35.6 C
Athens
Πέμπτη 18 Ιουλίου 2024

Η ανθρώπινη περιπέτεια λύτρωσης στην αριστοφανική Χώρα των Πουλιών

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

«Χώρισε τα φτερά σωστά
Βάλε τὰ μουσικὰ ὅλα μαζὶ σὲ ἕνα καλάθι
Καὶ τὰ μαντικὰ ὅλα μαζὶ σὲ ἄλλο καλάθι ἐκεῖ
Καὶ τὰ θαλασσινὰ φτερὰ κι αὐτὰ μαζί
Κι ὅπως θὰ ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι θὰ τοὺς κοιτᾶς βαθιὰ στὰ μάτια
Καὶ θὰ καταλαβαίνεις τί τοὺς πάει θὰ βλέπεις στὴν καρδιά τους
Καὶ θὰ τοὺς δίνεις τὰ φτερὰ ποὺ τοὺς ταιριάζουν»

Ενώ οι φτερωτές αφίσες της πρώτης επιδαύριας παραγωγής της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών έχουν κατακλύσει παντού την πόλη της Αθήνας και τα προάστια, εμείς καταφθάνουμε στο Αρχαίο Θέατρο. Όχι για να δούμε τα φτερά και τα πούπουλα, δεν είναι αυτό το ζητούμενό μας. Άλλωστε έχουμε ήδη ενημερωθεί ότι φτερά αυτοί οι «Όρνιθες» δεν διέθεταν. Τα εξωτικά φτερά των αφισών ήταν επινόηση του δημιουργικού γραφείου που ανέλαβε τη διαφήμιση. Ούτε εκδράμαμε για να κάνουμε συγκρίσεις με άλλους «Όρνιθες» που έχουμε δει στο παρελθόν. Ο κάθε καλλιτέχνης δικαιούται να δει με το δικό του τρόπο ένα έργο, όπως και ο κάθε θεατής να εισπράξει με τις δικές του προσλαμβάνουσες την παράσταση. Οι κωμωδίες του Αριστοφάνη -οι περισσότερες είναι ποιητικές ουτοπίες- ξυπνάνε μέσα μας την ανάμνηση του παιδιού, όχι επειδή η παιδικότητα έχει ως κύρια έκφρασή της το γέλιο και την ξεγνοιασιά, αλλά επειδή ανοίγουν διάπλατα μπροστά μας τον παραμυθένιο κόσμο της αθωότητας και της αφέλειας. Κάθε έργο του μπορεί να γίνει μια λαμπρή γιορτή. Στην πολυαναμενόμενη παράσταση του Νίκου Καραθάνου «Όρνιθες», οι ηθοποιοί μπορεί να μην ντύθηκαν με πολύχρωμα φτερά αλλά σίγουρα μας πέταξαν προς την αριστοφανική Νεφελοκοκκυγία παρασύροντάς μας μαζί τους σε μια παράσταση φυγής και υπαρξιακής ανύψωσης. Ήταν μια όμορφη παράσταση, σουρεαλιστική, με πολλές καλές στιγμές και εξαιρετικούς ηθοποιούς. Καταπληκτική η Νατάσα Μποφίλιου με τη φωνή αηδονιού, συμμετείχε χωρίς να κλέψει την παράσταση.

Τα πουλιά και η βροχή

Έχετε παρατηρήσει πως, όταν σβήνουν τα φώτα στην Επίδαυρο, ακούγονται τα βήματα των ηθοποιών που πλησιάζουν την ορχήστρα και, κάπου στο βάθος, ο ήχος ενός γκιώνη; Αυτή τη φορά, ακούσαμε και έναν τσαλαπετεινό, μια αηδόνα, έναν κούκο, ένα γεράκι, μια καρδερίνα, έναν ερωδιό… Γιατί οι Όρνιθες έφτασαν στην Επίδαυρο! Ο πάπουζας, ο καράπαπας, ο χουχουλόγιωργας, ο ντένιος, ο μπίτος, η αργυρούλα, η ψευτοαηδόνα, ο ψευτολελέκης, ο Μιχαλιός, ο γερανός, ο κότσυφας, η γαλιάντρα, η αλκυόνη, η δεκαοχτούρα, η χιονάδα, η σταρήθρα. Από την ανοιχτή πόρτα της ποίησης ο σκηνοθέτης βρήκε το εμπνευσμένο ποίημα του διάχυτα μελαγχολικού Γιώργη Παυλόπουλου και του έδωσε σκηνική πνοή.
Κάπως έτσι τα πουλιά μας αφηγήθηκαν τον αχό της πρώτης δημιουργίας. Το πώς γεννήθηκαν οι άνθρωποι και από πού ήρθαν. Μίλησαν για την καταγωγή τους. Για το πουλί τον κατσουλιέρη τον στρουθιόμορφο που υπήρχε πριν από τη γη, στο χάος. Που όταν πέθανε ο πατέρας του δεν είχε πού να τον θάψει. Και τότε απελπισμένος άνοιξε το κεφάλι του και τον έχωσε μέσα. Μια ψυχική περιπέτεια που ισορροπεί ανάμεσα σε ό, τι συνέβη και σε ό, τι θα μπορούσε εν δυνάμει και να έχει συμβεί. Μια θεατρική δουλειά που άγγιξε το βιωμένο ψυχικό μας παράλογο. Μια ακόμα ψυχική νεροποντή, απόλυτα λυτρωτική μέσα στο δάσος, εφόσον δεν υπάρχουν όρια σαφή στο γινόμενο και στο εν δυνάμει, στην πραγματική και στην εσωτερική μας ζωή. Υπέροχα σώματα που γεύονται τη ζεστή, τροπική και λυτρωτική βροχή. Η παραδεισένια εικόνα τόνισε την ανάγκη του ανθρώπου να πετάξει, να ανανεωθεί, να δημιουργήσει ένα νέο κόσμο, να έρθει σε επαφή με την αληθινή του επιθυμία.

Χρώμα και ουτοπία

Μετά τη μαύρη περίοδο του Καραθάνου (ας θυμηθούμε την αξεπέραστη «Γκόλφω» του Περεσιάδη), που παρέπεμπε σε Γκόγια, τώρα ο καλός μας σκηνοθέτης περνάει τη χρωματιστή του περίοδο. Εδώ χρησιμοποίησε μια παλέτα φωτεινών, απαλών χρωμάτων, συνδυάζοντας την αίσθηση του κλασικού με το μοντερνισμό και εκφράζοντας την εξέγερση απέναντι στην κυριαρχία του ορθολογισμού. Το γλυκό φως του Καρλ Λάρσον συνάντησε την ακτινοβόλα ερωτική φόρτιση του Εντουάρ Μανέ.
Αυτό που αντικρίσαμε καταρχάς στην ορχήστρα της Επιδαύρου ήταν ένα νησί καταμεσής του ωκεανού, μια πολυνησιακή ατόλη με κοκοφοίνικες κι άλλα δέντρα, γνωστά αλλά και άγνωστα -με νεφελώματα αντί για φύλλωμα. Η εικαστική εγκατάσταση, που έμοιαζε με πρόταση για έναν εναλλακτικό τρόπο ζωής, μας έφερε στο νου την «Ουτοπία» (1516) του Sir Thomas More, τη «Νέα Ατλαντίδα» (1627) του Francis Bacon, το «Τhe Ιsle of Ρines» (1668) του Henry Neville που είναι ένας σπάνιας ομορφιάς μύθος, πραγματικός πρόδρομος του «Ροβινσώνα Κρούσου» του Daniel Defoe.
Το ουτοπικό στοιχείο το διακρίνει κανείς σχεδόν σε κάθε μεγάλη σύλληψη. Στους νεότερους χρόνους, ακόμη και στις μέρες μας, η ουτοπία εμπεριέχει και μια βαθιά επιθυμία: Να επιστρέψει, να ανακαλύψει ή να δημιουργήσει ο άνθρωπος έναν παράδεισο, προκειμένου να αντικαταστήσει αυτόν που απώλεσε ή από όπου εκδιώχθηκε.

Η λέξη ουτοπία απαντάται για πρώτη φορά στην «Πολιτεία» του Πλάτωνα. Ο όρος έχει χρησιμοποιηθεί στη φιλοσοφία, την τέχνη, τη λογοτεχνία, την αρχιτεκτονική αλλά και την πολιτική για να περιγράψει ιδανικές καταστάσεις που είναι αδύνατον ή πολύ δύσκολο να υλοποιηθούν. Αν και οι προσεγγίσεις μπορεί να έχουν οικονομική, αισθητική, πολιτική ή κοινωνική βάση, πάντα η ουτοπία συνδέεται άρρηκτα με μια αισιόδοξη, ιδεαλιστική, σχεδόν αδύνατη τελειότητα. Εναλλακτικά, για να περιγραφεί μία τέτοια επιθυμητή, ιδανική κοινωνία αλλά ως εφικτός και όχι ως αδύνατος στόχος, έχει χρησιμοποιηθεί ο όρος ευτοπία.
Αυτή η πασίγνωστη έννοια έρχεται από πολύ μακριά και περιγράφει με τρόπο συνταρακτικό και απλό ταυτόχρονα πώς κάθε φορά ο απλός λαός στις σκοτεινές περιόδους του, σε κρίσεις, στα στενά καταφεύγει στο όνειρο ή απλούστερα στην ουτοπία. Ας ξεκινήσουμε από τις ουτοπίες του Αριστοφάνη. Η καταφυγή του μεγάλου κωμωδιογράφου σε ουτοπικές ιστορίες δεν οφειλόταν μόνο στη διά νόμου της Βουλής απαγόρευση του «ονομαστί κωμωδείν», δηλαδή της σάτιρας των επωνύμων πολιτικών προσώπων, κάτι που επιδίωξε αρχικά ο «στόχος» Κλέων αλλά απέτυχε να παρασύρει τη Βουλή. Αλλά η προσωπική σάτιρα, όταν έχει κριτήριο πολιτικό συμπαρασύρει και τους θεσμούς και τις εφαρμογές τους. Άρα η απαγόρευση της κριτικής των ηγετών φίμωνε και την κριτική των καταστάσεων και της πολιτικής συγκυρίας.

Έτσι ο Αριστοφάνης εφευρίσκει τις ουτοπίες. Οι γυναίκες αντιδρώντας στον πόλεμο, αποφασίζουν να απόσχουν από τις ερωτικές συνευρέσεις, νόμιμες και παράνομες. Οι γυναίκες επαναστατούν και καταλαμβάνουν την εξουσία. Ο τυφλός Πλούτος βρίσκει το φως του και μοιράζει πλέον δίκαια τα αγαθά. Αθηναίοι πολίτες απελπισμένοι από τα αδιέξοδα εφαρμογής των θεσμών, κοινωνική αδικία, οικονομική δυσπραγία, μεροληπτική δικαιοσύνη εγκαταλείπουν την πόλη-κράτος και ιδρύουν άλλη πολιτεία μαζί με τα πουλιά, μεταξύ ουρανού και γης, εκβιάζοντας θνητούς και αθανάτους, στερώντας τους τις δοσοληψίες τους. Όλα αυτά σε καιρό είτε πολέμου και μάλιστα εμφυλίου, είτε έπειτα από μια ήττα όπου κυριαρχεί ανασφάλεια, στέρηση και έκλυση των ηθών.
Πρόκειται για την περιγραφή μιας ιδανικής κοινωνίας ισότητας, κοινοκτημοσύνης, ανοχής, όπου η εργασία θα είναι ελεύθερη και δεν θα υπάρχουν δικηγόροι, δικαστές και εκμετάλλευση. Ο Αριστοφάνης αντιπροτείνει έναν άλλο κόσμο στη θέση του υπαρκτού, την Ουτοπία, που βρίσκεται πολιτισμικά και πολιτικά πολύ μπροστά, στον οποίο δεν υπάρχει ούτε ατομική ιδιοκτησία, ούτε άρχοντες ούτε αυλικοί και αυλοκόλακες, ούτε επεκτατικοί πόλεμοι, ούτε εμπορευματική αξία των αγαθών στο εσωτερικό, μόνο αξία χρήσης.
Η ουτοπία είναι μια ιδέα που αφορά την πιθανότητα διαφυγής από τα δεδομένα της ζωής που ζούμε, την καταφυγή σ’ έναν μη-τόπο ευδαιμονίας, ισοπολιτείας, δικαιοσύνης. Πάντοτε στην Ιστορία ο άνθρωπος δημιούργησε συμβάσεις -πιθανώς για να ξορκίσει τους δαίμονες φόβους του- που τον οδηγούσαν σε μια δυσάρεστη κατάσταση απομάκρυνσης από τα “θέλω” του στα “πρέπει” που θεσμοθετούσαν την ύπαρξή του. Κι όταν η ανατροπή ακυρώνεται, η ουτοπία παραμένει ως αίτημα στη διαχρονία της ανθρώπινης περιπέτειας.

Μια παχουλή μητρόπολη

Το έργο γράφτηκε σε μια εποχή όπου η ειρήνη δοκιμαζόταν σκληρά (Νικίειος ειρήνη), ενώ η επιχείρηση στη Σικελία ήταν σε εξέλιξη και την πολιτική κατάσταση της Αθήνας διαχειρίζονταν ακατάλληλα πρόσωπα. Ο Αριστοφάνης έλαβε το δεύτερο βραβείο στα Μεγάλα Διονύσια του 414 π.Χ. με τους “Όρνιθες”, που θεωρείται από κορυφαίους μελετητές το καλύτερο από τα σωζόμενα έργα του.
«Μεγάλη μεγάλη ἡ πόλη μας – γεμάτη απὸ ἀνθρώπους καὶ πουλιὰ στὰ σύννεφα […] Μιὰ παχουλὴ μητρόπολη μέσα στὰ σύννεφα – ἂχ μόνο νά ’μαστε λίγο τυχεροί – Ὅλος ὁ κόσμος βούιξε – δεῖτε – βλέπετε πόσο πάθος πόση ἀγάπη γιὰ τὴν πόλη μας»

Βρισκόμαστε στη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, ο Αριστοφάνης πραγματεύεται τη φυγή δύο ανθρώπων από την τυραννία του κόσμου στο βασίλειο του παραμυθιού και συνενώνει την πιο τολμηρή φαντασία με την πιο ανάερη ποίηση. Πρόκειται για την ιστορία δύο φίλων, του Πεισθέταιρου και του Ευελπίδη, που εγκαταλείπουν την πόλη τους, την Αθήνα, για να αναζητήσουν μια νέα πολιτεία «μαλακιά και παχουλή σαν πουπουλένιο στρώμα ή σαν την κοιλίτσα του μωρού». Και τη βρίσκουν στη χώρα των πουλιών, που την ονομάζουν «Νεφελοκοκκυγία». Τα πουλιά δέχονται τους δύο ξένους, τους δίνουν φτερά και όλοι μαζί ρίχνονται με ενθουσιασμό στην ανοικοδόμηση ενός τείχους στους αιθέρες, που αποκόπτει την επικοινωνία ανάμεσα στους θεούς και τους ανθρώπους. Η ευδαιμονία της νέας πολιτείας στηρίζεται σε αυτή την πρωτόγνωρη ιδέα.

Ανέστιοι και πλάνητες, εν πλήρει αριστοκρατία λαϊκοί, φτωχοδιάβολοι, πλούσιοι σε οράματα και ονειροφαντασιώσεις, απλοί άνθρωποι – σωτήρες, που αναλαμβάνουν και τελικά καταφέρνουν να υπερβούν την καταθλιπτική πραγματικότητα και να θριαμβεύσουν. Δύο απογοητευμένοι φίλοι που επινοούν μια νέα πολιτεία, αυτή των πουλιών, και τη χτίζουν με περίσσια αγάπη στην… Επίδαυρο. Εκεί όπου ακόμα υπάρχει ελπίδα.
Τίποτα δεν μας δίνεται ακέραιο, δικό μας, μυθιστορηματικό πέρα για πέρα. Όχι μόνο δεν υπάρχει κάτι τέτοιο αλλά απεναντίας η ίδια η φαντασία θα πρέπει να βρει δικό της χρόνο και χώρο ώστε να απλώσει τους μηχανισμούς της για να πλάσει μια νεοπαγή πραγματικότητα που στερείται κηδεμόνα και ιστορικού. Οι «Όρνιθες» μας παρουσιάστηκαν ως μια κατάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης. Με την επιθυμία να καταφέρουμε μεταφορικά να πετάξουμε, να σηκώσουμε λίγο τα πόδια μας από το έδαφος και να μείνουμε στον αέρα. Με την επιθυμία της έκστασης, της έξαρσης του νου, του ιλίγγου, της εμβροντησίας, του θάμβους, της ανάτασης της ψυχής.

Πτήση και ελευθερία

Κι όλο αυτό το επίτευγμα είχε συγκίνηση, χαρά, φαντασία και χιούμορ. Η παράσταση μιλούσε για μια πίστη στο απίστευτο και αυτό είναι που επιχείρησαν οι αξιόλογοι συντελεστές μέσα σε μια βαθιά υπαρξιακή ατμόσφαιρα. Ωστόσο, εξαιτίας της περιπεπλεγμένης αφήγησης των συμβάντων (Διασκευή: Νίκος Καραθάνος, Γιάννης Αστερής), μου εμφανίστηκε η θεατρική υποψία ότι σε ορισμένα σημεία κάποια αριστοφανικά συμβάντα παραμερίστηκαν, δόθηκε έμφαση σε μια αυτοαναφορικότητα και τροφοδοτήθηκε η αυταρέσκεια.
Δεν μπορώ να αρνηθώ όμως ότι βρήκα πολλά θετικά. Αποχρώσεις, τονισμούς, ευφυΐα, λαμπερές ατάκες, αφέλεια, αισθήματα. Η αλλόκοτη πλοκή, μολονότι στερείτο κάποιας συνοχής, κορυφώθηκε με υπέροχα άλματα, σχεδόν ηδονικά.
Ούτε μπορώ να αρνηθώ ότι είχε εικόνες σχεδόν αριστουργηματικές. Ότι η σκηνοθεσία απορρύθμιζε στο έργο, χωρίς να χάνει την αρμονία του, οτιδήποτε πιθανό, οτιδήποτε δεδομένο, οτιδήποτε αποδεκτό. Με μια εντελώς φανταστική δόμηση, η οποία στηρίζεται σε βάσεις χρόνων και παιδεμό, ο εξαιρετικός Νίκος Καραθάνος κέντησε με σκηνοθεσία αληθινά ψυχικού εκτοπίσματος μεγάλου, μια σύνθεση η οποία θα μας ακολουθεί καιρό πολύ. Είτε μας άρεσε, είτε δεν μας άρεσε, οφείλουμε να το παραδεχτούμε.
Σε εντελώς προσωπική δημιουργία, η οποία δραματοποιεί χωρίς περιστροφές γεγονότα δραστικά και έτοιμα προς αφομοίωση, ο σκηνοθέτης παράλλαζε το ύφος ανάλογα με το επεισόδιο, αξιοποιούσε τη δύναμη και τους κυματισμούς του έργου, δημιουργώντας ένα εργαστήριο αναζήτησης της πτήσης. Μια επίκληση στην πτήση, στην ανύψωση, στην ανθρώπινη ελευθερία. Έδωσε έμφαση στο φαινόμενο ανθρώπων που προσπαθούν να γίνουν πουλιά, στη διαστρέβλωση της φυσικής τάξης, της οπτικής των πραγμάτων.
Σήμερα ζούμε μέσα στο παράδοξο. Παράδοξο κοινωνικό, πολιτικό, παράδοξο των σχέσεων. Άρα μπορούμε να κατανοήσουμε τους όρους και την ουσία του αριστοφανικού έργου. Είναι αυτή η απόδραση που όλοι έχουμε ανάγκη. Μια πτήση, που καλεί τον άνθρωπο να ξεχάσει τη σχέση του με τη γη. Σαν να υπάρχει ένα ανυπόμονο πουλί στην καρδιά μας που θέλει επιτακτικά να βγει έξω.
Χαρήκαμε γι’ αυτή την καταβύθιση στο προσωπικό σύμπαν του Νίκου Καραθάνου. Θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε και επιστροφή στις οντολογικές μας ρίζες, στην ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης.

Μια παράσταση πολύ κοντά σε μας. Που μιλάει για την αδυναμία μας να ζήσουμε εδώ και την επιθυμία μας να πάμε κάπου αλλού, κάπου καλύτερα, σε έναν άλλο τόπο. Το θέατρο της Επιδαύρου λειτουργεί ως θεραπευτήριο. Αυτό ήταν και στην αρχαιότητα. Η παράσταση μας κάλεσε λοιπόν να θεραπευτούμε, να παρηγορηθούμε, να απογειωθούμε μαζί με τον Ευελπίδη (αυτός που είναι αισιόδοξος) και τον Πεισθέταιρο (αυτός που του αρέσει να νουθετεί).
“Ψηλά στους αιθέρες, κρυμμένη μες τα σύννεφα,
ανάμεσα σε θεούς κι ανθρώπους, βρίσκεται η χώρα των πουλιών”

Στους «Όρνιθες» του Νίκου Καραθάνου το διασκευασμένο κείμενο είναι του μεταφραστή-ψυχιάτρου Γιάννη Αστερή και του σκηνοθέτη της παράστασης. Χαρακτηριστική ήταν η ιδιότυπη δομή με τη χαλαρή και ευχάριστη σύνθεση των σκηνών, η δηκτικότητα, η σαρκαστική διάθεση, η αισιόδοξη χροιά, οι αποστροφές προς το κοινό, η ποικιλία της γλωσσικής τόλμης.

Η μουσική -απολύτως θεσπέσια- είχε επιρροές από λυρική, κλασική, ποπ και electro, μέχρι dance και ηλεκτρονική. Ο εξαίρετος συνθέτης της Άγγελος Τριανταφύλλου, ηθοποιός και συνθέτης που πολλάκις έχουμε θαυμάσει, έφτιαξε μια πελώρια μουσική αγκαλιά για την παράσταση, που ήταν ζεστή, τρυφερή και ατόφια, «ακολουθώντας τη λογική της παράστασης και όχι του κειμένου», όπως έχει δηλώσει ο ίδιος.
«Τα έργα δείχνουν εμάς, εισχωρούν μέσα μας και δείχνουν τα εντόσθιά μας. Δεν μας λένε κάτι, ούτε έχουν κάποιο κρυφό μήνυμα», σημειώνει ο σκηνοθέτης. Η πραγματική ουτοπία λειτουργεί όπως το ανθρώπινο σώμα. Αν κάποια μέρη σταματούν να λειτουργούν, το σώμα τα απορρίπτει. Είναι μια κοινωνία πολεμιστών της ειρήνης, όχι ειρηνοποιών. Γιατί ο εχθρός βρίσκεται στο εσωτερικό. Και εκεί θα πρέπει να δώσουμε τη μάχη.
Σκηνοθέτης τολμηρός και βιωματικός ο Καραθάνος, που αναζητά την αλήθεια των πραγμάτων. Ηδονιστής του χρώματος με λαμπερές καλοκαιρινές και ερωτικές συνθέσεις. Ένας γνήσιος Ευρωπαίος καλλιτέχνης. Μεγάλωσε το δικό του δέντρο με τις παραδοσιακές ρίζες, τον κορμό τον ελληνικό, τα κλαδιά της αναγεννησιακής ζωγραφικής ως τις φυλλωσιές των Bonnard, Vuillard και του μοντερνισμού.
Οι Μάριος Δαπέργολας, Σοφία Ευκλείδου, Δημήτρης Κλωνής, Βασίλης Παναγιωτόπουλος, Δημήτρης Τίγκας είναι οι σπουδαίοι μουσικοί που έπαιξαν ζωντανά υπό την μπαγκέτα του Άγγελου Τριανταφύλλου, ο οποίος διακρίθηκε και ως ηθοποιός.
Υπήρξε μια σκηνή, η σκηνή με το θάμνο, στην οποία χρησιμοποιήθηκε αριστοτεχνικά ο φωτισμός για να φορτίσει συναισθηματικά τις ανθρώπινες φιγούρες. Γενικώς η παράσταση μας χάρισε πίνακες με μια μυστηριώδη και δραματική αίγλη, ως προέκταση θα ‘λεγε κανείς της σκοτεινής ζωής μας. Νόμιζες πως έβγαινε απευθείας από πίνακα του Καραβάτζο με όλο το δραματικό στοιχείο και το μυστηριακό χαρακτήρα της πίστης. Οι φωτισμοί του Σίμου Σαρκετζή, που συνέβαλαν σε αυτό το αποτέλεσμα, είχαν τη λαμπερή αρμονία της φύσης και την αντίστιξη των συμπληρωματικών χρωματισμών.
Τα σκηνικά της Έλλης Παπαγεωργακοπούλου ήταν υψηλής τέχνης. Στη θέα τους συνοψίζονταν όλες οι αισθήσεις. Μπροστά τους ο καθένας μπορούσε, βάζοντας τη φαντασία του να δουλέψει, να πλάσει ένα μυθιστόρημα και με μια ματιά μονάχα, να νιώσει το πνεύμα του κυριευμένο από βαθιές αναμνήσεις, δίχως ν’ απαιτείται καμιά προσπάθεια της μνήμης, καθώς όλα συνοψίζονταν σε μία μόνο εικόνα. Τα κοστούμια της ήταν ολοζώντανα, περιγραφικά, περίεργα άγρια και κομψά. Φλογερά αντινατουραλιστικά κόκκινα, πυρετώδη κίτρινα, εξωτικά μπλε και πράσινα, φλοράλ, χαβανέζικα και ταϊτινά, φούξια και πορτοκαλιά, ενθουσιώδη, πανηγυρικά, προκλητικά, επιθετικά χρώματα, που συνδύαζαν επιρροές από τους μεγαλοφυείς καταθλιπτικούς Πωλ Γκωγκέν και Βίνσεντ Βαν Γκογκ.
Σπουδαία η επιμέλεια της κίνησης από τη χορογράφο Amalia Bennett. Επρόκειτο για το συμβολικό όραμα ενός συμπαντικού εναγκαλισμού στο οποίο ερμηνεύεται η ζωή σαν μια αρμονία που επαναλαμβάνεται ασταμάτητα και ρυθμικά.

Οι ερμηνείες

Η ομάδα των ηθοποιών έστειλε τα συλλυπητήριά της στο άγχος και στο φόβο, ορμώντας με αγάπη στα λόγια ενός ποιητή που «δεν ντρέπεται για τίποτα». Μια ομάδα χαρισματικών καλλιτεχνών και ωραίων ανθρώπων μας συνέδεσε με τη διαπεραστική σφοδρότητα του αριστοφανικού λόγου σε μια σύγχρονη και ποιητική διασκευή. Φαντασία και πραγματικότητα, άνθρωποι, θεοί και ζώα μπλέχτηκαν σε έναν κόσμο που είχε τη σοβαρότητα του παιχνιδιού, τη ρευστότητα του ονείρου και τη γλυκιά μελαγχολία της ζωής. Ένας θίασος «που θέλει να πετάξει πέφτοντας», που αναζητά, τολμά και αναμετριέται με «μια ευτυχία άπιαστη, τόσο μεγάλη που δεν μπορείς να την πεις και δεν μπορείς να την πιστέψεις».

Η Αλίκη Αλεξανδράκη ήταν μια ευχάριστη φιγούρα. Με σιέλ ταγιέρ, τσαντούλα, λευκόξανθη περούκα και στυλ «Save the Queen» ήταν μια απρόσμενη έκπληξη.
Ο Νίκος Καραθάνος ήταν μια εκρηκτική σύνθεση σκέψης, συναισθήματος και μνήμης με κάποιες στιγμές ακρότητας για τις οποίες διατηρώ τις επιφυλάξεις μου.
Ο Γιάννης Κότσιφας ώριμος, δυνατός, άμεσος. Έβγαλε γέλιο και έδωσε ψυχή.
Ο Έκτορας Λιάτσος εκπληκτικός στην κίνηση και ο Φοίβος Ριμένας με υπέροχο μέταλλο φωνής.
Η Βασιλική Δρίβα ήταν το δώρο σ’ αυτή την παράσταση. Τρισχαριτωμένη, άμεση, με αυτοπεποίθηση, με τσαχπινιά, με αμεσότητα. Πραγματικό εύρημα. Μια μορφή που ξέφυγε από τις πανέμορφες «Δεσποινίδες των τιμών» (Las Meninas) του Βελάσκεθ.
Ο Χρήστος Λούλης αυτοσχεδιαστικός, πηγαίος, έδωσε μια ιδιαίτερα ενσυνείδητη, υπολογισμένη επίδειξη του τι μπορεί να επιτύχει ένας ηθοποιός.
Η Φωτεινή Μπαξεβάνη, φυσική και αυθόρμητη, με απαράμιλλη ευαισθησία και οξυδέρκεια. Είτε ως φανταχτερό πουλί είτε ως εύσαρκη Αφροδίτη έδειξε τη μαεστρία της.
Ο Κωνσταντίνος Μπιμπής έδωσε ρεσιτάλ ήχων, μιμήσεων και φωνών. Απίστευτο ταλέντο.
Η Νατάσσα Μποφίλιου, ωραία σαν άγγελος και με αγγελική φωνή.
Για τον Μιχάλη Σαράντη, θα μπορούσα να γράψω πολλά. Θα περιοριστώ όμως σε λίγα. Πλούτος αφάνταστος. Ηθοποιός γήινου ρεαλισμού και αιθέριου μεγαλείου. Καλλιτέχνης με μέλλον.
Γιάννης Σεβδικαλής: Αθλητής και ηθοποιός με ακεραιότητα, πρωτόγνωρη δυναμική και αρετή.
Ο Άρης Σερβετάλης πάντα μας κατακτά. Αυτό έκανε και τώρα. Είναι ένας ονειρικός ήρωας.
Ο Άγγελος Τριανταφύλλου είναι ξεχωριστός. Καλλιτέχνης με ανοιχτούς ορίζοντες, φέρει ένα κοσμοπολίτικο αέρα στην υποκριτική του και μια αύρα ανανέωσης στη μουσική. Μια ολόκληρη σχολή από μόνος του.
Η Γαλήνη Χατζηπασχάλη, πληθωρική και τολμηρή, κωμική και ευρηματική, ερμήνευσε την Ίριδα και καταχειροκροτήθηκε.

«Να με σκέφτεσαι, όταν υποφέρεις, όταν κλαις…». Η παρουσία του Άγγελου Παπαδημητρίου, γλυκιά και ειρωνική, κοντινή και απόμακρη, εντυπωσιακή και διακριτική. Η πίκρα ποτέ δεν ακουγόταν τόσο πικρά, όσο με το τραγούδι του. Με την τραχιά τρυφεράδα της φωνής του θύμιζε την εμβληματική τραγουδίστρια του Μεξικού, Τσαβέλα Βάργκας.

Ζωηρά πουλιά, ευκίνητα, αναιδή και εκθαμβωτικά, έχοντας εριστική διάθεση, με μια εντυπωσιακή σειρά από σφυρίγματα, τρίλιες και γουργουρίσματα, πανέμορφες νεράιδες, καλλίγραμμες και καλλίφωνες, διαβολεμένα χαριτωμένες οι Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Μαρία Διακοπαναγιώτου, Έμιλυ Κολιανδρή, Γρηγορία Μεθενίτη, υπήρξαν υπέροχες με το δυνατό, υψίσυχνο, «υγρό» μελωδικό τραγούδι τους και την πλαστικότητα των κινήσεών τους.

Η παράσταση τελειώνει με ένα λευκό αερόστατο, εν είδει στρογγυλής θεάς ή ουτοπικού πλσνήτη, να πορεύεται προς τον ουρανό, σαν γιορτή.
Μια γιορτή των αισθήσεων, ριζωμένη στην αξεπέραστη ποιητική δύναμη των “Ορνίθων”.

Ο πιο πολύχρωμος, ο πιο αδιευκρίνιστος, ο πιο ψυχολογικός Αριστοφάνης των τελευταίων χρόνων, τουλάχιστον.

* Νίκος Καραθάνος – Σκηνοθέτης: «Δεν θα ανέβαζα την παράσταση αν δεν είχα συναντήσει δύο ανθρώπους, οι οποίοι συμμετέχουν στο έργο. Δεν είναι ηθοποιοί. Πρόκειται για τον αθλητή Γιάννη Σεβδικαλή, ο οποίος έχασε τα πόδια τους σε ένα ατύχημα. Σήμερα περπατά σε τεχνητά μέλη και προετοιμάζεται για τους Παραολυμπιακούς Αγώνες. Η Βασιλική Δρίβα είναι δημόσια υπάλληλος από τη Λάρισα. Πάσχει από νανισμό. Δείχνουν για μένα ένα δρόμο υπέρβασης».

* Ο Νίκος Καραθάνος γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Μαρούσι. Φοίτησε στην Παιδαγωγική Ακαδημία της Ρόδου και στη συνέχεια στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Παρόλο που έχει παίξει και στην τηλεόραση και τον κινηματογράφο, έγινε γνωστός μέσα από τη δουλειά του στο θέατρο τόσο ως ηθοποιός όσο και ως σκηνοθέτης. Έχει συνεργαστεί με τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες (Γ. Χουβαρδά, Δ. Μαυρίκιο, Β. Παπαβασιλείου, Θ. Μόσχοπουλο, Μ. Μαρμαρινό, M. Langhof, A. Vassillief, D. Gotsef), ενώ έχει σκηνοθετήσει -μεταξύ άλλων- για το Εθνικό Θέατρο τον Ιούλιο Καίσαρα του Σαίξπηρ, τις Οκτώ Γυναίκες του Φ. Οζάν για το Φεστιβάλ Αθηνών, τον Συρανό Ντε Μπερζεράκ του Ε. Ροστάν (που υπήρξε και μεγάλη επιτυχία του Εθνικού) και την Γκόλφω του Περεσιάδη.

* Οι “Όρνιθες” θα παιχτούν και στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση – Κεντρική Σκηνή

Το Σάββατο 17, την Κυριακή 18 και την Τετάρτη 21, Πέμπτη 22, Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2016
Παραστάσεις: Σάββατο, Κυριακή, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή στις 20:30
Στην παράσταση της Τετάρτης 21ης Σεπτεμβρίου δεν συμμετέχει η Νατάσα Μποφίλιου. Tα τραγούδια της παράστασης θα ερμηνεύσει o θίασος.
Διάρκεια: 130 λεπτά (φυσικά) χωρίς διάλειμμα
Πληροφορίες για εισιτήρια στο τηλέφωνο: 210 – 900 5 800

* Ο Αριστοφάνης (περ. 445-385 π.Χ.) είναι ο επιφανέστερος εκπρόσωπος της αρχαίας κωμωδίας. Σώζονται ακέραια 11 έργα του: Αχαρνής (425), Ιππής (424), Νεφέλες (423), Σφήκες (422), Ειρήνη (421), Όρνιθες (414), Λυσιστράτη (411), Θεσμοφοριάζουσες (411), Βάτραχοι (405), Εκκλησιάζουσες (392), Πλούτος (388). Στις κωμωδίες του, η δράση εστιάζει συχνά στη φυγή ενός προσώπου από έναν τόπο γεμάτο σκοπιμότητες, φτώχεια, πόλεμο και μεγάλα λόγια προς χώρους φανταστικούς, όπου επιχειρεί να κάνει πραγματικότητά το όνειρό του.

* Οι “Όρνιθες” είναι η πρώτη παραγωγή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου 2016. Παρουσιάστηκε στις 19 και 20 Αυγούστου 2016. Ο Νίκος Καραθάνος και η ομάδα του συνεργάζονται ξανά με τη Στέγη, μετά το «Βυσσινόκηπο» του Τσέχωφ, μια παράσταση που ξάφνιασε και συζητήθηκε όσο λίγες.

* Για να μην ξεχνιόμαστε: «Ο όρνις» ή «η όρνις» σήμαινε αρχικά «πουλί» (βλ. Στυμφαλίδες όρνιθες). Γύρω στον 7ο αιώνα ή λίγο νωρίτερα ήρθαν από την Περσία στον ελληνικό χώρο και «οι περσικοί όρνιθες», κοινώς οι κότες και οι κόκορες.
Από την εποχή εκείνη και μετά η χρήση του θηλυκού όρνις σιγά σιγά περιορίστηκε, για να δηλώσει μόνο την κότα, ενώ το αρσενικό όρνις συνέχισε να δηλώνει το πουλί. Το έργο του Αριστοφάνη αναφέρεται σε πουλιά και όχι αποκλειστικά σε κότες και γι’ αυτό «οι όρνιθές» του είναι αρσενικού γένους. Σήμερα δεν έχουμε αρσενικούς όρνιθες, αλλά κρατάμε το αρσενικό και μιλάμε για τους Όρνιθες για να μην αλλάξουμε τη σημασία.

Ταυτότητα παράστασης

Μετάφραση: Γιάννης Αστερής
Σκηνοθεσία: Νίκος Καραθάνος
Διασκευή: Νίκος Καραθάνος, Γιάννης Αστερής
Σκηνικά – Κοστούμια: Έλλη Παπαγεωργακοπούλου
Μουσική: Άγγελος Τριανταφύλλου
Φωτισμοί: Σίμος Σαρκετζής
Κίνηση: Amalia Bennett
Βοηθός σκηνοθέτη: Ιωάννα Μπιτούνη
Βοηθός σκηνοθέτις: Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου
Βοηθοί σκηνογράφου: Ευαγγελία Θεριανού, Μυρτώ Κοσμοπούλου, Μυρτώ Λάμπρου
Βοηθός μουσικού: Βασίλης Παναγιωτόπουλος
Βοηθός παραγωγής: Τζέλα Χριστοπούλου

Φωτογραφίες @ Κική Παπαδοπούλου
Παραγωγή: Στέγη Ιδρύματος Ωνάση

Εκτέλεση Παραγωγής: Γιολάντα Μαρκοπούλου, Κωνσταντίνα Γεωργίου / POLYPLANITY Productions

* Ο Θίασος: Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Αλίκη Αλεξανδράκη, Μαρία Διακοπαναγιώτου, Βασιλική Δρίβα, Νίκος Καραθάνος, Έμιλυ Κολιανδρή, Γιάννης Κότσιφας, Έκτορας Λιάτσος, Χρήστος Λούλης, Γρηγορία Μεθενίτη, Φωτεινή Μπαξεβάνη, Κωνσταντίνος Μπιμπής, Νατάσσα Μποφίλιου, Άγγελος Παπαδημητρίου, Φοίβος Ριμένας, Μιχάλης Σαράντης, Γιάννης Σεβδικαλής, Άρης Σερβετάλης, Άγγελος Τριανταφύλλου, Γαλήνη Χατζηπασχάλη
Παίζουν ζωντανά οι μουσικοί: Μάριος Δαπέργολας, Σοφία Ευκλείδου, Δημήτρης Κλωνής, Βασίλης Παναγιωτόπουλος, Δημήτρης Τίγκας

* Γιώργης Παυλόπουλος
Πού είναι τα πουλιά;
(αφιερωμένο στον Μιχάλη Πιερή)

Ατσάραντοι και λιάροι κι’ αητομάχια
συκοφάγοι και κατσουλιέρες και κοτσύφια
τσουτσουλιάνοι και τσαλαπετεινοί και τσόνοι
καλημάνες και καλατζάκια και τσιμιάλια
τσιπιριάνοι και τσικουλήθρες και σπέντζοι
τετεντίτσες και τουρλουμπούκια και κίσσες
καλοκερήθρες και σηκονούρες και ασπροκόλια
μπεκανότα και δοδόνες και κολοτριβιδόνες
ξυλοτρούπιδες και σπίγγοι και τρουποφράχτες
κοκκινονούρες και τρυγονόλιαροι και μυγουσάκια
γαϊταρίθια κα σβουρίτζια κα σγουρδούλια
θεοπούλια και μυγούδια και σπίνοι;
Πού είναι ο κοκκινολαίμης;
Πού είναι τα παπιά;
Κρινέλια και γερμάνια και ψαλίδες
ξυλόκοτες και μπάλιζες και σουγλοκόλια
γερατζούλια και ντελίδες και μαυρόπαπα
ψαροφάγοι και τουρλίδες και ζαγόρνα
λαγοτουρλίδες και τσιλιβίδια και βουτουλάδες;
Πού είναι ο Μολοχτός κι’ ο Πάπουζας;
Η Αβοκέτα κι’ ο Καλαμοκανάς;
Πού είναι οι συκοπούλες οι βουλγάρες κι’ οι σιταρίθρες
τα βατοπούλια τα κουφαηδόνια κι’ οι αερογάμηδες
οι φάσες και οι σπαθομύτες
τα κιρκινέζια κι’ οι χαλκοκουρούνες;
Πού είναι
ο μπούφος ο χουχουλόγιωργας κι’ ο κούκος
ο νυχτοκόρακας ο γκιόνης κι’ ο καράπαπας;
Πού είναι
τα ξεφτέρια τα γεράκια και οι αετοί;
Πού είναι ο Ντρένιος ο Καλογιάννης και ο Μπέτος;
Πού είναι οι Μαυροσκούφηδες;

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -