ πολλού. Είναι το ένστικτο της καταστροφής που οδηγεί τους ανθρώπους στον πόλεμο, κι αν όλο το ανθρώπινο γένος, χωρίς εξαίρεση, δεν αλλάξει, οι πόλεμοι δεν πρόκειται να σταματήσουν. Οι πολιτισμοί θα καταστρέφονται, ό,τι ωραίο χτίζεται θα γκρεμίζεται και η ανθρωπότητα θα αρχίζει ξανά και ξανά από την αρχή.

Έχω νιώσει πολλές φορές παγιδευμένη αλλά ποτέ απελπισμένη. Στο ημερολόγιό μου μιλάω για τις στερήσεις σαν να πρόκειται για κάτι διασκεδαστικό. Έχω πάρει την απόφαση να ζήσω μια ενδιαφέρουσα ζωή, διαφορετική από τη ζωή του απλού κοριτσιού και, αργότερα, από τη ζωή της απλής νοικοκυράς. Είμαι νέα και δυνατή. Είναι ανάγκη να επιβιώσω και αρνούμαι να κλαίω όλη την ώρα. Κάθε μέρα ωριμάζω εσωτερικά και αισθάνομαι την ειρήνη να πλησιάζει.

Tο ημερολόγιο της Άννας Φρανκ, εκδ. Zαχαρόπουλος, Aθήνα, 1983 (διασκευή)

Εκτύπωση
Ειρήνη Αϊβαλιώτου“Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ” – Ένα ουρλιαχτό για ελευθερία

Related Posts