Cat Is Art

Παρακολουθώντας την αμείλικτης σκληρότητας και ομορφιάς «Βασίλισσα» στο “Επί Κολωνώ”

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Γράφει η Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Πριν από τις «Τρεις πινακίδες έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι» το 2017 (σενάριο και σκηνοθεσία, πρωτότυπος τίτλος “Three Billboards Outside Ebbing, Missouri”), πριν γίνει ευρύτερα γνωστός από το επίσης κινηματογραφικό έργο «In Bruges» («Αποστολή στην Μπριζ») το 2008, πριν ακόμα λάβει το βραβείο Ολίβιε καλύτερου νέου θεατρικού έργου το 2004 και το βραβείο Drama Desk Award εξαιρετικού θεατρικού έργου για τον «Πουπουλένιο» το 2005, ο Ιρλανδός Martin McDonagh είχε κάνει αίσθηση με το θυελλώδες και ευφυές «Η Βασίλισσα της ομορφιάς» (Beauty Queen of Leenane).

Στην παράδοση της ιρλανδικής δραματουργίας 

«Η Βασίλισσα της ομορφιάς» έκανε παγκοσμίως γνωστό τον Μάρτιν ΜακΝτόνα, τον μοναδικό συγγραφέα μετά τον Σαίξπηρ που, σε ηλικία μόλις 26 χρόνων, είδε ν’ ανεβαίνουν στο Λονδίνο, μέσα στην ίδια χρονιά, τέσσερα έργα του. Ακολουθώντας τη σπουδαία παράδοση της ιρλανδικής δραματουργίας «Η Βασίλισσα της ομορφιάς» είναι μια τραγωδία για την ανθρώπινη μοναξιά με μαύρο, διαβρωτικό χιούμορ, έντονο σασπένς και μεγάλες ανατροπές.

Αυτό το σημαντικότατο έργο της σύγχρονης παγκόσμιας δραματουργίας παρουσιάζεται φέτος από τις 18 Δεκεμβρίου 2019 στο θέατρο «Επί Κολωνώ» απ’ την Ομάδα Νάμα, σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη.

Όπως και σε άλλα έργα του, έτσι κι εδώ ο Ιρλανδός συγγραφέας δεν ηθικολογεί και δεν φλυαρεί. Με λιτούς διαλόγους, πλούσιους, εξομολογητικούς μονολόγους και δράσεις που διαρκώς ανατρέπονται κατά την προσφιλή του συνήθεια, μας δίνει την εικόνα τεσσάρων κατατρεγμένων πλασμάτων, όχι τόσο απ’ αυτά που λένε, όσο από τις πράξεις και τις αλληλεπιδράσεις τους.

 

 

Το έργο

Η σκηνοθεσία της Ελένης Σκότη μας πρόσφερε την ευκαιρία να δούμε τέσσερις από τους καλύτερους ηθοποιούς μας διαφορετικών ηλικιών, Σοφία Σεϊρλή, Αγορίτσα Οικονόμου, Αντώνη Τσιοτσιόπουλο και Γιώργο Κατσή, να εκτοξεύονται σε ρόλους που απαιτούν από αυτούς να ασκούν κάθε ενεργό μυ στο σώμα και στο νου τους.

Πώς βιώνουν οι άνθρωποι τη ζωή; Μπορούν οι σχέσεις γονιών και παιδιών ν’ αυτονομηθούν; Μπορεί η αγάπη να λειτουργήσει εγκλωβιστικά και να φυλακίσει τον άνθρωπο; Μέχρι πού μπορεί να φτάσει κανείς προσπαθώντας να βρει μία διέξοδο απ’ τη δυστυχία του; Όλα αυτά τα θεμελιώδη ζητήματα αποτυπώνονται στο έργο του ΜακΝτόνα με τρόπο μοναδικό, με έντονη, ασυμβίβαστη και εξαιρετικά γοητευτική γραφή, σε μια συγκλονιστική παράσταση, απέραντη, ανθρώπινη, ρεαλιστική. Ένα έξοχο δείγμα σκηνοθετικής οξύνοιας και ερμηνευτικής δυναμικής.

Το έργο διαθέτει, χωρίς αμφιβολία, την καλύτερη δράση που έχουμε δει στο αθηναϊκό θέατρο τα τελευταία χρόνια. Ανήκει στο είδος των παραστάσεων που δεν ταράζουν μόνο στην καρδιά και το μυαλό μας, αλλά φαίνεται να καταλαμβάνουν χώρο και στο σώμα σας καθώς μας κρατούν σε εγρήγορση όσο η δράση τους ξεδιπλώνεται.

Η υπόθεση

Σε μια μικρή επαρχιακή πόλη της Ιρλανδίας, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, δύο γυναίκες ζουν μόνες τους. Η ηλικιωμένη αυταρχική Μαγκ Φόλαν και η 40χρονη κόρη της, Μωρήν, που τη φροντίζει. Πρόκειται για μια σχέση αγάπης και μίσους, που καθιστά τη συμβίωσή τους σχεδόν αφόρητη σ’ έναν ανελέητο αλληλοσπαραγμό. Τη ζωή τους θα ανατρέψει η εμφάνιση του Πάτο Ντούλυ, ενός άνδρα που επιστρέφει για λίγο στην πόλη του και έχει πάντα στο μυαλό του, 20 χρόνια τώρα, τη Μωρήν ως τη βασίλισσα της ομορφιάς της μικρής τους πόλης, του Leenane. Είναι και η τελευταία, ουσιαστικά, ευκαιρία της Μωρήν ν’ αγαπήσει και να αγαπηθεί.

Η Μωρήν δεν έχει επιτύχει τίποτα απ’ όσα είχε την καρδιά της: δεν έχει ζήσει τίποτα το συναρπαστικό, δεν έχει βρει μια σταδιοδρομία που να τη γεμίζει και δεν έχει βρεθεί ποτέ κοντά στην αγάπη. Όταν συναντάμε αυτές τις δύο γυναίκες, η σχέση τους είναι ακραία δυσάρεστη. Η Μαγκ αναρωτιέται τι πρέπει να γίνει στη ζωή της και γιατί πρέπει να στηρίζεται στην απογοητευτική της κόρη, ενώ η Μωρήν χρεώνει στη μητέρα της όλες τις πιθανότητες κανονικής ζωής που της έχουν διαφύγει.

Οι δυο τους είναι αγκιστρωμένες σε μια πικρόχολη μάχη για τα επουσιώδη καθημερινά πράγματα. Πώς ακριβώς η Μαγκ θέλει το κουάκερ της, γιατί εμφανίζονται σβόλοι στις ατελείωτες κούπες κρέμας των γευμάτων της, γιατί εκείνη η επίμονη ουρολοίμωξη δεν θεραπεύεται και γιατί, κυρίως, ο νεροχύτης του σπιτιού βρωμάει αφόρητα.

Τα άνοστα μπισκότα, οι τυποποιημένες σούπες, οι χειρόγραφες επιστολές, οι αδυσώπητες ματιές, το καυτό τσάι και το ανορθόδοξο πείσμα και των δυο τους χρησιμοποιούνται ως όπλα αλληλοεξουδετέρωσης. Οι συνεχείς καβγάδες τους είναι τα μόνα γεγονότα που δίνουν ζωή στο άθλιο σπίτι τους πάνω στο λόφο, όπου οι γείτονες φοβούνται να ανέβουν.

Εν τω μεταξύ φτάνει μια απροσδόκητη πρόσκληση που η Μωρήν βλέπει σαν έναν τρόπο να ξεφύγει από αυτόν τον κύκλο κακοποίησης. Αλλά δεδομένου ότι πρόκειται για ένα έργο του Martin McDonagh, του δεξιοτέχνη των σφοδρών, ενοχλητικών, συχνά βίαιων και σκληρών δραμάτων, είναι σαφές ότι δεν θα πάνε όλα καλά στα σχέδια της Μωρήν αλλά και της Μαγκ.

 

 

Μια δηλητηριώδης σχέση

Ενδέχεται να είναι η πιο δηλητηριώδης σχέση μητέρας – κόρης του θεάτρου, γεμάτη φτώχεια και ποίηση, αγωνία για την αγάπη, ελπίδες για την πιθανότητα απόδρασης στις ΗΠΑ, αλλά και μίσος προς την Αγγλία και τις δουλειές της.
Δεν υπάρχει εύκολη ανάγνωση στο έργο, ούτε εύκολο γέλιο, καμία ολίσθηση στο συναισθηματισμό, μόνο μια πλοκή με τρυφερή νοημοσύνη και δεν αποφεύγει όμως την ψυχολογική βαρβαρότητα.
Στην παράσταση η τραγωδία και η κωμωδία κονταροχτυπιούνται αλύπητα. Οι χαρακτήρες είναι μόνο τέσσερις και όλη η δράση ξετυλίγεται σε ένα δωμάτιο. Η ειδυλλιακή Ιρλανδία που ξέρουμε εδώ δεν έχει θέση και η μόνη περιγραφή που μας δίνεται για τη θέα έξω από το παράθυρο είναι η εικόνα μιας αγελάδας που μασουλάει, ανύποπτη για τα δρώμενα, το ίδιο πάντα πράσινο γρασίδι.

Παράσταση – αποκάλυψη

Σε ένα θέατρο περίπου 120 θέσεων, όπως το “Επί Κολωνώ”, καμιά λεπτομέρεια δεν μπορεί να κρυφτεί από το μάτι του θεατή. Δεν υπάρχει άλλωστε τίποτα που να μπορεί ή να θέλει να κρυφτεί εδώ. Η παράσταση είναι μια πραγματική αποκάλυψη. Μια παράσταση τόσο ζωντανή που μπορεί να σας κάνει να γελάσετε, να σας ραγίσει την καρδιά και ίσως ακόμη και να σας κάνει να αισθανθείτε φρικτά ως άνθρωποι, παρακολουθώντας ολόκληρο τον κόσμο της Μωρήν, μαζί με τα όνειρα και τις προσδοκίες της, να διαλύεται μπροστά στα μάτια σας.

Μια βαθιά τομή στη σύγχρονη ζωή, μια ανατομία των σχέσεων με επιθετικό και βίαιο τρόπο αλλά και βαθιές ανθρώπινες ρωγμές, έργο αντίστοιχο του in yer face theatre που αναπτύχθηκε στη Μεγάλη Βρετανία τη δεκαετία του ‘90. Η «Βασίλισσα της Ομορφιάς» δεν μένει στην αναπαράσταση γεγονότων, προκαλεί τους θεατές να μπουν μέσα και να αισθανθούν τα ακραία συναισθήματα των ηρώων. Δεν περιορίζεται σε υπαινιγμούς, δείχνει τα πράγματα όπως είναι στη ζωή, σκληρά και βίαια.

Η Ιρλανδία

Το έργο πραγματεύεται επίσης θέματα όπως η διαρκής ιρλανδική μετανάστευση, τα χρόνια της καταπίεσης από τη Βρετανία και των εξεγέρσεων στην Ιρλανδία, η απελευθέρωση της Ιρλανδίας, γεγονότα που, όπως και κάθε ιστορικό γεγονός έχουν τεράστια σημασία, καθώς η ανθρωπότητα δεν μπορεί να ξεχνάει το παρελθόν της. Γεγονότα που μας φέρνουν στο νου τη ρήση του James Connolly: «I know of no foreign enemy of this country except the British Government» – «Δεν ξέρω κανέναν ξένο εχθρό της Ιρλανδίας εκτός από τη Βρετανική Κυβέρνηση». Όμως αυτό που πραγματικά έχει σημασία είναι τα συμπεράσματα που μπορεί κανείς να βγάλει για το μέλλον. Η αλληλοεξαρτώμενη φύση της σχέσης των δύο γυναικών, σχέση εξουσίας και υποτέλειας, αντικατοπτρίζει με οδυνηρή διορατικότητα την τοξική αποικιακή σχέση μεταξύ Αγγλίας και Ιρλανδίας.
Θέτει επίσης θέματα για την ψυχική υγεία και τη σεξουαλικότητα, για τις οικογενειακές σχέσεις και ιδιαίτερα την αλληλεξάρτηση μεταξύ μητέρας και κόρης και την ανατροπή των ρόλων που μπορεί να συμβεί στις σχέσεις γονέα – παιδιού.
Η «Βασίλισσα της Ομορφιάς» μιλά για χαμένες ευκαιρίες και απογοητεύσεις, χλευάζοντας ανελέητα αυτούς που χάνουν την ευκαιρία τους.

Η Μωρήν και η Μαγκ είναι παγιδευμένες σε ένα ζωντανό καθαρτήριο σε αυτό το θλιβερό σπίτι του λόφου, η Ιρλανδία είναι χώρα φτωχή και δεν υπάρχουν θέσεις εργασίας στο Leenane. Στο παρελθόν η Μωρήν έχει πέσει θύμα εργασιακού εκφοβισμού και στη ζωή της έχει φιληθεί από άνδρες μόνο δύο φορές, βλέπει ρομαντικές ταινίες και ονειρεύεται επιδέξια ανδρικά χέρια.
Βαθιά, αδιανόητα και αδυσώπητα ωμή η ζωή των δύο γυναικών αποτελεί μια μάχη μεταξύ της επιθυμίας της Μωρήν για αγάπη, σεξ και ελευθερία και της αποφασιστικότητας της χειριστικής και παρεμβατικής Μαγκ για κυριαρχία.
Προς το τέλος του έργου, ωστόσο, κάτι μετατοπίζεται. Υπάρχουν κρυφά και σκοτεινά σημεία. Τα πράγματα είναι όπως φαίνονται; Ποιος ελέγχει ποιον; Μια σφοδρή αμφιβολία, μια υποψία φρικτή και μια δυσοίωνη αίσθηση μας πλησιάζει…

 

 

Οι ερμηνείες

Οι εκθαμβωτικές ερμηνείες της Αγορίτσας Οικονόμου και της Σοφίας Σεϊρλή συνδυάζονται με τις ερμηνείες των Αντώνη Τσιοτσιόπουλου και Γιώργου Κατσή, που και οι δύο είναι τέλειοι στους ρόλους τους.
Η μεταμόρφωση της φανταστικής Σοφίας Σεϊρλή σε αυτή την αφόρητα αντιπαθητική ηλικιωμένη γυναίκα με τον κρυμμένο φόβο και τον τεράστιο εγωισμό, που προσπαθεί να ελέγχει την κόρη της ώστε να την έχει «σκλάβα» της, είναι μια εκπληκτική αποκάλυψη των υποκριτικών της δεξιοτήτων. Η ερμηνεία της κυμαίνεται διαρκώς μεταξύ χιούμορ και τρόμου, καθώς χειρίζεται δεξιοτεχνικά το ρόλο της. Η απροβλημάτιστη σκοπιμότητα με την οποία αδειάζει το δοχείο νυκτός εκεί ακριβώς που δεν πρέπει και το βλέμμα με το οποίο επικεντρώνεται στην επιστολή που θέλει να ανοίξει, αλλά προς το παρόν δεν μπορεί, είναι στιγμές μνημειώδεις, ικανές να μείνουν στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου.

Από την άλλη βλέπουμε τη μοναξιά και την απόγνωση της καταθλιπτικής Μωρήν, την αίσθηση της ζωής που γλιστρά από τα χέρια της, την ανάγκη της για αγάπη και αποδοχή, τη δυσαρέσκειά της για το σώμα της, την απόγνωσή της, τα μυστικά και τα ψέματά της, την ευθραυστότητά της και τη βιαιότητά της. Εμπαθής και ανασφαλής, φοβισμένη και ανυπεράσπιστη, μοιάζει με ένα παγιδευμένο ζώο που απελπισμένο προσπαθεί να δραπετεύσει. Είναι αρκετή μια πυρετική ματιά της Αγορίτσας Οικονόμου προς τη μητέρα της για να σε καταλάβει φόβος. Είναι ένα μείγμα καυστικότητας, οργής και πρόκλησης, αγριότητας και αδιεξόδου. Η Αγορίτσα Οικονόμου λάμπει ως Μωρήν. Δίνει μια εξαιρετική ερμηνεία, που μας κάνει να ταυτιζόμαστε μαζί της από την αρχή του έργου, παρά την εριστικότητά της. Μας βάζει στο μοναχικό της κόσμο, νιώθουμε τη δυστυχία της, συμμεριζόμαστε την απόγνωσή της και τη συμπονάμε για τη συμβίωσή της μ’ αυτή την ανυπόφορα εγωκεντρική μητέρα.

Το ρόλο του Πάτο υποδύεται ο εκπληκτικός Αντώνης Τσιοτσιόπουλος. Είναι ένας ώριμος, ντροπαλός άνθρωπος που του έχει πάρει είκοσι χρόνια για να βρει το θάρρος ώστε να μιλήσει στη Μωρήν, που στα μάτια του παραμένει η «βασίλισσα της ομορφιάς του Leenane», πόσο μάλλον να την πλησιάσει. Είναι ο άνθρωπος που μπορεί να κρατά στα χέρια του το εισιτήριο της ελευθερίας για τη Μωρήν.
Η νύχτα της «αποπλάνησής» τους είναι ένα κωμικοτραγικό αριστούργημα που οδηγεί σε ένα συγκλονιστικό φινάλε, αφού προηγουμένως όμως ο Αντώνης Τσιοτσιόπουλος με τεράστια ευαισθησία μάς χαρίσει μια συγκινητική σκηνή, μια υπέροχη σκηνή ελπίδας και απέριττου λυρισμού διαβάζοντας το ερωτικό γράμμα που απευθύνει στο αντικείμενο του πόθου του, δηλαδή τη Μωρήν.

Το κουαρτέτο συμπληρώνει ο νεότατος, αν και με αρκετά θεατρικά επιτεύγματα ήδη, Γιώργος Κατσής. Ως αγγελιοφόρος φέρνει κωμική ενέργεια και νεύρο στη σκηνή και ενσαρκώνει την απογοήτευση της νεότερης γενιάς. Ίσως ο χαρακτήρας που σου παρέχει το μικρότερο βαθμό ασφάλειας στον κόσμο. Αβίαστα αστείος ως Ρέι, απολαυστικός, άμεσος, απλοϊκά αθώος και ανυποψίαστος, με μια συνταρακτική αφέλεια που συγκινεί και κατακτά το κοινό, καθώς παίζει τέλεια το εξαιρετικά δύσκολο κομμάτι του ρόλου του στην τελική σκηνή. Ειδικά η στιγμή με την μπάλα του μπέιζμπολ είναι αμίμητη. Δεν υπάρχει περίπτωση να μη σας μείνει στο μυαλό ή να μη σας θυμίσει το δικό σας χαμένο αγαπημένο παιχνίδι της παιδικής ηλικίας.

Η παράσταση

Η παραγωγή της «Βασίλισσας της Ομορφιάς» έχει μια σαφήνεια και μια πολυπλοκότητα καθώς αντλεί κάθε εφιαλτική σταγόνα φρίκης από το έργο του McDonagh.
Το σκηνικό του έμπειρου Γιώργου Χατζηνικολάου εντείνει το αίσθημα της απομόνωσης και της κλειστοφοβίας. Θεαματικά ζοφερό και γοητευτικό στις λεπτομέρειές του.

Σε συνεργασία με τον Αντώνη Παναγιωτόπουλο στους φωτισμούς και τον Στέλιο Γιαννουλάκη στη μουσική σύνθεση και την επιμέλεια ήχου, η ομάδα Νάμα μεταφέρει το κοινό σε ένα ομιχλώδες και πικρά κρύο ιρλανδέζικο χωριό δίνοντας μεγάλη προσοχή στην κάθε λεπτομέρεια.

Η ρεαλιστική σκηνοθεσία της Ελένης Σκότη είναι τόσο καθηλωτική που δεν σας απαλλάσσει από την ατσάλινη λαβή της ούτε ένα δευτερόλεπτο πριν από το καταστροφικό τέλος.
Η Ελένη Σκότη σκηνοθετεί αυτό το έργο με τόση αλήθεια, που μερικές φορές ξεχνάς ότι είσαι στο θέατρο, αισθάνεσαι ότι παρακολουθείς μια τρομερή πραγματικότητα. Γι’ αυτό το σκέφτεσαι πολύ καιρό μετά αφού το έχεις δει. Η ηχώ του συνεχίζει να επιστρέφει στο μυαλό σου.

Δύο γυναίκες διαφορετικής ηλικίας αλλά τόσο ίδιες τελικά, που μαραζώνουν στο ίδιο σπίτι, στην ίδια κουνιστή πολυθρόνα, με τα ίδια ρούχα, με την ίδια ξεροκεφαλιά, με τις ίδιες εμμονές, με την ίδια μιζέρια.

Η Μωρήν θα διασωθεί; Αυτό που ξέρουμε είναι ότι οι κανόνες πάντα είναι έτοιμοι να σπάσουν και το πιο αποτελεσματικό εργαλείο γι’ αυτό είναι η τόλμη.

Μια συναρπαστική βραδιά και ένα από τα σπουδαία έργα της χρονιάς. Το προτείνω ανεπιφύλακτα.

Η τριλογία

«Η Βασίλισσα της Ομορφιάς» αποτελεί το πρώτο μέρος της «Τριλογίας της Κοννεμάρα» μαζί με τα έργα «Το κρανίο της Κοννεμάρα» (1997) και «Άγρια Δύση» (2001). Ανέβηκε για πρώτη φορά στο θέατρο Druid στην πόλη Galway της Ιρλανδίας το 1996 και ακολούθησε μεγάλη περιοδεία και νέα ανεβάσματα. Ανάμεσα σε άλλα, σε Λονδίνο (Royal Court 1996 και Duke of York’s Theatre 1996, Young Vic Theatre 2010), Όφ-Μπρόντγουεϊ (Linda Gross Theater 1998) και Μπρόντγουεϊ (Walter Kerr Theatre 1998). Το θέατρο Druid παρουσίασε μία καινούργια σκηνική εκδοχή του έργου την περίοδο 2016-2017 σε σκηνοθεσία του Garry Hynes και πραγματοποίησε περιοδεία στην Ιρλανδία, την Αγγλία και την Αμερική με τεράστια επιτυχία. Το έργο προτάθηκε για Βραβείο Laurence Olivier καλύτερου θεατρικού έργου, ενώ το ανέβασμά του στο Μπρόντγουεϊ (1998) τιμήθηκε με τέσσερα βραβεία Tony.

  • Το πρώτο έργο του Μάρτιν ΜακΝτόνα «Η βασίλισσα της ομορφιάς» ανέβηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα σε σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη με τη Ναταλία Τσαλίκη και την Έρση Μαλικένζου στο θέατρο “Βικτώρια”, το 2008.

Σύντομο βιογραφικό του συγγραφέα

Ο Μάρτιν ΜακΝτόνα είναι ένας από τους σημαντικότερους Βρετανούς συγγραφείς και σκηνοθέτες της νεότερης γενιάς. Τα έργα του εστιάζουν στην απεικόνιση της ακραίας βίας των καιρών μας, – σωματική αλλά και ψυχολογική – και έχουν κερδίσει την αγάπη του κοινού και πολυάριθμα βραβεία. Γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1970, από Ιρλανδούς γονείς και μεγάλωσε σε μια κοινότητα με ισχυρό το ιρλανδικό στοιχείο. Απέρριψε νωρίς την παραδοσιακή εκπαίδευση, εγκατέλειψε το σχολείο στα 16 του και άρχισε να γράφει. Αρχικά έγραψε 22 έργα για το ραδιόφωνο (απορρίφθηκαν όλα από το BBC) και αρκετά σενάρια. Γνώρισε την επιτυχία μόνον όταν στράφηκε στη συγγραφή θεατρικών έργων. Εκτός από την «Τριλογία της Κοννεμάρα» έγραψε την «Τριλογία των Νησιών Άραν» που περιλαμβάνει τα έργα Ο σακάτης του Ίνισμαν, Ο υπολοχαγός του Ίνισμορ και Τα ξωτικά του Ινισίερ. Το έργο του Ο πουπουλένιος, που τιμήθηκε με το βραβείο Ολίβιε καλύτερου νέου θεατρικού έργου, παρουσιάστηκε στο Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας το 2003.
Το 2004 μπήκε και στον χώρο του κινηματογράφου γράφοντας και σκηνοθετώντας την ταινία μικρού μήκους «Six Shooter», η οποία βραβεύτηκε με Όσκαρ. Ακολούθησε η μεγάλου μήκους ταινία «In Bruges» (2008). Τελευταία του επιτυχία στην μεγάλη οθόνη το πολυβραβευμένο του έργο «Οι Τρεις Πινακίδες» σε σενάριο και σκηνοθεσία δική του.

***

Σοφία Σεϊρλή: Ο δρόμος του θεάτρου είναι δύσκολος, χρειάζεται αφοσίωση, θυσία και απέραντη αγάπη

***

Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Ελένη Σκότη

Μετάφραση: η ομάδα των συντελεστών

Σκηνικά, Κοστούμια, Διεύθυνση Παραγωγής: Γιώργος Χατζηνικολάου

Φωτισμοί: Αντώνης Παναγιωτόπουλος

Μουσική σύνθεση και Επιμέλεια ήχου: Στέλιος Γιαννουλάκης

Φωτογραφίες: Μαρία Αναματερού, Γιώργος Χατζηνικολάου

Βοηθοί σκηνοθέτιδος: Άννα Κούρα, Περσεφόνη Λαμπροκωστοπούλου

Οργάνωση παραγωγής: Μαρία Αναματερού

Υπεύθυνη Επικοινωνίας παράστασης: Ελεάννα Γεωργίου

Παραγωγή: Ομάδα Νάμα

Παίζουν: Σοφία Σεϊρλή, Αγορίτσα Οικονόμου, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, Γιώργος Κατσής

Πληροφορίες

Πρεμιέρα: Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2019

Μέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη 18.15, Παρασκευή 21.15, Σάββατο 21.15, Κυριακή 18.00

Θέατρο Επί Κολωνώ, Ναυπλίου 12, Αθήνα

Εισιτήρια:
Καθημερινές: Κανονικό 15€ | Φοιτητικό/Ανέργων/Άνω των 65 12€ | Σάββατο/Κυριακή/αργίες: Κανονικό 17€ | Φοιτητικό/Ανέργων 14€ | Άνω των 65 15€

Προπώληση:
epikolono.gr, viva.gr, 11876, SevenSpots, Reload Stores, WIND, Βιβλιοπωλεία Ευριπίδης, Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, Αθηνόραμα, Viva Kiosk, Yoleni’s

Κρατήσεις:
Τηλ.: 210 5138067 | www.epikolono.gr

Διεύθυνση: Ναυπλίου 12 και Λένορμαν

Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΠαρακολουθώντας την αμείλικτης σκληρότητας και ομορφιάς «Βασίλισσα» στο “Επί Κολωνώ”

Related Posts