27.8 C
Athens
Τετάρτη 22 Μαΐου 2024

«Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια» (απόσπασμα)

«Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια» της Χάρπερ Λι

Το βιβλίο μας μεταφέρει στο Μέικομπ της Αλαμπάμα στα 1935, όπου ο δικηγόρος Άττικους Φιντς αναλαμβάνει την υπεράσπιση ενός νέγρου που κατηγορείται για βιασμό λευκής γυναίκας. Η εξιστόρηση γίνεται από την κόρη του δικηγόρου, τη Σκάουτ, που τότε ήταν έξι χρόνων, όπου και μαζί με τον λίγο μεγαλύτερο αδερφό της, τον Τζεμ, μαθαίνουμε μέσα από τη ζωή τους, τη ζωή του αμερικάνικου Νότου της δεκαετίας του ’30.

Μέσα από τα παιδικά της μάτια η ιστορία αποκτά μια ανέμελη ροή, καθώς παρακολουθούμε τα δύο αδέρφια στο σχολείο και στα παιχνίδια τους. Ένα από αυτά είναι, να σκαρώνουν φανταστικά σενάρια σχετικά με έναν ένοικο σε κοντινό τους σπίτι, τον Μπου, ο οποίος δεν έχει βγει ποτέ από το σπίτι του εδώ και χρόνια και δεν τον έχουν δει ποτέ. Αυτή η παιδική ματιά εξάλλου, θα μας δώσει με εύπεπτο τρόπο τις πληροφορίες σχετικά με τη δίκη, αφού, ο αμερικάνικος Νότος του ’30 είναι γνωστός για τις φυλετικές του διακρίσεις. Από την ανακοίνωση της υπεράσπισης του νέγρου άντρα από τον Άττικους, μέχρι και που τελειώνει η δίκη, βιώνουμε την προκατάληψη, αλλά και την ενόχληση που προκαλούν οι πολίτες στον δικηγόρο και στα παιδιά του.

Γραμμένο με απλό τρόπο και με πρωταγωνιστές παιδιά, οι σελίδες του βιβλίου έτρεχαν σαν νερό. Οι παιδικές ατάκες, άλλοτε προκαλούν γέλιο και άλλοτε θλίψη με τις γυμνές αλήθειες τους. Και το απρόβλεπτο τέλος του βιβλίου, σε κάνει να βλέπεις με ακόμη μεγαλύτερη συμπάθεια τον ισορροπημένο και δίκαιο Άττικους Φιντς.

Το «Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια» είναι το μοναδικό βιβλίο της Λι Χάρπερ και βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα της γενέτειρας της συγγραφέως, την Αλαμπάμα. Το βιβλίο εκδόθηκε το 1960, εποχή που ακόμα και τότε δεν είχαν κατοχυρωθεί τα δικαιώματα των νέγρων. Γυρίστηκε και ταινία δύο χρόνια αργότερα, το 1962, με πρωταγωνιστή τον Γκρέγκορι Πεκ.

“…Και την άκουσα να λέει πως είναι καιρός να τους δώσει* κάποιος ένα καλό μάθημα, ότι έχουν παραπάρει τα μυαλά τους αέρα, και σε λιγάκι θ’ αρχίσουν να νομίζουν ότι μπορούν να μας παντρεύονται κιόλας. Τζεμ, πώς γίνεται να μισούν τον Χίτλερ και από την άλλη να ‘ναι τόσο κακοί με τους δικούς μας ανθρώπους, εδώ, στον ίδιο μας τον τόπο;…”.

*: στους νέγρους

Harper Lee

«Σκοτώστε όσες κίσσες θέλετε, αν μπορείτε να τις πετύχετε, αλλά να θυμάστε ότι είναι αμαρτία να σκοτώσεις τα κοτσύφια». Αυτή είναι η συμβουλή του δικηγόρου Άττικους Φιντς στα παιδιά του, καθώς ο ίδιος αποφασίζει να υπερασπιστεί στο δικαστήριο το πραγματικό «κοτσύφι» αυτής της υπέροχης ιστορίας, έναν νεαρό μαύρο. [. . .] Το φαινομενικά γαλήνιο και ειρηνικό Μέικομπ της Αλαμπάμα είναι στην πραγματικότητα βουτηγμένο στην προκατάληψη, τη βία και την υποκρισία. Αλλά τη ναρκωμένη συνείδηση της πόλης θα συνταράξει το σθένος ενός ανθρώπου που αγωνίζεται για δικαιοσύνη… Ένα από τα πιο αγαπημένα μυθιστορήματα που γράφτηκαν ποτέ, το “Όταν Σκοτώνουν τα Κοτσύφια” συγκαταλέγεται ανάμεσα στα αξιολογότερα κλασικά έργα της σύγχρονης λογοτεχνίας.
(Βραβευμένο με Πούλιντζερ)

Το Βραβευμένο με Πούλιντζερ «Όταν Σκοτώνουν τα Κοτσύφια» της Χάρπερ Λι (1926-2016), συγκαταλέγεται ανάμεσα στα αξιολογότερα κλασικά έργα της σύγχρονης λογοτεχνίας. Θέμα του βιβλίου είναι ο παραλογισμός του ρατσισμού στον Νότο των ΗΠΑ τη δεκαετία του ’30, μέσα από τα μάτια δύο παιδιών της Σκάουτ και του Τζεμ Φιντς και οι συνέπειές του παραλογισμού αυτού για λευκούς και μαύρους. Τα φαινομενικά γαλήνιο και ειρηνικό Μέικομπ της Αλαμπάμα είναι στην πραγματικότητα βουτηγμένο στην προκατάληψη, τη βία, την υποκρισία τις φυλετικές και κοινωνικές διακρίσεις. Αλλά τη ναρκωμένη συνείδηση της πόλης θα συνταράξει το σθένος ενός ανθρώπου που αγωνίζεται για δικαιοσύνη. Μεταφέρθηκε με μεγάλη επιτυχία στον κινηματογράφο, το 1962, από τον Ρόμπερτ Μάλιγκαν και απέσπασε τρία Όσκαρ: α΄ ανδρικού ρόλου για τον Γκρέγκορι Πεκ, σεναρίου για τον Χόρτον Φουτ και καλλιτεχνικής διεύθυνσης.

Απόσπασμα από το Βιβλίο:
«Η Νέα Υόρκη. Η νέα Υόρκη; Θα σας πω: Η Νέα Υόρκη έχει όλες τις απαντήσεις. Υπάρχουν ενώσεις Εβραίων και Αγγλόφωνων, υπάρχει το Κάρνεγκι Χολ, υπάρχουν σχολές και ερευνητικά κέντρα: εκεί μαθαίνεις τις απαντήσεις. Η πόλη ζει με συνθήματα, -ισμούς και γρήγορες, σίγουρες απαντήσεις. Αυτή τη στιγμή η Νέα Υόρκη μου λέει: Τζιν Λουίζ, δεν αντιδράς σύμφωνα με τις αρχές της φυλής σου, αρά δεν υπάρχεις. Τα καλύτερα μυαλά αυτής της χώρας μας λένε ποια είσαι: μια κοπέλα από τον Νότο. Δεν μπορείς να ξεφύγεις από αυτό που είσαι-δεν σε κατηγορούμε για τίποτα, αλλά η συμπεριφορά σου προκύπτει από τους κανόνες και τα δόγματα του Νότου. Μην προσπαθείς να γίνεις κάτι που δεν είσαι.

Απάντησε νοερά: Όσα συμβαίνουν τελευταία στην οικογένειά μου είναι μια παρεξήγηση. Από αυτή την οικογένεια έμαθα όσα έμαθα για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Από τη Νέα Υόρκη, το μόνο που έμαθα είναι η καχυποψία. Δεν ήξερα τι σημαίνει μίσος προτού βρεθώ στη Νέα Υόρκη, όπου είδα τον ένα να μισεί τον άλλον. Χρειάστηκαν νόμοι για να εμποδίσουν το μίσος. Περιφρονώ τις γρήγορες απαντήσεις, τα συνθήματα στον υπόγειο σιδηρόδρομο: προπάντων περιφρονώ τους κακούς τρόπους, την αγένεια της Νέας Υόρκης, που ποτέ δεν πρόκειται να αποβάλει.

Ένας άνθρωπος που ήταν ευγενής, ακόμα και στους σκίουρους καθόταν στο δικαστήριο και εξωθούσε σε δράση τα πιο στενοκέφαλα ανθρωπάρια. Κι όμως, η Τζιν Λουίζ τον είχε δει ξανά και ξανά στο παντοπωλείο να περιμένει στην ουρά πίσω από τους Νέγρους. Είχε δει τον κύριο Φρεντ να σηκώνει με απορία τα φρύδια και τον πατέρα της να κουνάει καθησυχαστικά το κεφάλι. Ήταν το είδος του ανθρώπου που περίμενε ενστικτωδώς, τη σειρά του: είχε καλούς τρόπους.

Άκου, αδελφούλα, τα ξέρουμε τα γεγονότα: πέρασες είκοσι ένα χρόνια από τη ζωή σου στη χώρα του λιντσαρίσματος, σε μια κομητεία όπου τα δυο τρία του πληθυσμού είναι Νέγροι αγρότες. Σταμάτα το θέατρο.

Δεν θα με πιστέψετε, αλλά θα σας το πω: μέχρι τώρα κανείς στην οικογένεια μου δεν είχε προφέρει τη λέξη “αράπης”. Ποτέ δεν έμαθα να σκέφτομαι με όρους “αράπηδων”. Μεγάλωσα μαζί με μαύρους: στην Καλπούρνιά, τον Ζίμπο που δούλευε στο απορριμματοφόρο, τον Τομ που ήταν κηπουρός και άλλους που δεν θυμάμαι τα ονόματά τους. Γύρω μου υπήρχαν εκατοντάδες Νέγροι που δούλευαν στα χωράφια, που μάζευαν το μπαμπάκι, που δούλευαν στην οδοποιία, που πριόνιζαν ξύλα και έφτιαχναν σπίτια. Ήταν μπατίρηδες, μερικοί ήταν άρρωστοι, βρόμικοι, οκνηροί και χαραμοφάηδες, αλλά ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό να τους περιφρονήσω, να τους φοβηθώ, να τους φερθώ με αγένεια ή να τους κακομεταχειριστώ χωρίς να τιμωρηθώ γι’αυτό. Πράγματι ζούσαν στο δικό τους κόσμο και εγώ ζούσα στον δικό μου. Όταν πηγαίναμε για κυνήγι, δεν καταπατούσαμε τη γη τους, όχι επειδή ήταν νέγρικη, αλλά επειδή δεν καταπατούσαμε ξένη γη. Έμαθα να μην εκμεταλλεύομαι κανέναν που είναι λιγότερο τυχερός από μένα, είτε στο μυαλό είτε στα πλούτη, είτε στην κοινωνική θέση-κανέναν, είτε είναι Νέγρος είτε είναι οτιδήποτε άλλο. Έμαθα ότι η εκμετάλλευση είναι απαράδεκτη. Έτσι με μεγάλωσαν μια μαύρη γυναίκα και ένας λευκός άντρας»

  • Πηγή: http://www.ebooks4greeks.gr

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -