“Πέρσες”, θέαμα και ακρόαμα από τον Άρη Μπινιάρη

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Άρης Μπινιάρης σκηνοθετεί τραγωδία. Γνωρίζαμε τις δυνατότητές του στο είδος από την εποχή (2007-2008) που είχε σκηνοθετήσει μία εξαιρετική «Αντιγόνη» στα αρχαία ελληνικά. Όλοι τότε είχαν αναγνωρίσει και εγκωμιάσει την ακαταμάχητη σκηνοθετική και ερμηνευτική ευφυΐα της παράστασης αυτής και των συντελεστών της. Οι θεατές, μάλιστα, στο τέλος, όπως θυμάμαι, παραληρούσαν μπροστά στους δύο performers (ο Άρης Μπινιάρης και η μουσικός Σμαρώ Χ. Γρηγοριάδου) που κράτησαν την αίθουσα με κομμένη την ανάσα για μία ολόκληρη ώρα.

Μετά την «Αντιγόνη» ακολούθησαν οι «Βάκχες» (2010) σε μια επίσης μικρής φόρμας παραγωγή, βασισμένη στην αρχαία μετρική και τη μουσικότητα του ποιητικού λόγου.

Ο Άρης Μπινιάρης επιβεβαιώθηκε ως ένας νέος ανερχόμενος σκηνοθέτης και πολύπλευρο ταλέντο στη θεατρική Αθήνα απ’ όταν παρουσίασε το «Θείο Τραγί» τον χειμώνα του 2011 στο Bios. Ακολούθησε «Το ‘21», ένα ροκ ορατόριο με θέμα την Ελληνική Επανάσταση του 1821, το οποίο παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών το 2015. Σε αμφότερες τις εν λόγω παραγωγές, ο ταλαντούχος σκηνοθέτης παρουσίασε μια θεατρική παράσταση με έναν ηθοποιό (τον ίδιο) και δύο μουσικούς επί σκηνής.

Για τους «Πέρσες», που παρουσίασε φέτος στο αρχαίο θέατρο Επιδαύρου, με άξονα τη μουσικότητα του αισχύλειου κειμένου, άντλησε πληροφορίες από την αρχαία ρυθμολογία του πρωτότυπου κειμένου έχοντας κάνει προηγουμένως σοβαρή μετρική ανάλυση. Εξέτασε εν ολίγοις τα μέτρα και το ρυθμό που χρησιμοποιεί ο Αισχύλος για να αποδώσει το νόημα. Συνδύασε παραδοσιακές μουσικές της Ανατολής και του ευρύτερου χώρου της αρχαίας Περσίας με τη σύγχρονη ραπ για να δημιουργήσει μια παράσταση πρωτότυπη μεν αλλά εύληπτη, κατανοητή, απολαυστική, χορταστική, θέαμα και ακρόαμα ταυτόχρονα, κατά τη διάρκεια της οποίας το κοινό είχε την ευκαιρία να ακούσει την ιστορία και να την κατανοήσει  -χωρίς να επιδιώξει ως σκηνοθέτης να παρουσιάσει κάτι δυσνόητο ή πειραματικό.

Η πρώτη παράσταση στον ελλαδικό χώρο των «Περσών» του Αισχύλου, σε σκηνοθεσία Άρη Μπινιάρη, δόθηκε με μεγάλη επιτυχία την Παρασκευή 11 Αυγούστου 2017 στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Αθρόα ήταν η προσέλευση και πολύ θερμή η ανταπόκριση του κοινού για την παραγωγή του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου, που επέστρεψε στην Επίδαυρο ύστερα από 4 χρόνια αισθητής απουσίας. Χαρακτηριστικά της επιτυχίας ήταν τα παρατεταμένα χειροκροτήματα τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά το τέλος της παράστασης, όταν το κοινό επανέφερε τέσσερις φορές τους ηθοποιούς στη σκηνή μέσα σε μεγάλο ενθουσιασμό.

Η πτώση και η ατίμωση

Η τραγωδία είναι το θέατρο των μεγάλων, αμφίσημων συγκρούσεων ανάμεσα σε πρόσωπα και σε έννοιες. Στις τραγικές συγκρούσεις κανένα από τα αντιτιθέμενα μέρη δεν μπορεί να διεκδικήσει το δικαίωμα στην απόλυτη ορθότητα. Καθένα από τα αντιτιθέμενα μέρη ενέχει κάτι το ακραίο, το αμφιλεγόμενο, το προβληματικό. Η σύγκρουσή τους είναι βίαιη, συγκλονιστική και δεν μπορεί να επιλυθεί παρά από τον απόλυτο, ύστατο διαιτητή, τον θάνατο. Στους «Πέρσες» ο Ξέρξης, όπως και ο Αίας στον «Αίαντα» του Σοφοκλή, οδηγείται στην πτώση και στην ατίμωση. Ο συγγραφέας δημιουργεί ένα δράμα που διαπραγματεύεται το θέμα της ύβρεως και της νέμεσης. Συγγράφει στην ουσία ένα είδος πολιτικής πραγματείας σε ποιητική μορφή, παρουσιάζοντας πώς μια υπερδύναμη μπορεί να καταστραφεί αν υπερβεί κάποια ηθικά όρια.

Η τραγωδία αυτή διδάχτηκε από έναν ήδη ώριμο Αισχύλο, οκτώ μόλις χρόνια μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, που αποτελεί και το κεντρικό επεισόδιο της υπόθεσης. Σε μικρή απόσταση από τον τόπο της σύρραξης, υπό τη σκιά μιας Ακρόπολης με κατεστραμμένους ακόμα τους ναούς, μπροστά σε ένα κοινό που είχε αναγκαστεί να εγκαταλείψει την πόλη του κυνηγημένο από την περσική απειλή, ο ποιητής με χορηγό το νεαρό τότε Περικλή, παρουσιάζει ένα έργο όπου παρόντες είναι μόνο οι Πέρσες και η θεϊκή παρέμβαση, χωρίς τη φυσική παρουσία ούτε ενός Έλληνα επί σκηνής.

Το θέμα

Ο βασιλιάς των Περσών, Ξέρξης, έχει φύγει με όλο του το στράτευμα για να κατακτήσει την Ελλάδα. Έχει περάσει καιρός και επειδή δεν φτάνουν μηνύματα από την εκστρατεία, στην Περσία άρχισαν να ανησυχούν. Οι πρεσβύτεροι μαζεύονται έξω από τα ανάκτορα και υπολογίζοντας το μέγεθος του στρατού εκφράζουν και τους ενδόμυχους φόβους τους. Βγαίνει η βασίλισσα Άτοσσα, η μητέρα του Ξέρξη και τους ζητά συμβουλή για ένα τρομακτικό όνειρο που είδε το προηγούμενο βράδυ. Όμως την ίδια στιγμή εμφανίζεται ένας αγγελιοφόρος του περσικού στρατεύματος και επιβεβαιώνει με τον χειρότερο τρόπο τους φόβους όλων αρχίζοντας να διηγείται το μέγεθος της καταστροφής των Περσών στην ναυμαχία της Σαλαμίνας πρώτα και μετά στο δρόμο της επιστροφής για τη χώρα τους.

Αξίζει να προσέξουμε τον ευγενικό τρόπο με τον οποίο ο Αισχύλος χειρίζεται το θέμα της μεγάλης νίκης των Αθηναίων και αντίστοιχα της μεγάλης ήττας των Περσών, χωρίς περιττούς κομπασμούς υπεροχής, αλλά με το μεγαλείο και την επίγνωση του άξιου και δίκαιου νικητή.

Τα ιστορικά γεγονότα

Οι “Πέρσες”, το παλαιότερο από τα σωζόμενα έργα του αρχαίου ελληνικού δράματος, το μοναδικό που βασίζεται σε ιστορικά γεγονότα, καταγράφει την ήττα της περσικής αλαζονείας και το θρίαμβο του ελληνικού πνεύματος, υιοθετώντας μια ξεχωριστή αφηγηματική φόρμα. Αν και το έργο δεν δεσμεύεται να καταγράψει την ιστορική αλήθεια με κάθε ακρίβεια και λεπτομέρεια· πάντως δεν αλλοιώνει (ούτε και θα ήταν δυνατό να το πράξει) το γενικό περίγραμμα των γεγονότων και το πνεύμα της εποχής.

Αρκετές από τις πληροφορίες που αναφέρει ο Αισχύλος εντοπίζονται, παραδείγματος χάριν, στον Ηρόδοτο και σε άλλες «ιστορικές» πηγές.

–  Ειδικά η περιγραφή της ναυτικής σύγκρουσης δεν διαφέρει από αυτήν του Ηροδότου παρά σε λεπτομέρειες.

– Ο Αισχύλος γνωρίζει τη γεωγραφία της περσικής αυτοκρατορίας (ίσως από την Περιήγησιν του Εκαταίου), καθώς και πολλά στοιχεία της περσικής αυλικής εθιμοτυπίας (και του περσικού πολιτισμού εν γένει), προφανώς από διάφορες γραπτές και προφορικές πηγές.

– Ας μην παραλείπουμε βεβαίως και την οπτική και τη μουσική διάσταση της παράστασης, οι οποίες πρέπει να δημιουργούσαν μια αρκετά αυθεντική περσική ατμόσφαιρα.

– Ας μην παραβλέπουμε επίσης το γεγονός ότι, σύμφωνα με μια μάλλον αξιόπιστη παράδοση, ο ίδιος ο Αισχύλος πολέμησε και διακρίθηκε στις μάχες κατά των Περσών, όπως και οι αδελφοί του Κυνέγειρος και Αμεινίας.

Το φως και η σκιά

Ο Αισχύλος αποσαφηνίζει τις διαφορές μεταξύ της δουλοπρεπούς Ανατολής και της ελεύθερης Δύσης. Το φως και η σκιά σκιαγραφούν αντίθετα τον Δαρείο και τον Ξέρξη. Η ιστορική αλήθεια όσον αφορά τη δράση του Δαρείου διαστρεβλώνεται με σκοπό να εξιδανικευθεί ο πρεσβύτερος βασιλιάς και να δημιουργηθεί η αντίθεση. Στην πραγματικότητα και εκείνος, όπως και ο γιος του, οδήγησε τον περσικό στρατό στην καταστροφή. Ο Αισχύλος ανήγαγε τη συμφορά των Περσών πέρα από το εθνικό επίπεδο στο χώρο του πανανθρώπινου.

Γεμάτη εντυπωσιακές εικόνες η τραγωδία που παρακολουθήσαμε. Είδαμε τη μεγαλοπρέπεια μιας μεγάλης δύναμης, την ισχύ της και την αφθονία της. Τις φορτωμένες προαισθήματα εισαγωγικές στροφές του Χορού, κι από εκεί περάσαμε στη συγκλονιστική σκηνή της Άτοσσας με τη διήγηση του ονείρου. Από την αγγελική ρήση με την περιγραφή της ναυμαχίας, που είναι το ωραιότερο μνημείο για τη Σαλαμίνα, πήγαμε στην επιβλητική εμφάνιση του Δαρείου και στην καταστροφή, ενσαρκωμένη στο πρόσωπο του νικημένου Ξέρξη και στο τέλος του έργου με τον άγριο ασιατικό θρήνο.

Η μουσικότητα

Οι μουσικές του καταβολές του σκηνοθέτη, η βιωματική σχέση του με τη μουσική, η μουσική του παιδεία, ο μουσικός του «οπλισμός» όσον αφορά το επίπεδο και το συνδυασμό των γνώσεων, η σχέση του με τη μουσική τεχνολογία και η γενικότερη κατεύθυνσή του ως καλλιτέχνη, καθόρισαν μια παράσταση με μουσική γλώσσα και ταυτότητα εκφράζοντας όσο το δυνατόν πιο έντονα κάτι ζωντανό, εναργές, ευκρινές και παραστατικό.

Τα τραγικά κείμενα στην απαρχή και το ξεκίνημά τους ήταν πρωτίστως μουσικά. Αυτό συνέβαινε στην αρχαία τραγωδία. Τέτοια κείμενα ως επί το πλείστον ήταν γραμμένα εκ των προτέρων σε παρτιτούρες, δηλαδή ο Αισχύλος τα έγραφε σε ιδιότυπες παρτιτούρες της εποχής του. Όλα αυτά ήταν τραγουδίσματα στην ουσία, εξ ου και το όνομα «τραγωδία».

Ο Άρης Μπινιάρης άντλησε στοιχεία όπως η μουσικότητα, ο ρυθμός, οι εναλλαγές των ρυθμών και τα μετέφερε στο σήμερα σε μια συνδιαλλαγή με σύγχρονα μέσα είτε της σκηνογραφίας ή ηχητικά. Δημιούργησε μια παράσταση πλούσια σε κίνηση και σύγχρονες θεατρικές τεχνικές, που αποτελούσε πρωτίστως ένα μουσικό δρώμενο, στην οποία η τέχνη της αρχαίας μετρικής έγινε το όχημα του θεατή-ακροατή για την κατανόηση της τραγωδίας και την εσωτερική πρόσληψη των νοημάτων της. Υλικό για τη θεατρική δράση αντλήθηκε και από το δημοτικό τραγούδι, καθώς αυτό είναι που διέσωσε στο πέρασμα των αιώνων τα απομεινάρια της αρχαίας ελληνικής μετρικής.

Σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, «η παράσταση αποτελεί ένα ταυτόχρονα θεατρικό και μουσικό γεγονός και προτείνει μια ζωντανή σύνθεση ποιητικού λόγου, μουσικής και θεατρικής δράσης. Απελευθερώνει την ουσία του αισχυλικού έργου και οδηγεί τον θεατή στην κατανόηση του πανανθρώπινου χαρακτήρα του αρχαίου δράματος. Οι ηθοποιοί προσεγγίζουν τα νοήματα, τους ρυθμούς και τους ήχους του ποιητικού κειμένου, με τη μουσικότητα ως όχημα για την αναπαράσταση και τη μεταμόρφωση. Όλοι οι βασικοί χαρακτήρες, όπως και ο Χορός, ερμηνεύονται αποκαλύπτοντας τη μουσική υφή του έργου. Χρησιμοποιώντας μια τέτοια απλή σύνθεση η παράσταση εκδηλώνεται μέσα από βασικά επίπεδα- δράση, λέξη, τραγούδισμα, χορός- κατακτώντας μια απλότητα, επαρκή για να αποκαλύψει τις αδιάκοπες δονήσεις του αρχαίου ελληνικού δράματος και την απήχησή του στο σημερινό κόσμο».

Ο Χορός

Δεν μπορεί να κατανοήσει κανείς την ιδιοπροσωπία του αρχαίου ελληνικού θεάτρου, αν δεν μελετήσει βαθιά τη λειτουργία του Χορού. Τα χορικά άσματα, έστω και αν σπανίως προωθούν τη δράση, δεν είναι απλά μουσικά ιντερλούδια. Είναι κρίσιμες στιγμές στις οποίες η εξέλιξη της πλοκής κάνει μια σύντομη παύση και η τραγωδία παίρνει μια ανάσα, για να αποστάξει τους φιλοσοφικούς και ηθικούς της χυμούς.

Στον Αισχύλο – με εξαίρεση τις «Χοηφόρες» και τις «Ευμενίδες» – μας λέει η Jacqueline de Romilly, όλοι οι Χοροί αποτελούνται από τρομαγμένους ανθρώπους. «Από τα ίδια τα θύματα που δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να περιμένουν γεμάτα άγχος τις ειδήσεις που πρόκειται να φτάσουν. Η ταραχή της καταδίωξης, η φρίκη και η οδύνη παρουσιάζουν ένα υποκείμενο σε φρενήρη αγωνία».

Ο Χορός στους “Πέρσες” (Ηλίας Ανδρέου, Πέτρος Γιωρκάτζης, Γιώργος Ευαγόρου, Νεκτάριος Θεοδώρου, Μάριος Κωνσταντίνου, Παναγιώτης Λάρκου, Δαυίδ Μαλτέζε, Γιάννης Μίνως, Άρης Μπινιάρης, Ονησίφορος Ονησιφόρου, Μάνος Πετράκης, Στέφανος Πίττας, Κωνσταντίνος Σεβδαλής) έγινε αγωγός μιας συγκλονίζουσας συγκίνησης που αυτή περισσότερο από οτιδήποτε άλλο γεννήθηκε από μια συνεργασία σκηνοθέτη, μουσικής και πολυτάλαντων ηθοποιών. Τα μέλη του Χορού, μ’ έναν τρόπο άγριο, έντονο, παθιασμένο, πρωτόγονο, ανατριχιαστικό, επιθετικό, εκτοξεύουν ο καθένας το θρήνο του, σε μια συγκλονιστική πολυφωνία της συλλογικής συμφοράς. Αποκορύφωμα είναι η σκηνή του καλέσματος του φαντάσματος του Δαρείου.

Οι ερμηνείες

Στο ρόλο της Άτοσσας μας εντυπωσίασε στο έπακρο η ικανότητα της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη να κρατήσει το δερβίσικο στροβίλισμα για δεκαπέντε λεπτά και να μη χάνει ούτε τον ρυθμό, ούτε τα λόγια της. Θαυμάσαμε επίσης την υποκριτική της πληρότητα είτε στο τρανταχτό γέλιο της μάνας όταν μαθαίνει τη διάσωση του γιου της είτε στην περίφημη σκηνή του «χορού των μαλλιών», που παρέπεμπε στο «head banging» των  Led Zeppelin. Με το αρμόζον τραγικό υπόβαθρο η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη υπήρξε η ραχοκοκαλιά της παράστασης. Έδειξε την πολύχρονη και σε βάθος μελέτη της στο αρχαίο δράμα, την πολύπλευρη και επίμοχθη προετοιμασία της, την αξιοθαύμαστη επιμονή της για καλλιτεχνική δημιουργία, την υπευθυνότητά της.

Δραματική δύναμη είχε και ο Χάρης Χαραλάμπους ως Αγγελιαφόρος. Η ερμηνεία του αποτελεί μια νέα πρόταση για το ρόλο. Ένας αξιοσημείωτος ηθοποιός, πολύτιμος για την αρχαία τραγωδία.

Με κύρος παρουσίας, ευγενή απλότητα και ήρεμο μεγαλείο υποδύθηκε ο Νίκος Ψαρράς τον Δαρείο.

Με υποκριτική πειθώ, την πρέπουσα συντριβή και θεατρικό ρίγος απέδωσε τον Ξέρξη ο πολύ καλός ηθοποιός Αντώνης Μυριαγκός. Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι συμμετείχε και στον Χορό των συνταρακτικών «Περσών» του Θεόδωρου Τερζόπουλου το 2006.

Οι συντελεστές

Μια εικαστική σύνθεση καμωμένη με αδρές πινελιές ζωντάνιας, πάθους και ευαισθησίας υπήρξε η κινησιολογία της Λίας Χαράκη.

Αξιέπαινη η μετρική διδασκαλία του Θεόδωρου Στεφανόπουλου.

Συμβολικά και λειτουργικά τα σκηνικά του Κωνσταντίνου Λουκά με τον τάφο του Δαρείου να θυμίζει στο σχήμα κρυπτογραφικό ή μαθηματικό σύμβολο, ακόμα και γράμμα του περσικού αλφαβήτου.

Αξιόλογη η δουλειά της Ελένης Τζιρκαλλή στα κοστούμια, που κινήθηκαν ανάμεσα στο ανατολίτικο ύφος και το στρατιωτικό πνεύμα.

Σε έντονες αποχρώσεις και στοχευμένοι στα σημαντικά οι φωτισμοί του Γεώργιου Κουκουμά.

Ο παλμός

Το κοινό το άγγιξε και το γοήτευσε η προσέγγιση του σκηνοθέτη, που απέδειξε ότι μπορεί να σταθεί και σε μεγάλη κλίμακα. Ο παλμός, η ενέργεια και οι δυνατές ερμηνείες των πρωταγωνιστών και του Χορού σχολιάστηκαν με ιδιαίτερη θέρμη. Υπήρξαν σκηνές που έφεραν στο νου, όπως διαπίστωσαν και πολλοί θεατές, μερικούς από τους πιο εμβληματικούς πίνακες του Ελ Γκρέκο.

Οι «Πέρσες», όμως, δεν είναι μόνον περιγραφή ενός ιστορικού επεισοδίου και υμνολόγηση μιας νίκης. Είναι και μια ακόμη έκφραση του ηθικού και θρησκευτικού μηνύματος του Αισχύλου: η υπερβολική περηφάνια, η αλαζονεία, η έπαρση, είναι αμάρτημα, «ύβρις» που τιμωρούν άφευκτα οι θεοί, η «νέμεσις», η θεία δίκη. Ένα μήνυμα για τους καιρούς μας και τους ηγέτες μας.

Η συγκεκριμένη παράσταση αποτελεί αξιόλογο προς ανάλυση παράδειγμα σύγχρονης προσέγγισης αρχαίας τραγωδίας, τόσο σε ό,τι αφορά τη σκηνοθεσία, όσο και σε ό,τι αφορά τη σκηνική μουσική. Πρόκειται για μια ξεκάθαρη και ολοκληρωμένη σύλληψη, ενοποιημένη και ατμοσφαιρική, μια δομή στηριγμένη στο κείμενο ως οργανικό υλικό και στη μουσικότητα ως νοηματοδοτικό στοιχείο της γλώσσας, μια δουλειά δεμένου συνόλου με ορμητική ενέργεια, εξαίρετους ηθοποιούς και αρτιότατη επιτέλεση. Ένα αδρό και ηλεκτρισμένο ορατόριο που θέτει βάσεις για μια με σεβασμό ανατροπή των καθιερωμένων.

  • Σχετικά με τα χειροκροτήματα κατά τη διάρκεια της παράστασης βέβαια οφείλουμε να εκφράσουμε τη διαφωνία μας. Ο θεατής δεν πρέπει να φωνάζει «μπράβο» ή να χειροκροτεί ενδιάμεσα στις σκηνές. Καλύτερα να περιμένει το φινάλε και μάλιστα λίγα δευτερόλεπτα ακόμη, ώστε να «σβήσει» ομαλά η παράσταση για να αφεθεί στο χειροκρότημα και στον ενθουσιασμό. Για να έχει ήδη αναγνωρίσει τι έγραψε ο συγγραφέας και τι παρουσίασε ο σκηνοθέτης. Το χειροκρότημα εν μέσω παράστασης «ενοχλεί» όσο και το κινητό ή ο βήχας. Το κοινό δεν πρέπει να αρκείται στον ερεθισμό αλλά να παρακολουθεί νοητικά. Δεν χειροκροτούμε μέσα στην παράσταση γιατί σεβόμαστε τη μέθεξη του διπλανού αλλά και την αυτοσυγκέντρωση του ηθοποιού.

Βέβαια, θα μου πείτε, στο θέατρο δεν υπάρχουν κανόνες. Όλα έχουν να κάνουν με το τι αισθάνεται το κοινό. Ωστόσο, προσωπικά δεν συμφωνώ με το χειροκρότημα γιατί θεωρώ πως ο ηθοποιός δεν πρέπει να διακόπτεται την ώρα που βρίσκεται στη σκηνή. Άλλοι κανόνες που ισχύουν στο θέατρο είναι να μη μιλά κανείς με τον διπλανό του και να μη χρησιμοποιεί το κινητό του. Ακόμα και το γέλιο επιτρέπεται όταν κανείς άλλος ανάμεσα στο κοινό δεν γελά. Στην περίπτωση αυτή δεν μπορείς να πνίξεις το γέλιο του άλλου ούτε να επιβάλεις συμπεριφορές. Άλλωστε ακόμα και στην τραγωδία μπορείς να διακρίνεις κωμικές στιγμές και το αντίθετο.

Στη συγκεκριμένη παράσταση ας δεχτούμε ότι διεξήχθη σε ένα άκρως συγκινησιακό κλίμα, λόγω των δυνατών ερμηνειών, της διαχρονικότητας των μηνυμάτων και της επανόδου του ΘΟΚ στην Επίδαυρο.

  • Δεν θα τοποθετηθώ για τον αν χρειάζονται μικρόφωνα στην Επίδαυρο. Ίσως τώρα πια να χρειάζονται. Αυτό που με ενόχλησε κυρίως, ήταν η αισθητική. Διακρίνονταν από απόσταση, με τα καλώδια, τις κολλητικές ταινίες, τους πομπούς. Μια άσχημη εικόνα, αταίριαστη με την εν γένει καλόγουστη παράσταση.
  • Λίγες παραστάσεις σημάδεψαν τόσο βαθιά τη νεοελληνική θεατρική ιστορία, όσο οι «Πέρσες» του Κάρολου Κουν, του Γιάννη Τσαρούχη (σκηνικά-κοστούμια) και του Γιάννη Χρήστου (μουσική) σε μετάφραση του αείμνηστου Παναγιώτη Μουλλά. Οι «Πέρσες» είχαν ανεβεί σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν, πρώτα στο Λονδίνο, στο Θέατρο Aldwych, στο πλαίσιο του θεατρικού φεστιβάλ World Theatre Season, την 20η Απριλίου 1965 και εν συνεχεία στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, στο Φεστιβάλ Αθηνών, την 21, 24 και 25 Αυγούστου της ίδιας χρονιάς. Αναβίωσαν το 1988.
  • Το 1999 σκηνοθέτησε τους «Πέρσες» για το Εθνικό Θέατρο ο Λευτέρης Βογιατζής.
  • Οι «Πέρσες» του Αισχύλου έχουν ανέβει επίσης υπό τη σκηνοθετική ματιά του Θεόδωρου Τερζόπουλου (2006).
  • Είχαν ακόμα παρουσιαστεί το 2009 σε μια επεισοδιακή παράσταση (λόγω αντιδράσεων μερίδας των θεατών) σκηνοθετημένοι από τον καταξιωμένο Ντίμιτερ Γκότσεφ.

Πρόγραμμα περιοδείας:

Θέατρο Δάσους, Θεσσαλονίκη

Παρασκευή 25 Αυγούστου

(3ο Φεστιβάλ Δάσους που διοργανώνει το ΚΘΒΕ)

Ωδείο Ηρώδου Αττικού

Τετάρτη 30 Αυγούστου

Ταυτότητα παράστασης

Μετάφραση: Παναγιώτης Μουλλάς

Σκηνοθεσία/Μουσική Δραματουργία: Άρης Μπινιάρης

Μετρική Διδασκαλία: Θεόδωρος Στεφανόπουλος

Σκηνικά: Κωνσταντίνος Λουκά

Κοστούμια: Ελένη Τζιρκαλλή

Κινησιολογία: Λία Χαράκη

Σχεδιασμός Φωτισμών: Γεώργιος Κουκουμάς

Βοηθός Σκηνοθέτη: Δημήτρης Χειμώνας

Ερμηνεύουν: Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (Άτοσσα), Χάρης Χαραλάμπους (Αγγελιαφόρος), Νίκος Ψαρράς (Δαρείος), Αντώνης Μυριαγκός (Ξέρξης)

Χορός: Ηλίας Ανδρέου, Πέτρος Γιωρκάτζης, Γιώργος Ευαγόρου, Νεκτάριος Θεοδώρου, Μάριος Κωνσταντίνου, Παναγιώτης Λάρκου, Δαυίδ Μαλτέζε, Γιάννης Μίνως, Άρης Μπινιάρης, Ονησίφορος Ονησιφόρου, Μάνος Πετράκης, Στέφανος Πίττας, Κωνσταντίνος Σεβδαλής

 

Αισχύλος (525 – 455 π.Χ.). Υπήρξε πολύ μεγάλος τραγικός ποιητής της αρχαίας Ελλάδας, ίσως και μεγαλύτερος απ’ όλους γενικά τους άλλους ομοτέχνους του. Ήταν επίσης αρχιτέκτονας, σκηνοθέτης και μουσικός. Από τα έργα του 67 χάθηκαν και μόνο 7 διασώθηκαν (“Προμηθέας Δεσμώτης”, “Ικέτιδες”, “Πέρσες” και “Επτά επί Θήβαις”, καθώς και η τριλογία του υπό τον τίτλο “Όρέστεια” που περιλαμβάνει τα μερικότερα έργα: “Αγαμέμνων”, “Χοηφόροι” και “Ευμενίδες”). Ο Αισχύλος διακρίθηκε σαν μαχητής στο Μαραθώνα και στη Σαλαμίνα. Πήρ,ε εξάλλου, 13 πρώτα βραβεία από έργα του, εκτός από τα δεύτερα και τρίτα, που κατά καιρούς του απονεμήθηκαν σε αντίστοιχους διαγωνισμούς. Με τον Αισχύλο η αρχαιοελληνική τραγωδία εξελίχθηκε, από τον αρχικό διθύραμβο, σε πολυπρόσωπη παράσταση και έφθασε στο μεσουράνημά της. Το ύφος του διακρίνεται για τη μεγαλοπρέπειά του, το όλο δε έργο του για το βάθος, την πρωτοτυπία στη μορφή και την ισχυρότατη φαντασία του μεγάλου ποιητή. Κατά γενική, σχεδόν, αναγνώριση ο Αισχύλος υπήρξε μέγας και, από κάθε άποψη, ασύγκριτος δημιουργός. Πέθανε από ατύχημα στη Γέλα της Σικελίας, σε ηλικία 70 ετών, και τάφηκε εκεί. Κατά σχετική ανεπιβεβαίωτη παράδοση, μια χελώνα, πέφτοντας στο κεφάλι του από ψηλά, τον σκότωσε. Στον τάφο του οι Σικελοί Έλληνες ανάγειραν μετά μνημείο, στο οποίο χάραξαν επίγραμμα, που το είχε φτιάξει ο ίδιος ο Αισχύλος, διαισθανόμενος ίσως πως το τέλος του πλησίαζε.

  • Ο Άρης Μπινιάρης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1981 και είναι σκηνοθέτης και ηθοποιός θεάτρου.

Έχει σκηνοθετήσει και παίξει στις παραστάσεις:

– «Το ’21» του Άρη Μπινιάρη (Φεστιβάλ Αθηνών 2015, Gazarte 2015-2016)

– «Το Θείο Τραγί» του Γιάννη Σκαρίμπα (Bios 2012- 2014, Φεστιβάλ Αθηνών 2014, Θέατρο Λευτέρης Βογιατζής 2014-2015)

– «Βάκχες» του Ευριπίδη (Bios 2010)

– «Αντιγόνη» του Σοφοκλή (Θέατρο Χυτήριο 2007, Θέατρο του Νέου Κόσμου 2007- 2008)

Έχει πρωταγωνιστήσει ως ηθοποιός στις παραστάσεις:

– «Δεσποινίς Μαργαρίτα» του Ρ. Ατάυντε σε σκηνοθεσία Άντζελας Μπρούσκου και την Όλια Λαζαρίδου στον ομώνυμο ρόλο. (Απλό θέατρο Αντώνη Αντύπα 2008)

– «Ο Μεγαλέξανδρος και ο καταραμένος δράκος» σε κείμενο- σκηνοθεσία Δήμου Αβδελιώδη. (ΔΗΠΕΘΕ Χίου 2007, ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας 2007, Παλλάς 2007)

– Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της ομάδας θεάτρου δρόμου Παντούμ και έλαβε μέρος ως ηθοποιός, ζογκλέρ, ξυλοπόδαρος και τραγουδοποιός σε παραστάσεις και θεάματα δρόμου (2003- 2006).