36.8 C
Athens
Παρασκευή 19 Ιουλίου 2024

«Ο Σημαδιακός». Το σημάδι του Παπαδιαμάντη στο διαμέρισμα των Κατακουζηνών

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

«Δυὸ μειράκια, πρωτεξάδελφοι ἐκ μητρός, ὁ Σωτῆρος καὶ ὁ Ἀλέκος, ἀνέβαινον τὸ λιθόστρωτον τῆς παραθαλάσσιας ὁδοῦ, τὸ ὑπερκείμενον ἀποτόμου κρημνώδους βράχου καὶ φέρον εἰς τὴν ἄνω ἐνορίαν. Ὁ Σωτῆρος ἦτο δωδεκαετής, ὁ Ἀλέκος δεκαετής. Ὁ πρῶτος ἔφερε τὸ νησιώτικον ἔνδυμα, ὁ δεύτερος ἦτο «φράγκος», δηλαδὴ ἐφόρει κακόζηλα στενὰ ἐξ ἐγχωρίου ὑφάσματος, καὶ κασκέτον. Οὗτος ἐκράτει μόνον λεπτὴν ράβδον, ὁ δὲ Σωτῆρος ἦτο κάσσα, ἐκράτει δὲ καὶ τὸν φανόν».
«Ο Παπαδιαμάντης “μουσικήν εποίει” με τα τεχνικά καλούπια του διηγήματος», γράφει ο Παύλος Νιρβάνας, στην «ποιητική νοημοσύνη του Παπαδιαμάντη» αναφέρεται και ο Οδυσσέας Ελύτης. Ως ποιητή διαβάζει και ο Σεφέρης «τον πιο μεγάλο πεζογράφο της νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας», όπως τον χαρακτηρίζει, όταν τον συναριθμεί με τον Ανδρέα Κάλβο και τον Κωστή Παλαμά (Δοκιμές, Γ’). Ο θαυμασμός του Σεφέρη για τον Παπαδιαμάντη είναι στα κείμενά του εμφανής. Αλλά και επαληθεύεται από την κατασκευή αρκετών στίχων δικών του με παπαδιαμαντικά υλικά.
Γιώργος Σεφέρης μάλιστα θυμάται με αβρότητα μία επίσκεψή του στη Σκιάθο, το 1930: «Σπίτι τοῦ Παπαδιαμάντη. Ἡ γριὰ ἀδερφή του ἔκλαιγε καθὼς μᾶς μιλοῦσε γι᾿ αὐτόν. Λιγνή, ψηλή, μελαχρινή, βυζαντινὴ ράτσα. Τὸ σπιτάκι καθαρὸ καὶ ἀσπρισμένο, μία μεγαλωμένη φωτογραφία τοῦ Παπαδιαμάντη κρεμασμένη στὸν τοῖχο στὴν κάμαρα ὅπου πέθανε. Ἀπὸ τὸ παράθυρο ὡς τὸ μικρὸ σκιαθίτικο τζάμι, ἕνα στρῶμα κατάχαμα σκεπασμένο μ᾿ ἕνα κιλίμι. Ἐκεῖ πάνω ξεψύχησε (2 Ἰανουαρίου), ἀφοῦ ζήτησε νὰ τὸν σηκώσουν καὶ νὰ τὸν καθίσουν κοντὰ στὴ φωτιά. Τὸ μόνο βιβλίο του ποὺ εἶδα πάνω στὸ μικρὸ τραπέζι, μία φτηνὴ ἀγγλικὴ ἔκδοση (Omnibus) τοῦ Σαίξπηρ». (Γιώργος Σεφέρης, «Μέρες Α´» Ἐκδόσεις «Ίκαρος»)
Τα λογοτεχνικά κείμενα με θέμα περιστάσεις, στιγμές και αισθήματα των ανθρώπων κατά τις ημέρες των Χριστουγέννων είναι τόσα, που θα μπορούσαμε να πούμε ότι απαρτίζουν λογοτεχνικό είδος. Ένα είδος ιδιαίτερο, καθοριζόμενο από χαρακτηριστικά όχι μορφικά αλλά θεματικά. Ποιήματα, διηγήματα, νουβέλες, ακόμη και μυθιστορήματα, με σκηνικό της ιστορίας τους τις εορτές, ειδικά των Χριστουγέννων, υπάρχουν πλήθος σε όλες τις γλώσσες του χριστιανικού κόσμου και ανασύρονται κάθε χρόνο τις ημέρες των εορτών με κάποια δόση νοσταλγίας και επιστροφής για να θυμίσουν πώς αισθάνονταν τις ημέρες αυτές οι άνθρωποι των παλαιότερων εποχών. Και σήμερα γράφονται τέτοια κείμενα. Όμως γράφονται και δημοσιεύονται όλο και λιγότερα, προφανώς επειδή το θρησκευτικό αίσθημα, που τα εμπνέει, είναι λιγότερο έντονο. Το είδος έχει γίνει πλέον μουσειακό.
Το θρησκευτικό υπόβαθρο του θέματός τους με τα αισθήματα ελπίδας που υποβάλλει κάνει ώστε, συνήθως, η έκβαση αυτών των λογοτεχνημάτων να είναι αισιόδοξη. Λίγα είναι εκείνα στα οποία το παραμυθητικό στοιχείο δεν υπάρχει. H δραματική -ακόμα και τραγική- διάσταση που τους παρέχει αυτή η έλλειψη δίνει στα κείμενα αυτά ένα στοιχείο πραγματισμού, που ενισχύει, για όσους δεν είναι θρησκευόμενοι, το λογοτεχνικό τους βάθος.
Ένα τέτοιο κείμενο είναι το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Ο Σημαδιακός» (1889), ένα από τα ωραιότερα διηγήματα του συγγραφέα και πιθανόν το ωραιότερο από τα διηγήματά του των Φώτων. Αναλύσεις του διηγήματος αυτού έχουν γραφεί αρκετές και εύστοχες. Ως θεατρική πράξη όμως δεν είχε παρασταθεί έως τώρα.

Μια φορά κι έναν καιρό, όπως λένε τα παραμύθια, δύο κορίτσια κυνηγούσαν την αλήθεια, στην αναζήτησή τους αυτή έμαθαν την απλότητα της ομορφιάς και μας την παρουσίασαν. Παραμύθια, θα μου πεις, το ξέρω. Αλλά μη νομίζεις, πως δεν τα ‘χει ανάγκη ο άνθρωπος τα παραμύθια. Η Μελίνα Ζαχαροπούλου και η Ηωάννα Σπανού μας ψιθύρισαν εμπιστευτικά, με μάτια λαμπερά, με το υπόκωφο μουρμούρισμα των κρουστών, με το καλλίφωνο τραγούδισμά τους την ιστορία του Σημαδιακού. Σβέλτα, εύστροφα, ομιλητικά, με στιβαρότητα αργή και απαλή, με αυθορμητισμό φιλέρευνο και πνευματώδη. Στο σαλόνι της Οικίας Κατακουζηνού που φιλόξενα τούς άνοιξε τις θύρες του.
Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Ο Σημαδιακός» πρωτοδημοσιεύτηκε με τον υπότιτλο «Ανάμνησις της εορτής των Φώτων» στην εφημερίδα «Εφημερίς» της 6ης Ιανουαρίου 1889. Το διήγημα είναι βγαλμένο από τις παιδικές αναμνήσεις του συγγραφέα.
Ο συγγραφέας πλάθει μία ολοζώντανη σύνθεση που αβίαστα απογειώνεται από μια ιστοριούλα για τα κάλαντα των Φώτων σε ένα μικρό «δράμα», ίσως επειδή είναι «στοιχειωμένη» από τα τραγούδια των παιδιών κι από τη μυστηριώδη σιωπή του κλειστού φακέλου που περιέχει το αιώνια άγνωστο περιεχόμενο.

Σε τρία εύθυμα εορταστικά διηγήματα του Παπαδιαμάντη, τα παιδιά λένε τα κάλαντα: «την εσπέραν της παραμονής των Χριστουγέννων του έτους 185…» στο διήγημα «Της Κοκκώνας το σπίτι», «την εσπέραν της παραμονής του Αγ. Βασιλείου» στο «Γουτού Γουπατού» και «την εσπέραν της παραμονής των Φώτων του έτους 186…» στο διήγημα «Ο Σημαδιακός». Ανάμεσα στον κόσμο των παιδιών, είθισται να παρεμβαίνει, συνήθως ως συνδετικός κρίκος, ο έρωτας. Τι γίνεται άραγε με τον έρωτα στα εορταστικά του Παπαδιαμάντη; Ο έρωτας στον Παπαδιαμάντη είναι απλός, ήρεμος. Πουθενά τα μεγάλα δράματα ή τα πάθη του σαρκικά. Αν και σπάνια συναντά κανείς στην ερωτική μας φιλολογία τόσο δυνατές ερωτικά μα και τόσο αιθέριες σελίδες, όπως αυτή που κλείνει το “Όνειρο στο κύμα”. Μέσα στα θαμνώδη ρήματα και φύλλα καταπράσινα της γλώσσας του ο ακέραιος κυρ-Αλέξανδρος, ο περιούσιος Παπαδιαμάντης, κρατάει τον πόνο στο σωστό του το ύψος.
Μια μικρή ιστορία από τη ζωή του Παπαδιαμάντη μας λέει:
«Ὁ Παπαδιαμάντης ἦταν κλειστὸς τύπος. Μιὰ φορὰ ὅμως πῆρε τὸ θάρρος καὶ ἀπήγγειλε στὸν Μητσάκη ἕνα ἐρωτικό του ποίημα. Ἐκεῖνος θέλοντας νὰ τὸν πειράξει:
– Ὥστε ἔτσι, κύριε Ἀλέξανδρε! Ἔχουμε ἔρωτες καὶ τοὺς τραγουδοῦμε τόσο ὄμορφα!
– Ἐγὼ δὲν ἔχω ἔρωτες, ἀποκρίθηκε ὁ Παπαδιαμάντης, χαμηλώνοντας τὰ μάτια. Ὁ ἥρωάς μου ἔχει!».
Ωστόσο, μπαίνει κανείς στον πειρασμό να δώσει μια ψυχολογική ερμηνεία στο εορτάσιμο πολλών εκ των διηγημάτων του. Για τον οιονδήποτε μέτοικο, γιορτές μακράν της γενέτειρας, όσο ευνοϊκές και να είναι οι συνθήκες στον τόπο όπου διαμένει, φέρνουν κατήφεια. Πόσω μάλλον στον Παπαδιαμάντη, που ζει στην Αθήνα χωρίς οικογένεια και σπιτική θαλπωρή. Δεν είχε ούτε καν φιλικές σχέσεις, που να του εξασφαλίζουν για το βράδυ των Χριστουγέννων ή το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς ή ακόμη και του Πάσχα μια σπιτική σύναξη.
Στα εορταστικά του διηγήματα με χαρμόσυνη ατμόσφαιρα παρατηρούμε ότι η χαρούμενη διάθεση ταυτίζεται με την παρουσία παιδιών. Αν και η εν λόγω διαπίστωση δεν ισχύει αντιστρόφως, καθώς πολλά διηγήματα με ήρωες παιδιά πόρρω απέχουν από το να είναι χαρούμενα.

Στο διαμέρισμα των Κατακουζηνών

Με χαρά όμως πληροφορηθήκαμε και σας αναγγέλλουμε ότι η ποιοτική παράσταση «Ο Σημαδιακός» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη πήρε παράταση και θα παρουσιαστεί στην Οικία Κατακουζηνού (Λ. Β. Αμαλίας 4, στον 5ο όροφο) για μερικές ακόμα παραστάσεις στις 20 και στις 27 Μαρτίου αλλά και στις 10 Απριλίου, πάντα στις 20:00.
Στο διαμέρισμα των Κατακουζηνών στη λεωφόρο Αμαλίας, το πιο ζεστό και εκλεπτυσμένο καταφύγιο του αθηναϊκού ιστορικού κέντρου, το κατάφορτο από γλυπτά, βιβλία αλλά και ταπεινά αναμνηστικά, μαρτυρίες μιας ζωής πολυκύμαντης και δημιουργικής, ήρθε και ταίριαξε ο ταπεινός και αριστουργηματικός Παπαδιαμάντης.
Σε ένα από τα σημαντικότερα φιλολογικά σαλόνια της γενιάς του ‘30. Εκεί που ποιητές, συγγραφείς, καλλιτέχνες και επιστήμονες οι οποίοι σημάδεψαν τη σύγχρονη Ελλάδα αλλά και πολλοί επιφανείς Ευρωπαίοι και Αμερικανοί φίλοι των Κατακουζηνών τους επισκέπτονταν συχνά για να απολαύσουν την ατμόσφαιρα, τη θέα, την αριστοκρατική φιλοξενία και την ευεργετική τους συντροφιά. Στο στήσιμο του σπιτικού του το ζευγάρι προσπάθησε να ενσωματώσει όλα όσα αγαπούσε, όλα όσα αποτελούσαν πηγές έμπνευσης στην καθημερινότητά του. Κυρίαρχα ήταν τα έργα τέχνης, σχεδόν όλα δώρα από φίλους όπως ο Νίκος Χατζηκυριάκος – Γκίκας, ο Γεώργιος Γουναρόπουλος, ο Σπύρος Βασιλείου, η Θάλεια Φλωρά-Καραβία, ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Marc Chagall και δεκάδες άλλοι επιφανείς.
«Τα σπίτια απευθύνονται και στο συναίσθημα, και αυτό το ισχυρό τους σημείο… αξίζει να ενδυναμωθεί με τη δημιουργία ατμόσφαιρας. Μία από τις συχνότερες παρατηρήσεις επισκεπτών σε καλοβαλμένα (ιστορικά) σπίτια είναι ότι απολαμβάνουν να βρίσκονται εκεί γιατί μοιάζουν με σπιτικά και όχι με ιδρύματα. Η σημασία (αυτής της διαπίστωσης) για τα ιστορικά σπίτια – μουσεία είναι ξεκάθαρη. Τα ιστορικά σπίτια πρέπει να ξαναζήσουν» (Laurence Vail Coleman – 1933)

Μια φανταστική συνάντηση

«Truth may seem, but cannot be:
Beauty brag, but ’tis not she;»
William Shakespeare

“Ἡ ἀλήθεια φαίνεται, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει,
τὸ κάλλος λάμπει, ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτό.”

(Μετάφραση: Αλ. Παπαδιαμάντη)

Δύο καθημερινοί ήρωες αναβιώνουν μία φανταστική συνάντηση ανάμεσα στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και στο νεκρό εξάδερφό του Σωτήρη Οικονόμου. Ένα διασκεδαστικό επεισόδιο από την παιδική τους ηλικία μετατρέπεται σε μια παραβολή για τη ζωή, την αγάπη και την απώλεια. Η Ηωάννα Σπανού διασκευάζει και σκηνοθετεί με φυσικότητα και καλλιτεχνική αφέλεια, την οποίαν εξαίρει «αττικίζουσα χάρις», νεανική μαγεία, απλή μελαγχολία, της οποίας τα ελαφρά σύννεφα φωτίζει ο ήλιος μιας «φιλομειδούς ειρωνείας».
Ο «Σημαδιακός» είναι μία παράσταση που προχωρά με ονειρικό βήμα ή με ονειρικό πέταγμα. Θα ταξιδέψει με σταθερότητα και ευθύνη. Το μυστικό είναι απλό: υπάρχει πίσω από την προσπάθεια σχέδιο δράσης, υπάρχει μεθοδολογία, υπάρχει ένα μικρό όραμα για το θέατρο. Κανένας εντυπωσιασμός, καμία επίδειξη. Πίστη στην ποιητική ιδέα.
Μια φανταστική συνάντηση του Σκιαθιώτη συγγραφέα με τον αγαπημένο του εξάδελφο Σωτήρη Οικονόμου, λοιπόν. Και στη διάρκειά της, οι δύο νεαρές καλλιτέχνιδες, οι ταλαντούχες Μελίνα Ζαχαροπούλου και Ηωάννα Σπανού, έπλεξαν και έμπλεξαν δημοτικά τραγούδια, ένα ακόμα κείμενο, του Παπαδιαμάντη επίσης, «Τα ρόδινα ακρογιάλια», κι όλα αυτά με την τρυφεράδα και τη θέρμη της θεατρικής τους αμεσότητας, που της έδωσε έμπνευση η ατμόσφαιρα της ποίησης και της διανόησης που φιλοξενήθηκε για πολλά χρόνια σ’ αυτό το σπίτι. Σε μια πενηντάλεπτη παράσταση γινόμαστε μάρτυρες της προσπάθειας του ερωτευμένου Σημαδιακού να επικοινωνήσει με το όμορφο Μπραϊνάκι. Παρότι βρισκόμαστε στην αβέβαιη Αθήνα, ως θεατές ξεχνιόμαστε και περιπλανιόμαστε σε κάποιο βαρύ χειμώνα, κάποια Φώτα, και στη ζωή της Σκιάθου πριν από πολλά πολλά χρόνια. Στη φύση του νησιού του που ξαναζεί μέσα από την αγιάτρευτη νοσταλγία του Παπαδιαμάντη αγνότερες και παρθενικότερες καταστάσεις, σα να γυρεύει να μας εξαγνίσει εμάς τους σύγχρονους θεατές. Με τον τρόπο του ο κυρ-Αλέξανδρος… Και με την υποδοχή δύο νεαρών ηθοποιών, που πιάνουν αριστοτεχνικά το νήμα της αφήγησης του Παπαδιαμάντη και το μεταφέρουν στο σήμερα. Με τη γλώσσα του Παπαδιαμάντη, γλώσσα πολυεπίπεδη, πολύτυπη, «κτήμα ες αεί», όπως τη χαρακτήρισε ο Άγγελος Σικελιανός, που γίνεται μέλι γλυκό προορισμένο να γλυκαίνει τον καθένα μας. Με τη δική τους ευαισθησία, με χρώμα, μελωδία και κίνηση.

«Το ελάχιστο»

Όμως όπως έλεγε ο Οδυσσέας Ελύτης, «η απόσταση από το μηδέν στο ελάχιστο είναι κάποτε μεγαλύτερη από την απόσταση από το ελάχιστο στο άπειρο». Και ίσως αυτό «το ελάχιστο» να είναι εκείνο το βήμα που σε βγάζει από το τίποτα στο παντού και παίρνεις την απόφαση. Ύστερα την πραγματοποιείς.
Οι ευγενικές μορφές των καλλιτέχνιδων δίνουν ενέργεια και ελπίδα. Καθώς και αξιοπρέπεια και την πεποίθηση πως μπορεί να συνδυαστεί η σοφία με την ομορφιά.
Ένα επεισόδιο της ζωής δύο μικρών παιδιών στη Σκιάθο, του Σωτήρου και του Αλέκου, που δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον Παπαδιαμάντη μαζί με τον αγαπημένο του εξάδελφο. Τα παιδιά βιώνουν μια μικρή περιπέτεια καθώς περιδιαβαίνουν τις γειτονιές της Σκιάθου για να πουν τα κάλαντα των Φώτων. Αντιμετωπίζουν τον απειλητικό Σημαδιακό που είναι ερωτευμένος με το όμορφο Μπραϊνάκι, και επιθυμεί τα παιδιά να της παραδώσουν ένα γράμμα και να του φέρουν ένα σημάδι. Τελικά το γράμμα που θα αποτελέσει αφορμή για να εκδηλωθούν οι χαρακτήρες και το ήθος των ηρώων, θα επιστραφεί με ένα τυχαίο εύρημα πίσω στον ερωτοχτυπημένο Σημαδιακό, χωρίς να μαθευτεί ποτέ το περιεχόμενό του.

Περιγραφές λυρικές, γεμάτες εξάρσεις, πλούσιες σε συγκινήσεις που προκαλούν ρίγος, αγγίζουν τις λεπτές χορδές των θεατών, που συγχρονίζονται με το ρυθμό της ιδιάζουσας αυτής περιρρέουσας μελωδικότητας της παράστασης.
Η αφηγηματικότητα πλησιάζει με εξαιρετική ευαισθησία κι ακρίβεια το έργο του μεγάλου νεοέλληνα πεζογράφου, του ζωγράφου της ψυχής των ταπεινών κι απλοϊκών ανθρώπων. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, πλήρης ο ίδιος αγάπης και συμπάθειας, μεταγγίζει τα δικά του ψυχικά γνωρίσματα στους ήρωές του.
Γι’ αυτό και η παράσταση έχει τη μορφή μιας μικρής παραβολής. Το κείμενο της σύνθεσης αφομοιώνει το μικρό διήγημα του Αλ. Παπαδιαμάντη “Ο Σημαδιακός” και ισορροπεί ακουμπώντας από τη μια στη νεκρολογία που έγραψε ο ίδιος για τον αγαπημένο του εξάδελφο Σωτήρη Οικονόμου και από την άλλη σε μια αχτίδα ποίησης που ξεπροβαίνει από το “κοινωνικόν μυθιστόρημα”, Τα ρόδινα ακρογιάλια. Το μικρό οδοιπορικό των δύο παιδιών που ψέλνει τα κάλαντα, παραμονή των Φώτων, μετατρέπεται σε μια αλληγορία για τη ζωή, την πορεία μέσα σε αυτήν και τον έρωτα μέσα από τα δικά τους μάτια.

Ο Σημαδιακός, η μικρή ιερατική λειτουργία της Κυριακής στην Οικία Κατακουζηνού είναι ένα σκάφος που μας τριγυρνά στο γνωστό άγνωστο. Με ένα αίσθημα υποδειγματικού και αληθούς σεβασμού το διήγημα μετατρέπεται σε βίωμα.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Οδυσσέα Ελύτη «Η Μαγεία του Παπαδιαμάντη»

«Nα πού βρίσκεται η αληθινή μαγεία του Παπαδιαμάντη. Δε ζητά να τεντώσει τα νεύρα μας, να σείσει πύργους και να επικαλεστεί τέρατα. Οι νύχτες του, ελαφρές σαν το γιασεμί, ακόμη κι όταν περιέχουν τρικυμίες, πέφτουν επάνω στην ψυχή μας σαν μεγάλες πεταλούδες που αλλάζουν ολοένα θέση, αφήνοντας μια στιγμή να δούμε στα διάκενα τη χρυσή παραλία όπου θα μπορούσαμε να ‘χαμε περπατήσει χωρίς βάρος, χωρίς αμαρτία. Είναι εκεί που βρίσκεται το μεγάλο μυστικό, αυτό το “θα μπορούσαμε” είναι ο οίακας που δε γίνεται να γυρίσει, μόνο μας αφήνει με το χέρι μετέωρο ανάμεσα πίκρα και γοητεία, προσδοκώμενο και άφταστο. “Σα να ‘χανε ποτέ τελειωμό τα πάθια και οι καημοί του κόσμο”»…

Να Έλθης Μόνον

Εις ένα μνήμ’ αγνώριστο μικρού κοιμητηρίου
δεν θέλω να το βλέπωσιν ακτίνες του ηλίου,
μηδέ κυπάρισσος σκαιά, μηδ’ απεχθής ιτέα
να το σκιάζη. Καταιγίς ας το κτυπά βιαία!
Και δεν ποθώ θυμίαμα, δεν θέλω ψαλμωδίαν,
να έλθης μόνον σε ζητώ, μίαν θαμβήν πρωΐαν,
να βρέξης μ’ ένα δάκρυ σου το διψασμένον χώμα,
κι ας σβύση με το δάκρυ σου και τ’ όνομά μου ακόμα…
(απ’ τα “Ρόδινα Ακρογιάλια”)

Μικρές ιστορίες από τη ζωή του Παπαδιαμάντη

Ἡ παρακάτω συνομιλία τοῦ Παπαδιαμάντη μὲ τον Π. Νιρβάνα ἔγινε τον καιρὸ ποὺ ὁ Παπαδιαμάντης δούλευε μέχρι ἀργὰ τὸ βράδυ ὡς μεταφραστὴς στὴν ἐφημερίδα Ἀκρόπολη (1892). Τὰ χρήματα ποὺ ἔπαιρνε ἦταν ἀρκετά, μὰ δούλευε ἀτελείωτες ὧρες συχνὰ μέχρι τὰ μεσάνυχτα μεταφράζοντας κείμενα ἀπὸ γαλλικὲς καὶ ἀγγλικὲς ἐφημερίδες, χωρὶς διακοπή, οὔτε τὶς Κυριακές. Σπάνια ὁ Γαβριηλίδης τὸν ἄφηνε νὰ φύγει νωρίτερα, μόνο ὅταν ἀργοῦσε τὸ εὐρωπαϊκὸ ταχυδρομεῖο ἢ ὑπῆρχαν πολλὲς ἑλληνικὲς εἰδήσεις.
-Γιὰ ποῦ τόσο βιαστικός; τὸν ρώτησε. -Ἄφησέ με, τοῦ ἀπάντησε ὁ Παπαδιαμάντης. Τρέχω νὰ προφτάσω τὸν ἥλιο. Ἔχω ἕνα μήνα νὰ τὸν δῶ καὶ τρέχω νὰ τὸν προφτάσω πρὶν βασιλέψει.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΕΤΑΣ βιογραφικὸ τοῦ Παπαδιαμάντη ἀπὸ τὸ βιβλίο «ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ ΑΠΑΝΤΑ» Ἐκδόσεις ΓΙΟΒΑΝΗ

Ἐντυπωσιακὴ εἶναι καὶ ἡ μαρτυρία τοῦ Π. Νιρβάνα, ποὺ δούλεψε μαζί μὲ τὸν Παπαδιαμάντη στὸ «ΑΣΤΥ» τὴν περίοδο 1899-1902: Μοῦ μένει ἐντυπωμένη ἡ πρώτη φορά, ποὺ εἶχε ἔρθει ν᾿ ἀναλάβῃ ὑπηρεσία στὸ γραφεῖο. Ὁ κ. Κακλαμάνος, ἀφοῦ τοῦ μίλησε γιὰ τὴ δουλειά, ποὺ εἶχε νὰ κάνῃ, ἔφτασε μὲ κάποια ἐπιφύλαξη καὶ στὸ ζήτημα τοῦ μισθοῦ. -Ὁ μισθός σας θὰ εἶναι ἑκατὸν πενήντα δραχμές… τοῦ εἶπε. Ὁ Παπαδιαμάντης κοντοστάθηκε, σὰ νὰ ἔκανε κάποιους ὑπολογισμοὺς μὲ τὸ νοῦ του. -Μήπως εἶναι λίγα τοῦ εἶπε δειλὰ ὁ κ. Κακλαμάνος, ἕτοιμος ν᾿ αὐξήσῃ τὸ ποσό, ποὺ εἶχε προτείνει. Τότε ἄκουσα ἀπ᾿ τὰ χείλη τοῦ Παπαδιαμάντη τὴ μοναδικότερη ἀπάντηση ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ δώσῃ ἄνθρωπος σὲ τέτοια στιγμή. -Πολλὲς εἶναι 150… εἶπε. Μὲ φτάνουνε 100… Καὶ ἔφυγε βιαστικὸς καὶ ντροπαλός, χωρὶς νὰ προσθέσει λέξη.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΕΤΑΣ βιογραφικὸ τοῦ Παπαδιαμάντη ἀπὸ τὸ βιβλίο «ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ ΑΠΑΝΤΑ» Ἐκδόσεις ΓΙΟΒΑΝΗ

Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης σύχναζε στὸ μπακάλικο τοῦ Καχριμάνη στὴν ὁδὸ Σαρρῆ, κοντὰ στοῦ Ψυρῆ. Ἐκεῖ ἔτρωγε, ἐκεῖ ἔπινε, ἐκεῖ συναντοῦσε τοὺς φίλους του, καὶ ὅποτε εἶχε ἔμπνευση, ἀποτραβιόταν στὸ βάθος κι ἔγραφε κάποιο διήγημα. Ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ μπακάλικου, ὁ κυρ-Δημήτρης ὁ Καχριμάνης τὸν σεβόταν καὶ τοῦ ἔκανε πίστωση, ἐνῷ τοῦ εἶχε πάντα φυλαγμένο φαγητὸ ἐκτὸς ἀπὸ Τετάρτες καὶ Παρασκευὲς ποὺ ὁ Παπαδιαμάντης νήστευε καὶ τοῦ ἔφερναν λαδερὸ φαγητὸ ἀπὸ τὸ γειτονικὸ μαγειρεῖο τοῦ μπαρμπα-Γιώργη. Συχνὰ ὁ Παπαδιαμάντης καλοῦσε καὶ τὸν ἐξάδελφό του Ἀλ. Μωραϊτίδη γιὰ νὰ φᾶνε μαζί. Τὸ μπακάλικο τοῦ Καχριμάνη τὸ προτιμοῦσε γιατὶ διέθετε πολὺ καλὸ κρασί. Καθόταν ὧρες ἀμίλητος καὶ παρατηροῦσε τὸν κόσμο ποὺ ἔμπαινε γιὰ νὰ ψωνίσῃ. Εἴκοσι ὁλόκληρα χρόνια σύχναζε σ᾿ αὐτὸ τὸ μαγαζὶ καὶ ἀρκετὰ ἀπ᾿ τὰ διηγήματά του τὰ ἐμπνεύστηκε ἀπὸ ἐμπειρίες ποὺ ἔζησε ἐκεῖ.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΕΤΑΣ βιογραφικὸ τοῦ Παπαδιαμάντη ἀπὸ τὸ βιβλίο «ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ ΑΠΑΝΤΑ» Ἐκδόσεις ΓΙΟΒΑΝΗ

Στὶς ἐφημερίδες δούλευε κυρίως ὡς μεταφραστής. Πάνω σ᾿ αὐτὴ τὴ δουλειὰ εἶχε ἕνα καταχθόνιο μυστικό: Ἔκανε ἀκατανόητα στὴ μετάφραση τὰ βλάσφημα κηρύγματα τῶν σοφῶν!
«Καταχθόνιο μυστικὸ ἑνὸς χριστιανοῦ καὶ ἁμαρτία ἑνὸς ἁγίου», σημείωσε ὁ Παῦλος Νιρβάνας.

Ταυτότητα της παράστασης

Διασκευή – Σκηνοθεσία: Ηωάννα Σπανού
Ερμηνεύουν οι ηθοποιοί:
Μελίνα Ζαχαροπούλου, Ηωάννα Σπανού
Διάρκεια: 50’
Οικία Κατακουζηνού
Λεωφ. Β. Αμαλίας 4, στον 5ο όροφο

Για κρατήσεις θέσεων στο [email protected]

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -