Cat Is Art

“Ιστορίες Από Το Δάσος Της Βιέννης” – Το “λαϊκό δράμα” που μας λέει πώς η βλακεία έφερε τον ναζισμό

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

«Για γουρούνια πρόκειται, αλλά όχι για τη συγκεκριμένη. -Κύριε Όσκαρ, να χαρείτε, μην το παίρνετε τόσο κατάκαρδα, αυτό με την πρώην σας δεσποινίς αρραβωνιαστικιά, γυναίκες υπάρχουν να φάνε κι οι σκύλοι! Κάθε σακάτης, ακόμα και συφιλιδικός, βρίσκει μια γυναίκα. Και στο βασικό σημείο όλες οι γυναίκες είναι ίδιες, πιστέψτε με, σας το λέω ειλικρινά! Οι γυναίκες δεν έχουν ψυχή, είναι μόνο εξωτερικό κρέας! Κάτι τέτοιες δεν πρέπει να τις μεταχειρίζεται με το γάντι, είναι λάθος. Αυτές πρέπει να τις γδέρνεις αμέσως ζωντανές, έτσι λέω εγώ!».

***

Στον απόηχο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, στη Βιέννη της οικονομικής κρίσης, της ανεργίας, της διαφθοράς και του ξεπεσμού των αξιών, παρελαύνει μια ολόκληρη σειρά μικροαστών που έχουν βολευτεί μέσα σε μια ηθελημένη άγνοια. Άνθρωποι που νομίζουν πως σκέφτονται επαναλαμβάνοντας κλισέ, που συμβιώνουν με μικρές και μεγάλες εμπάθειες, μικρά και μεγάλα ψεύδη, διαπληκτισμούς και συμφιλιώσεις. Ένα αληθινό σύστημα που όταν διασαλεύεται η ισορροπία του δεν διστάζει να καταστρέψει αυτόν που τόλμησε να αντιδράσει, υπό την ανοχή -γιατί όχι και την καθοδήγηση- της Εκκλησίας. Κι όλα αυτά στρώνοντας τον δρόμο, ακούσια ή εκούσια, στο επερχόμενο φάντασμα του θανάτου, τον ναζισμό.

 

 

Ο Έντεν φον Χόρβατ, σκοτεινός και απαισιόδοξος, διόλου τυχαία είναι από τους αγαπημένους συγγραφείς τα τελευταία χρόνια για καλλιτέχνες και κοινό, οι δε «Ιστορίες» του συνταρακτικά επίκαιρες.

Οι «Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης» μας μιλούν για την άνοδο του φασισμού στην Αυστρία και τη Γερμανία κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’30, μέσα από μικρές οικογενειακές ιστορίες που διαδραματίζονται στο δάσος της Βιέννης. Επειδή και σήμερα εμφανίζονται παρόμοια φαινόμενα στην Ευρώπη αλλά και στη χώρα μας, η άνοδος του φασισμού είναι ένα ζήτημα που πρέπει να απασχολεί όλο το δυτικό κόσμο.

Κλασικό αριστούργημα

Η πολυαναμενόμενη μεγάλη παραγωγή του Θέατρου Τέχνης έκανε ήδη πρεμιέρα στο Υπόγειο και μας αποζημίωσε για την υπομονή μας. Το αριστούργημα του Χόρβατ παρουσιάζεται από δεκαεξαμελή θίασο και συνοδεύεται από ζωντανή μουσική και τραγούδια.
Το έργο, που συγκαταλέγονται στα κλασικά αριστουργήματα του 20ου αιώνα, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Βερολίνο στις 2 Νοεμβρίου 1931 με τεράστια επιτυχία και χάρισε στον συγγραφέα Έντεν φον Χόρβατ το βραβείο Κλάιστ.
Οι «Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης» πρωτοπαίχθηκαν στη χώρα μας στα τέλη του ‘70 από το «Ανοιχτό Θέατρο» του Γιώργου Μιχαηλίδη ο οποίος και το σκηνοθέτησε, με τον Λευτέρη Βογιατζή στον κεντρικό ρόλο. Αργότερα το παρουσίασε και το «Θεατρικό Εργαστήρι» στη Θεσσαλονίκη σε σκηνοθεσία Γιώργου Ρεμούνδου. Σε συμπαραγωγή του Εθνικού Θεάτρου με το Φεστιβάλ Αθηνών και σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά παρουσιάστηκε τον Ιούνιο του 2008.

Η φόρμα του λαϊκού δράματος

Ο αυστροουγγρικής καταγωγής συγγραφέας δυστυχώς δεν έζησε αρκετά. Το νήμα της ζωής του κόπηκε απότομα σε ηλικία 37 χρόνων όταν ένα δέντρο έπεσε και τον πλάκωσε καθώς περπατούσε στο Παρίσι. Το έργο του ωστόσο αποτελεί σημαντική παρακαταθήκη για το θέατρο, αφού παρουσιάζει με ενάργεια ένα χρονικό της βιεννέζικης κοινωνίας, λίγο πριν από την άνοδο του ναζισμού στην Ευρώπη.

Οι ήρωές του κινούνται στις παρυφές του συνηθισμένου αλλά και του αλλόκοτου, φλερτάρουν με το κωμικό και το τραγικό ταυτόχρονα, αφήνονται να ευθυμήσουν στην άγνοιά τους για όσα πρόκειται να συμβούν στον παγκόσμιο χάρτη. Μεθούν, γλεντοκοπούν, ερωτεύονται, ριψοκινδυνεύουν.
Το πολιτικό σκηνικό μέλλεται να αλλάξει δραματικά, οι άνθρωποι όμως είναι ευτυχισμένοι στην ηθελημένη άγνοιά τους -μουσική, κρασί, παιχνίδια, χοροί, υπαίθρια κέντρα διασκεδάσεως, εκδρομές. Πρόσωπα χαμένα μέσα σε έναν κόσμο ηχηρής βλακείας και βουβών μυστικών. Ο Χόρβατ ηθογράφησε με τόλμη την καθημερινή ζωή με τα ποικίλα προβλήματά της, τις συμπεριφορές, τις συνήθειες, τις σχέσεις, τη θρησκοληψία, τον πουριτανισμό αλλά και τους ελευθεριάζοντες έρωτες, το βιοπορισμό με τις μικροεπιχειρήσεις, την ανεργία, τον παρασιτισμό, την εθνικιστική υπεροψία για τα περασμένα μεγαλεία και την κουλτούρα της «περιούσιας» Αυστρίας, την πολιτική «ύπνωση» των θλιβερών ουσιαστικά μικροαστών και των ασυνειδητοποίητων κοινωνικά λαϊκών στρωμάτων της Βιέννης. «Ύπνωση» που έδωσε χώρο και χρόνο να κυοφορηθεί μέσα στα σπλάχνα της αυστριακής κοινωνίας το «αβγό του φιδιού». Ο Χίτλερ συμπατριώτης τους, κι εκείνοι ανέμελοι, αδιάφοροι, ασυνειδητοποίητοι, δεν αντιλαμβάνονται τον επερχόμενο, και για τους ίδιους, όλεθρο.

Η Βιέννη

Στις αρχές του 20ού αιώνα η Βιέννη θεωρείτο η αυτοκρατορική πόλη, η πόλη της ανεμελιάς, των βαλς. Ξαφνικά ο Χόρβατ γράφει ένα έργο για να μας δηλώσει ότι αυτό δεν υπάρχει. Παρουσιάζει τη Βιέννη μέσα από μια διαδρομή γεμάτη από μικροαστούς στα όρια της φτώχειας. Φανερώνει μέσα από τα πρόσωπα των έργων του, την επίδραση των κοινωνικών συνθηκών στα άτομα και τις σχέσεις τους, και πώς αυτές παράγουν ένα ευρύ φάσμα στάσεων, από την ενεργό ένταξη ή την υποταγή στον φασισμό ως την αντίσταση σε αυτόν, έχοντας πάντα ως όπλο μία λεπτή ειρωνεία προς κάθε πλευρά και το χαρακτηριστικό χιούμορ του, αφού στην πραγματικότητα τα έργα του μπορούν να διαβαστούν ως πικρές κωμωδίες.

Η υπόθεση

Στη ρομαντική ατμόσφαιρα του βιεννέζικου δάσους και με φόντο τον Μεσοπόλεμο της οικονομικής κρίσης και της φασιστικής απειλής, το ένστικτο της ζωής μοιάζει να κατακλύζει τους ήρωες του έργου. Η νεαρή Μαριάνε αρραβωνιάζεται, υπό την πίεση του πατέρα της, τον Όσκαρ, έναν απλοϊκό χασάπη. Ο τυχοδιώκτης Άλφρεντ έχει σχέση με την πλούσια χήρα Βάλερι, την οποία εκμεταλλεύεται οικονομικά. Την ημέρα του αρραβώνα της η Μαριάνε θα ερωτευτεί κεραυνοβόλα τον Άλφρεντ και θα εγκαταλείψει τα πάντα για να τον ακολουθήσει, πιστεύοντας πως μαζί του θα ζήσει τη μεγάλη ευτυχία που ονειρευόταν. Ρισκάρει τη ζωή της ακολουθώντας ένα γοητευτικό δον ζουάν που ζει από τον ιππόδρομο.
Αλλά η ίδια η ζωή, ο χαρακτήρας του και η κοινωνία θα τη διαψεύσουν. Πολύ σύντομα μέσα από ένα δύσβατο οδοιπορικό και πολλές άτυχες, δραματικές περιπέτειες θα οδηγηθεί εξαντλημένη, και πάλι στην αγκαλιά του πρώην αρραβωνιαστικού της. Ό,τι πεισματικά και ηρωικά προσπάθησε να αποφύγει, της απονέμεται στο τέλος ως νομοτελειακή δικαιοσύνη, ενώ γύρω της -και μέσα της- η ανοησία συνεχίζει να βασιλεύει θριαμβευτικά.

Ο ανερχόμενος φασισμός

Μετέωροι ανάμεσα στη σκληρή καθημερινότητα και την ανάγκη της επιβίωσης από τη μια και τα κρυφά όνειρα και την επιθυμία για τον αληθινό έρωτα από την άλλη, οι ήρωες του έργου, τολμούν, ελπίζουν, απογοητεύονται, υποτάσσονται σε μια ανασφαλή μοίρα. Με βαθιά αγάπη για τους λαϊκούς του ήρωες και συνδυάζοντας αριστοτεχνικά το χιούμορ με τη σκληρότητα, ο Χόρβατ απεικονίζει την παρακμή της κοινωνίας στα χρόνια του ανερχόμενου φασισμού. Μάλιστα ήταν ένας από τους λίγους λογοτέχνες του Μεσοπολέμου που αντιλήφθηκαν εξαρχής διεισδυτικά την απειλή του φασισμού και έδωσαν μια βαθιά ρεαλιστική καλλιτεχνική αναπαράσταση του χαρακτήρα και των αιτίων της.

“Φωνές”

“Τίποτε δε μας δίνει τόσο την αίσθηση του άπειρου όσο η βλακεία”: αυτή τη φράση χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να προλογίσει το έργο του.
Και αν ένα πράγμα χαρακτηρίζει όλους τους ήρωες του έργου, όντως αυτό είναι η βλακεία… Η βλακεία που συνοδεύει την αμορφωσιά, τη θρησκοληψία, το συντηρητισμό, την ημιμάθεια, την αδιαφορία, τον ατομικισμό, την αποσύνθεση, το φόβο, τη στέρηση (σε όλες τις μορφές της), την κακοήθεια, την υποκρισία και φυσικά το φασισμό στον οποίο αναπόφευκτα οδηγείται μια κοινωνία με όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά.

Στο ποίημά του “Φωνές – 1913” ένας άλλος μεγάλος της γραφής, ο Χέρμαν Μπροχ, γράφει:
«Η βλακεία αναπαράγεται ακατάπαυστα στον κόσμο των ανθρώπων.
Αλίμονο, ω αλίμονο!
Η βλακεία είναι έλλειψη φαντασίας.
Φλυαρεί για πράγματα ασήμαντα. Φλυαρεί για το άγιο,
φλυαρεί για την πατρίδα, για την τιμή της χώρας,
φλυαρεί αόριστα για κάποια γυναικόπαιδα που πρέπει να υπερασπιστεί. Όμως, όταν το πράγμα
γίνεται πιο συγκεκριμένο, εκεί μένει άλαλη (…)»

Δίχως ελπίδα

Ο Χόρβατ στις “Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης” το 1931, έξι μόλις χρόνια πριν από τον πρόωρο θάνατό του, προβλέπει την άνοδο του Χίτλερ και την έλευση ενός ακόμα παγκοσμίου πολέμου. Με σαρκασμό, σκληρότητα αλλά και συμπόνια σκύβει πάνω από τους μικροαστούς ήρωές του. Αυτούς τους ήρωες που πιστεύουν στο Θεό από συνήθεια και υποστηρίζουν το ναζισμό από απάθεια και αμάθεια. Αυτούς τους ήρωες που δεν είναι ούτε «καλοί», ούτε «κακοί»… απλώς «μικροί» και «φτηνοί». Άρα δίχως ελπίδα, λέει ο Χόρβατ.

Οι “Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης” είναι στην πραγματικότητα ο τίτλος του ομώνυμου βαλς του Γιόχαν Στράους που επανέρχεται ως επωδός στο έργο, συνοδευόμενο από μερικά ακόμα πασίγνωστα βαλς του συνθέτη, όπως ο “Γαλάζιος Δούναβης”. Τι σχέση μπορεί να έχει αυτή η υπέροχη, λαμπερή μουσική με τους ήρωες του έργου; Ουδεμία! Κι όμως τη νοσταλγούν, όπως νοσταλγούν μιαν «άλλη ζωή», ένα λαμπερό, ένδοξο παρελθόν της πόλης τους. Ένα παρελθόν που δε γνώρισαν, ούτε τους συμπεριέλαβε ποτέ…

Στις «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης» ο Χόρβατ παίζει με το κοινότοπο και εκθέτει με υποδόρια μελαγχολία την κτηνωδία και την αποξένωση σε έναν κόσμο κατάρρευσης.
Υπάρχουν μόνο δύο πράγματα εναντίον των οποίων βάλλει ο συγγραφέας, αυτά είναι η βλακεία και το ψέμα. Και δύο τα οποία υπερασπίζεται με πάθος, αυτά είναι η λογική και η ειλικρίνεια.

Έξω στο Βαχάου

“Έξω από ένα σπιτάκι στα πόδια ενός ερειπωμένου κάστρου.
Ο Άλφρεντ κάθεται στο ύπαιθρο και καταβροχθίζει με μεγάλη όρεξη ψωμί, βούτυρο, και ανθότυρο –

η μητέρα τού φέρνει εκείνη τη στιγμή ένα κοφτερό μαχαίρι.

Στον αέρα πλανιέται κάτι σαν μουσική –

σαν να σβήνει κάπου ολοένα και πάλι το βαλς «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης» του Γιόχαν Στράους.
Κι εκεί κοντά κυλάει ο ωραίος γαλάζιος Δούναβης”

Κάπως έτσι ο «ποιητής» Χόρβατ αρχίζει το χρονικό της βιεννέζικης κοινωνίας στους ταραγμένους καιρούς της ναζιστικής ανόδου, ανανεώνοντας τη φόρμα του «λαϊκού δράματος» (Volksstück).

Η παράσταση

Η παράσταση του Θεάτρου Τέχνης σε σκηνοθεσία της Μαριάννας Κάλμπαρη με τη συνεργασία του θιάσου ήταν μια ολοκληρωμένη δουλειά, μια ισχυρή θεατρική πρόταση με κοινό σύμπαν και συγκεκριμένο κώδικα. Από τις παραστάσεις που ακροβατούν στο χιούμορ και στο σκοτεινό. Μια μεθοδική «παράσταση θιάσου» που ωστόσο φωτίζει και τους ήρωες. Με συνεχείς εναλλαγές και ρυθμό πάνω σε μια καλογραμμένη ιστορία με εξαιρετικούς χαρακτήρες. Το φαινομενικά ασήμαντο παραχωρεί τη θέση του στο σημαντικό. Οι μάσκες πέφτουν για να εμφανιστεί η ψυχική αποσύνθεση, η ψυχρότητα, η θηριωδία, η φρίκη. Τα όνειρα βουλιάζουν, η διασκέδαση εξατμίζεται και οι σκηνικές εκπλήξεις ξεσκεπάζονται για να φανούν οι τερατουργίες των καιρών.

Οι σκηνοθετικές και ερμηνευτικές επιλογές ήταν απόλυτα ταιριαστές και οι ηθοποιοί υπήρξαν ακούραστοι και δημιουργικοί σε μια απαιτητική παράσταση.
Αφενός η Μαριάννα Κάλμπαρη με ένα μοναδικό συναίσθημα ευθύνης απέναντι στο θέατρο, απέδειξε ότι έχει επίγνωση των θεματικών πυρήνων, των αινιγμάτων, των δυσκολιών, των λαβυρίνθων και των παγίδων του Χόρβατ. Οι ηθοποιοί, αφετέρου, συνέλαβαν τις πλευρές των ρόλων τους, τις φαντασιώσεις, τις εκρήξεις, τη μελοδραματικότητα.
Το απάνθρωπο μπορεί να φανεί πιο δραστικά στην κωμωδία, καθώς στο τραγικό υπάρχει η ανάγκη της ανθρώπινης ταύτισης με τη θηριωδία. Η κωμωδία όμως μπορεί να δείξει τη θηριωδία στην πιο φριχτή της γύμνια.

Οι συντελεστές

Ο Νίκος Αλεξίου μπήκε με ευστοχία στο κοστούμι του Εραστή που υποδύθηκε.
Ο Θόδωρος Γράμψας έπαιξε με αδρές χαράξεις, οικεία και απλά, ουδόλως όμως απλοϊκά.
Αληθινός και δυναμικός ο Δημήτρης Δεγαΐτης, ένας ηθοποιός που ανταποκρίνεται πάντα και στις πιο μεγάλες απαιτήσεις του κοινού.
Η Κατερίνα Λυπηρίδου, ηθοποιός με έμπνευση και αέρα δημιουργίας, ήταν εκπληκτική στο ρόλο της Μάνας.
Ο Βασίλης Μαγουλιώτης, ένας υποσχόμενος νέος ηθοποιός με δυνατότητες και εκφραστικότητα στο βλέμμα και τις κινήσεις, διέπρεψε στο ρόλο του φασίστα Νεαρού.
Η Ιωάννα Μαυρέα έπαιξε, όπως πάντα, με ενότητα και ύφος, αίσθηση του χιούμορ, του νοήματος και του υπαινιγμού,  σαφήνεια και στόχο. Μια ηθοποιός πραγματικά σπουδαία.
Η Σμαράγδα Σμυρναίου στο ρόλο της μοχθηρής και χαιρέκακης Γιαγιάς ήταν σημαντική για την παράσταση με την ευθύβολη ερμηνεία της.
Η Κωνσταντίνα Τάκαλου με αφοπλιστική ειλικρίνεια και αγνότητα στο ρόλο της Μαριάνε, επέδειξε εντυπωσιακή καλλιέργεια των εκφραστικών της μέσων και απόλυτη κατανόηση της βαρύτητας του ρόλου της. Με ζωντάνια και πάθος, ρομαντική, κωμική αλλά τραγική στο βάθος της.
Ο διαρκώς εξελισσόμενος Νικόλας Χανακούλας με την έντονη σκηνική προσωπικότητα απέδωσε ιδανικά τη φιγούρα του Αρραβωνιαστικού.
Ο Νίκος Χατζόπουλος, με τη στέρεη παιδεία του, με την επιβλητική του παρουσία, με τη δυναμικότητά του, μεγαλούργησε στο ρόλο του Πατέρα. Ένας ηθοποιός που πραγματικά χαιρόμαστε να βλέπουμε επί σκηνής.
Η Μαριλένα Μόσχου, με τη μικρή σκηνή της στην έναρξη, μας έδωσε ελπίδες για το ταλέντο της. Πιστεύω πως θα την ξαναδούμε σύντομα.

Πολύ καλά στάθηκαν και οι μαθητές της Δραματικής Σχολής του Θεάτρου Τέχνης Κωνσταντίνος Καραντζής, Αλέξανδρος Σκουρλέτης, Άννα-Μαρία Παπαϊωάννου, Ματίλντα Τουμπουρού.
Η μετάφραση ήταν βγαλμένη από την εμπειρία του θεατρικού λόγου ένός εκλεκτού θεατράνθρωπου, του Γιώργου Δεπάστα. Ακριβής, αφόρτιστη συναισθηματικά, ορθά αποστασιοποιημένη.
Η μουσική επιμέλεια από τη Μαρίνα Χρονοπούλου (έπαιζε και πιάνο επί σκηνής) και τη Μαριάννα Κάλμπαρη ήταν στο κλίμα της παράστασης. Το ίδιο και τα θαυμάσια κοστούμια της Ιφιγένειας Νταουντάκη.
Άρτια στη λειτουργικότητά τους τα σκηνικά της Χριστίνας Κάλμπαρη.
Αποθεωτικοί οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου, που υπογράμμιζαν τις καταστάσεις του συγγραφέα και τις προθέσεις της σκηνοθεσίας.
Ένα λαϊκό παραμύθι ριζωμένο στην πραγματικότητα. Μια ιστορία άμεση, θεματική, επίκαιρη. Ένα ξεμασκάρεμα της συνείδησης. Μια ελεγειακή κωμωδία για τη «γοητευτική ποταπότητα» του μικροαστισμού και ένα ρέκβιεμ για τη χαμένη ζωή.

 

 

Ταυτότητα παράστασης

Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν
Υπόγειο
Πεσμαζόγλου 5 | Τηλ. 2103228706

“Ιστορίες Από Το Δάσος Της Βιέννης”
Έντεν Φον Χόρβατ

Πρεμιέρα: Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2019

***

Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας
Σκηνοθεσία: Μαριάννα Κάλμπαρη με τη συνεργασία του θιάσου
Βοηθός σκηνοθέτη: Μαριλένα Μόσχου
Δραματολόγος παράστασης: Έλενα Τριανταφυλλοπούλου
Σκηνικά: Χριστίνα Κάλμπαρη
Κοστούμια: Ιφιγένεια Νταουντάκη
Μουσική Επιμέλεια: Μαρίνα Χρονοπούλου – Μαριάννα Κάλμπαρη
Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου
Βοηθός σκηνογράφου: Σοφία Αρβανίτη-Φλώρου
Φωτογραφίες: Μυρτώ Αποστολίδου

Πρωταγωνιστούν (αλφαβητικά):
Νίκος Αλεξίου, Θόδωρος Γράμψας, Δημήτρης Δεγαΐτης, Κατερίνα Λυπηρίδου, Βασίλης Μαγουλιώτης, Ιωάννα Μαυρέα, Σμαράγδα Σμυρναίου, Κωνσταντίνα Τάκαλου, Νικόλας Χανακούλας, Νίκος Χατζόπουλος.
Στο πιάνο η Μαρίνα Χρονοπούλου
Συμμετέχουν: Μαριλένα Μόσχου και οι μαθητές της Δραματικής Σχολής του Θεάτρου Τέχνης Κωνσταντίνος Καραντζής, Αλέξανδρος Σκουρλέτης, Άννα-Μαρία Παπαϊωάννου, Ματίλντα Τουμπουρού.

Η παράσταση επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού

Παραστάσεις: Τετάρτη και Κυριακή στις 8 μ.μ. (εκτός Τετάρτης 3 Απριλίου)
Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο στις 9.15 μ.μ.
Απογευματινή: Σάββατο 6.15 μ.μ.
Τιμές εισιτηρίων:
Τετάρτη και Κυριακή: 16 κανονικό, 12 μειωμένο, 8 ανέργων
Σάββατο: 18 κανονικό, 12 μειωμένο- ανέργων
Πέμπτη και Παρασκευή γενική είσοδος 12 ευρώ (και ανέργων)

***

Ο Έντεν φον Χόρβατ γράφει:

Δε γράφω ενάντια σε τίποτα, απλώς το δείχνω-ωστόσο δε γράφω και ποτέ υπέρ κάποιου, και έτσι υπάρχει η πιθανότητα αυτό που γράφω να λειτουργήσει “ενάντια”.
[…] Ζούμε σε μια εποχή, κατά την οποία ένα μεγάλο μέρος του κόσμου κυβερνιέται από εγκληματίες και τρελούς. Σκοπός κάθε κράτους είναι η αποβλάκωση του λαού.
[…] Θα υποστηρίξετε ότι δεν έχουμε λογοκρισία, υπάρχει όμως μία ατομική, και αυτή θα υπάρχει πάντα. Η λογοκρισία είναι προϊόν του φόβου. Ο φόβος έχει πολλά παιδιά: το ψέμα, τον ενδοιασμό, την κακία, και εν μέρει ακόμα και την άγνοια.
[…] Η εξάλειψη των εθνικιστικών εγκλημάτων μόνο με καθολική αναδιάρθρωση της κοινωνίας μπορεί να γίνει εφικτή. Αυτό που έχει σημασία είναι η καταπολέμηση του εθνικισμού για το καλό της ανθρωπότητας.

***

Τελείως συνειδητά κατάστρεψα το παλιό “λαϊκό έργο” και στη μορφή του και στο ήθος και προσπάθησα σαν δραματικός χρονογράφος να βρω την καινούργια φόρμα του “λαϊκού έργου”. Αυτή η νέα φόρμα είναι περισσότερο μια διηγηματική παρά μια δραματική. Συνεχίζει περισσότερο την παράδοση των συγγραφέων “λαϊκών έργων”.
Το δραματικό κυρίως θέμα όλων των έργων μου είναι ο συνεχής πόλεμος ανάμεσα στο συνειδητό και στο υποσυνείδητο. Η παρωδία δεν μπορεί να είναι ο σκοπός μου. Τη μισώ την παρωδία. Διότι η παρωδία δεν έχει, κατά τη γνώμη μου, να κάνει τίποτα με τη δραματική τέχνη.
[…] Με το ξεμασκάρεμα της συνείδησης κατορθώνω φυσικά ένα χτύπημα ενάντια σε αυτά τα καταστρεπτικά ένστικτα και γι’ αυτόν τον λόγο συμβαίνει να βρίσκουν πολλοί άνθρωποι τα έργα μου σαν απαίσια και αντιπαθητικά γιατί ακριβώς δεν μπορούν να ταυτιστούν με τις φρικιαστικές πράξεις που συμβαίνουν. Οι αποτρόπαιες πράξεις τους απωθούν. Τις αναγνωρίζουν και δεν μπορούν να τις ζήσουν. Για μένα υπάρχει μόνο ένας νόμος. Ο νόμος της αλήθειας.

Ο συγγραφέας Φραντς Ξάβερ Κρετς γράφει για τον Χόρβατ:
Η ουσιαστική δραματουργική ανακάλυψη του Χόρβατ βρίσκεται στο γεγονός ότι αυτός έδωσε στο θέατρο τέτοια έργα, που αρνούνται να δώσουν —για χάρη δήθεν της τέχνης και και εις βάρος της πραγματικότητας— ιδεολογικά περιεχόμενα από τα οποία μπορεί κανείς να κάνει σκέψεις μόνο σε ό,τι αφορά την ιδιοφυΐα του γράφοντος, αλλά καθόλου για τη ρεαλιστική κατάσταση του “μικρού ανθρώπου” την οποία ακριβώς εξετάζει το λαϊκό θέατρο από τον Χόρβατ κι έπειτα.
Αυτός ακριβώς ο βαθμός προσέγγισης της πραγματικότητας που κατόρθωσε ο Χόρβατ, με το να αρνείται συνειδητά να παρουσιάσει μια φαινομενική συνολικότητα ενώ επιδιώκει αντί αυτού να οδηγήσει στην αναγνώριση νομοτελειακών δομών με μια μέθοδο λιτότητας, αποτελεί ορόσημο για μια αναγέννηση του λαϊκού θεάτρου. Αυτό σημαίνει πως ο Χόρβατ ανακάλυψε την αγλωσσία σαν παράγωγο της έλλειψης συνειρμών της γλώσσας όταν αυτή δεν είναι πια σε θέση να θυμίσει σε αυτόν που τη μιλά το ουσιαστικό νόημα των λέξεων που η γλώσσα —σαν κώδικας επικοινωνίας— θα έπρεπε να εννοεί. Η αγλωσσία έχει σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός προλεταριάτου των άγλωσσων, δηλαδή εκείνη την ακραία μορφή του μορφωμένου καπιταλισμού, που δεν εκμεταλλεύεται μόνο τα θύματά του, αλλά τους επιβάλει και την ανάλογη “σιωπή”.
[…] Ο Χόρβατ τοποθέτησε αυτή τη διαδικασία της αγλωσσίας σαν κέντρο βάρους της εργασίας του. Ανεξάρτητα αν αυτό είναι πολύ δύσκολο να κατανοηθεί, ακριβώς γιατί αυτή η αγλωσσία δεν παρουσιάζεται —όπως στα δικά μου έργα— με πραγματική σιωπή, αλλά αποκαλύπτεται μέσα από γλωσσικά υποκατάστατα όπως κοινοτοπίες, παπαγαλισμούς, κλισέ, παροιμίες, λαϊκές σοφίες, φόρμες ευγένειας και δυσανασχέτησης κ.λπ. δηλαδή με μια γλώσσα που βρίσκεται στα φτηνά ρομάντζα, σε εκλαϊκευμένες φυλλάδες, σε στιχάκια ημερολογίου. Μια γλώσσα κλισέ, πνευματική φτώχειας και ημιμάθειας. Πρέπει όμως να κατανοηθεί καθαρά πως αυτή η γλώσσα —δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο εκφράζονται οι φιγούρες του Χόρβατ— δεν έχει να κάνει τίποτα με αυτό που πραγματικά τους συμβαίνει, αλλά με αυτό που συνέβη στη διαπαιδαγώγησή τους, στους γονείς τους και στους παππούδες τους.
[…] Ο Χόρβατ έχει ένα μοναδικό συναίσθημα ευθύνης απέναντι στο θέατρο. Το θέατρο είναι πολιτικό και πρέπει να είναι γιατί παίζεται μπρος στον κόσμο και δείχνει τον κόσμο. Κι αυτή είναι μια διαδικασία ούτως ή άλλως πολιτική σε μόνιμη βάση. Εδώ έκανε ο Χόρβατ υποδειγματική δουλειά: δεν προδίδει τους ήρωές του, ούτε τους ηρωοποιεί. Τους αντιμετωπίζει πρακτικά. Αυτή η άντληση της δουλειάς του από την πραγματικότητα δημιούργησε τον νέο τύπο του λαϊκού έργου και κατά συνέπεια τον νέο ρεαλισμό, πράγμα για το οποίο δεν έχει προσφέρει μόνο αυτός υπηρεσίες. Αυτό όμως που κάνει τον Χόρβατ να ξεχωρίσει είναι η τιμιότητα και η κατανόηση απέναντι στους ήρωές του. Αυτό μας δίνει μια γραμμή. Ο Χόρβατ πρέπει να καταλάβει πώς μόνο αν πιστεύεις στην πραγματικότητα της ζωής μπορείς να κάνεις πιστευτή στους θεατές την πραγματικότητα της σκηνής. Με αυτόν τον τρόπο έγινε ένα μεγάλο βήμα από το ιδεαλιστικό θέατρο του ψυχολογισμού προς το θέατρο κοινωνικής κριτικής.

 

 

Ο Έντεν φον Χόρβατ (Ödön von Horváth) γεννήθηκε στις 9 Απριλίου 1901 στο Φιούμε της Ουγγαρίας. Τα παιδικά χρόνια και την εφηβεία του τα πέρασε με πολλές μετακινήσεις -Βελιγράδι, Βουδαπέστη, Μόναχο, Πρέσμπουργκ- λόγω του διπλωμάτη πατέρα του. Πήγε γυμνάσιο στη Βουδαπέστη, το τελείωσε στη Βιέννη και φοίτησε για ένα διάστημα στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Το 1924 εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο όπου έγραψε τα περισσότερα έργα του: “Μπελβεντέρε”, “Ορεινός σιδηρόδρομος”, “Ιταλική νύχτα”, “Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης”, “Καζιμίρ” και “Καρολίνε”, “Πίστη αγάπη ελπίδα”, “Η άγνωστη του Σηκουάνα”. Το 1931 ήρθε σε ρήξη με τους εθνοσοσιαλιστές και το 1935 εγκατέλειψε οριστικά το Βερολίνο. Το 1936 τον χαρακτήρισαν ανεπιθύμητο στη Γερμανία και εγκαταστάθηκε στη Βιέννη. Το 1938, με την προσάρτηση της Αυστρίας στο Τρίτο Ράιχ, εγκατέλειψε τη Βιέννη και έκανε ταξίδια στην Ιταλία, στο Βέλγιο και στην Ουγγαρία. Στις 28 Μαΐου πήγε στο Παρίσι για να συνεννοηθεί σχετικά με την κινηματογραφική διασκευή του μυθιστορήματος “Νιάτα χωρίς Θεό”. Το βράδυ της 1ης Ιουνίου, στη διάρκεια μιας καταιγίδας, σκοτώθηκε από το κλαδί ενός δέντρου που κόπηκε ξαφνικά. Κηδεύτηκε στις 7 Ιουνίου 1938 στο νεκροταφείο του Σαιντ Ουέν.

Εκτύπωση
eirini aivaliwtou“Ιστορίες Από Το Δάσος Της Βιέννης” – Το “λαϊκό δράμα” που μας λέει πώς η βλακεία έφερε τον ναζισμό

Related Posts