Cat Is Art

Νίκος Ξυδάκης: «Η Απαγωγή της Τασούλας» απέκτησε τη φωνή της και γέννησε τη δική της μουσική

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

 

                                «Σαν μια ταινία γυρνάει η ζωή μου
                                και πρωταγωνιστείτε
                                προτού να το σκεφτείτε,
                                και ‘γω κομπάρσος στην καρδιά της.
                               Μα ποιος θα το δει το τέλος να μου πει»…

 

***

Σαν μια ταινία γυρνάει η ζωή του. Μια ζωή που ενεργοποιεί όλες τις αισθήσεις. Ζωή σαν μια ταινία όπου η αφή και η όραση κυριαρχούν… Ζωή γεμάτη γεύσεις, αρώματα, μελωδίες…

Μελωδίες εμβληματικές, όπως εκείνη του 1979 με τον τίτλο «Οι μάγκες δεν υπάρχουν πια».

Μελωδίες βραβευμένες, όπως εκείνη του 1999 για την «Εκάβη» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Θανάση Παπαγεωργίου.
Μελωδίες, του 2019, που έχουν διαποτιστεί από την αύρα της θάλασσας και που τις μοιράστηκε για πρώτη φορά, σε όλο τους το μεγαλείο, με τους συνεργάτες του στη γενική δοκιμή της παράστασης «Η απαγωγή της Τασούλας»…

 

***

 

Ο Νίκος Ξυδάκης, ο αθόρυβος εργάτης της ελληνικής μουσικής, ο ευγενής υπηρέτης της λαϊκής παράδοσης, ο Κύριος με «Κάπα» κεφαλαίο που δεν υπήρξε ποτέ «δήθεν» είναι πάντα εδώ και μας χαρίζει μοναδικές στιγμές με τις δημιουργίες του.

Αυτή τη φορά είχα την τύχη να τον συναντήσω και να συζητήσω μαζί του, για το catisart, στο θέατρο «Σταθμός», όπου η «Τασούλα» δεν μαγεύεται μόνο από τον «Κώστα» της αλλά και από τις μουσικές του συνθέτη. Εκεί, στο φουαγιέ του θεάτρου, λίγο πριν μπει στην αίθουσα για να συμμετάσχει στη γενική δοκιμή.

 

***

 

 

“Από το Κάιρο των παιδικών μου χρόνων κάποια πράγματα αναδύονται στη μουσική μου”…

 

 

Ο Νίκος Ξυδάκης γεννήθηκε στο Κάιρο όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια στην ελληνική παροικία. Η καταγωγή του είναι από τα νησιά της Σάμου και της Κάσου. Στην Ελλάδα ήρθε το 1963 στο μεγαλύτερο κύμα επιστροφής των Ελλήνων της Αιγύπτου.

 

***

 

-Κύριε Ξυδάκη, οι ρίζες σας στην Αίγυπτο, στη Σάμο και στην Κάσο, τι ρόλο έπαιξαν στις καλλιτεχνικές σας επιρροές;

 

*Η Αίγυπτος και το Κάιρο είναι ο τόπος που γεννήθηκα. Τα νησιά έχουν να κάνουν με την καταγωγή των γονιών μου, του πατέρα μου και της μητέρας μου. Τώρα οι επιρροές που θα μπορούσε να έχει κανείς από ένα περιβάλλον που δεν το έχει ζήσει ως παιδί που είναι το νησιωτικό περιβάλλον, το εισέπραττα πιο πολύ από τους συγγενείς, από το φιλικό περιβάλλον ειδικά στην Αίγυπτο που υπήρχαν πάρα πολλοί νησιώτες στην καταγωγή. Άρα από εκεί μπορεί να έχεις διαποτιστεί από θαλασσινά συστήματα θα έλεγα. Τώρα το Κάιρο είναι το περιβάλλον που μεγάλωσα και είναι πάρα πολύ φυσικό το κλίμα μιας τέτοιας πόλης η οποία μάλιστα ήταν πολυεθνική με μια πανσπερμία φυλών, Γάλλων, Άγγλων, Αιγύπτιων, Ελλήνων, όλα αυτά μέσα σε μια παιδική ηλικία ασφαλώς καταγράφονται και αργότερα – εφόσον κάποιος μπαίνει μέσα στη διαδικασία, ειδικά δε της μουσικής – κάποια πράγματα μοιραία αναδύονται. Έτσι και σε μένα πιστεύω ότι έχει ένα μερίδιο αυτό το παρελθόν ας το πούμε.

 

-Υπήρξαν δάσκαλοι που σας βοήθησαν και στήριξαν τα όνειρά σας;

 

*Στην Ελλάδα ξεκίνησα μαθαίνοντας πιάνο προσεγγίζοντας έτσι κατά κάποιο τρόπο την κλασική κυρίως μουσική. Προς τα εκεί ήταν ο προσανατολισμός μου. Θα έλεγα ότι ήταν πιο πολύ ένα βιωματικό στοιχείο εκείνο που βοήθησε. Στη συνέχεια ήρθε η ίδια η λαϊκή μουσική, οι οργανοπαίκτες λαϊκών οργάνων, τα ακούσματα τα λίγο βυζαντινά – για να το πω έτσι – που υπήρχαν στο Κάιρο, γιατί η Κοινότητα ήταν αρκετά δεμένη και η εκκλησία έχοντας μια πολύ μεγάλη παράδοση έδινε τον τόνο και το κλίμα. Από αυτή την άποψη υπάρχει ας το πούμε μια μαθητεία, όχι κανονική και ορθόδοξη, αλλά εμμέσως όπως υπάρχει στην προφορική παράδοση, με τις μουσικές αυτές.

 

 

«Στα έργα μου υπάρχει η συγκίνηση που μας ξαναπηγαίνει σε πάρα πολύ βασικά πράγματα της ζωής μας».

 

 

-Για τη μέχρι τώρα διαδρομή σας τι τίτλο θα μπορούσατε να βάλετε;

 

*Ίσως είναι δύσκολο με μια λέξη κανείς και με έναν τίτλο να προσδιορίσει μια διαδρομή που τώρα αγγίζει πια τα 40 χρόνια. Μια διαδρομή με ποικιλία, με παλινωδίες, με συναντήσεις και με όλα αυτά. Νομίζω πάντως ότι είναι ένας κυκλικός δρόμος και γι’ αυτό χρησιμοποιώ τον τίτλο του δίσκου που κάνουμε μαζί με τον Θοδωρή Γκόνη: «Κάιρο – Ναύπλιο – Χαρτούμ». Πρόκειται για μια πορεία στην οποία πας πρώτα και κάποια στιγμή ξαναγυρνάς λίγο προς το τέλος. Αν θέλουμε λοιπόν έναν περιληπτικό και συνοπτικό τίτλο θα έλεγα ότι είναι αυτή η κυκλική διαδρομή που είναι και η διαδρομή της ζωής μου…

 

-Στη διάρκεια αυτής της διαδρομής υπήρξαν συνθέσεις που όταν τις άκουγαν οι ακροατές δάκρυζαν. Η εκδίκηση της Γυφτιάς, Τα Δήθεν, Προς τον κ. Γεώργιον Δε Ρώσση, Η βουή του Μύθου, Απόκοπος ή Σπιναλόγκα και δεκάδες άλλες. Πώς το σχολιάζετε;

 

*Τώρα αν ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις θα αντιδρούσε λίγο σε αυτά τα… δάκρυα γιατί τον εκνεύριζαν ίσως τέτοιοι συναισθηματισμοί. Εγώ θα έλεγα όμως ότι είναι ένα είδος συγκίνησης που εγώ τουλάχιστον το επιδιώκω στη μουσική μου, αν μπορεί κανείς να το ισχυριστεί βέβαια αυτό. Κάτι τέτοιο είναι δύσκολο, αλλά θα έλεγα ότι είναι μια ριζική προσέγγιση που δεν είναι ούτε φθηνή, ούτε εύκολη και νομίζω ότι αυτό έχει μια διαφορά. Εγώ την ονομάζω: «Συγκίνηση που μας ξαναπηγαίνει σε πάρα πολύ βασικά πράγματα της ζωής μας». Αυτό όντως προκαλεί ένα αντίστοιχο είδος δημιουργίας, γιατί βγαίνουν στην επιφάνεια συναισθήματα που μπορεί στην πορεία μιας ζωής κανείς να τα χάνει ή να τα ξεχνάει…

 

-Αυτά τα συναισθήματα τα επηρεάζει σήμερα η τεχνολογία;

 

*Θα μπορούσε ασφαλώς κάποιος να κάνει χρήση της «σημερινής» τεχνολογίας έτσι ώστε να υπάρχει ένας άλλος ρυθμός στη μουσική. Αυτά εξαρτώνται από τη χρήση που τους κάνει ο κάθε συνθέτης. Άλλοτε να επιβάλει μια προσωπική γλώσσα – και δεν είναι απίθανο να παράγει συγκίνηση αυτό το στοιχείο – και άλλοτε μπορεί να γίνεται λίγο πιο απρόσωπος ο ηλεκτρικός ή ο ηλεκτρονικός ήχος. Όπως σας είπα, εξαρτάται από την χρήση που κάνει ο κάθε δημιουργός, ο κάθε συνθέτης.

 

 

“Νομίζω ότι κάθε εποχή δημιουργεί όντως τα λαϊκά χαρακτηριστικά του λαού και τις ιδιοσυγκρασίες”.

 

 

-Ως λαός πιστεύετε ότι εκτιμάμε τη λαϊκή μας παράδοση στη μουσική ή την υποτιμάμε;

 

*Θα σας απαντήσω πάλι με μια σχετικότητα. Υπάρχουν στιγμές που υπερεκτιμάται ένα είδος στην παραδοσιακή μουσική και γίνεται λίγο ένα ακαδημαϊκό πράγμα ή ακόμα και ένα δημοτικό τραγούδι ή ένα λαϊκό τραγούδι και αυτό ξέρετε συνήθως είναι ένα έτοιμο συναίσθημα θα έλεγα. Από την άλλη μεριά υπάρχει και η υποτίμηση πολλές φορές από τη μουσική. Στην περίοδο της δικτατορίας δημιουργήθηκε το τραύμα να μην μπορούμε ν’ ακούσουμε δημοτική μουσική. Τώρα τα σημερινά χρόνια βλέπουμε ότι όλο πιο νέοι άνθρωποι ανακαλύπτουν τα δημοτικά τραγούδια χωρίς αυτές τις ιδεοληψίες. Αναγνωρίζουμε την αξία δηλαδή που έχει η ίδια η μουσική, το ίδιο το τραγούδι. Νομίζω ότι κάθε εποχή δημιουργεί όντως τα λαϊκά χαρακτηριστικά του λαού και τις ιδιοσυγκρασίες. Δεν θα ήθελα να μπω σε γενικεύσεις και δεν θα ήθελα να πω: «Α! ξέρετε, είναι ένας λαός που υποτιμά τη μουσική του». Νομίζω ότι ο κόσμος έχει αυτές τις ισορροπίες. Και σημασία έχει να μπορούμε να ακούμε κάποια πράγματα, είτε ανήκουν στην παράδοση, είτε δεν ανήκουν και να μπορούμε να έχουμε την ετοιμότητα ας το πούμε έτσι – για να μην πω την κουλτούρα ακριβώς – ώστε να μπορέσουμε να εκτιμήσουμε το ίδιο το τραγούδι χωρίς ιδεοληψίες, χωρίς να το μεταχειριζόμαστε για κάτι άλλο.

 

-Μουσική σας για το θέατρο μας έχετε προσφέρει στην Ηλέκτρα, στη Βενετσιάνα, στο Αμάρτημα της μητρός μου, στη Βουή του μύθου, στο Φιντανάκι, στον Λεπρέντη, στον Φιάκα, στο Μελτεμάκι, στον Βασιλιά της Ασίας, στη βραβευμένη Εκάβη. Θα ήθελα να μου πείτε τι προσφέρει σε σας το θέατρο;

 

*Το θέατρο ξέρετε – για κάποιον που γράφει τραγούδια ή που έχει μια άλλη πορεία ας το πούμε έτσι – πολλές φορές απελευθερώνει, πρώτα απ’ όλα γιατί έχει μια ομαδικότητα, δηλαδή πρέπει να υπηρετήσεις μια παράσταση. Αυτό σου βάζει ορισμένους όρους, αλλά έχει και ένα ενδιαφέρον ακριβώς το να μπορείς να βρεις την ελευθερία σου μέσα σε αυτούς τους όρους. Επίσης η θεατρική μουσική σε απελευθερώνει και από ορισμένα άλλα πράγματα, κάτι που δεν σου επιτρέπει η προσωπική δημιουργία η οποία είναι μια μοναχική δουλειά. Κάθεσαι δηλαδή στο πιάνο για να γράψεις κάτι δικό σου, ή καταγίνεσαι με κάτι επίκαιρο για να το καλλιεργήσεις ώστε να μπορέσεις κάποια στιγμή να συνθέσεις ή δεν ξέρω τι άλλο. Άρα κατά κάποιο τρόπο το θέατρο σε απελευθερώνει να κάνεις πράγματα που σε ένα τραγούδι ή σε μια μουσική που γράφεις μόνος σου, να μην τα είχες σκεφθεί, ή να μη σου είχαν βρεθεί οι αφορμές να ενεργοποιηθούν καλή ώρα όπως συμβαίνει τώρα εδώ στο θέατρο, στην παράσταση αυτή, την «Απαγωγή της Τασούλας» που έχει ένα πρόσθετο ακριβώς ενδιαφέρον γιατί η παράσταση γεννάει κατά κάποιο τρόπο και τη δική της μουσική, λέω ότι ένα κριτήριο δικό μου είναι αν η παράσταση έχει βρει τη μουσική της ή αν έχει βρει δηλαδή τη φωνή της.

 

-Παρακολουθώντας πριν από λίγο τις πρόβες στην «Τασούλα», αυτή τη μουσική που λέτε, αυτή τη φωνή, την εισέπραξα κι εγώ ακούγοντας το έμμετρο κείμενο…

 

*Ναι, υπάρχουν σαν χορικά. Νομίζω ότι εάν συμβαίνει αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό ακριβώς διότι η μουσική, είτε υπηρετεί την παράσταση, ή γεννιέται ένα τρίτο πράγμα που δεν έχει να κάνει μόνο με την προσωπική σου μουσική χωρίς να εγκαταλείπεις ίσως κάποια χαρακτηριστικά σου. Νομίζω ότι εδώ έχει και έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα η μουσική σε αυτό το έργο. Έχουμε ένα αρκετά μεγάλο μέρος από τραγούδια που λέμε, αλλά δεν είναι ακριβώς τραγούδια, είναι σαν χορικά, είναι μια περίεργη φόρμα που σχηματίστηκε εδώ και από τον σκηνοθέτη τον Κωνσταντίνο Μάρκελο.

 

-Θα ήθελα να μου πείτε πώς είναι η συνεργασία σας με τον Κωνσταντίνο Μάρκελλο και την Ελένη Στεργίου;

 

*Είναι δύο πάρα πολύ νέα παιδιά και αυτό είναι πάρα πολύ ευχάριστο. Εκτός του ότι έχουμε εξαιρετική συνεργασία, υπάρχει και η πολύ έντονη αγάπη με την οποία αγκαλιάζουν τα πράγματα. Πρόκειται για μιαν αγάπη λίγο πιο άδολη που δεν έχει μπει μέσα σε αυτό το λίγο σκληρό επαγγελματισμό. Την αγάπη τους τη μοιράζονται μαζί μου και αυτό είναι μια μεγάλη ικανοποίηση για μένα. Έτσι εκτός από την αντικειμενικά καλή συνεργασία που έχουμε, τα παιδιά διαθέτουν μια ωραία, καλή αίσθηση για τη μουσική και αυτό βοηθάει πάρα πολύ. Πιστεύω ότι τα έχουμε πάει πάρα πολύ καλά.

 

 

«Με μια Αναπνοή». Ο Νίκος Ξυδάκης με την Όλια Λαζαρίδου στην παράσταση για τον Διονύσιο Σολωμό.

 

 

-Αυτή την εποχή εκτός από το θέατρο, κάνετε κάτι άλλο δικό σας; Θα εμφανιστείτε κάπου;

 

*Τώρα κάναμε μια παράσταση μισή μουσική, μισή θεατρική θα την έλεγα, με την Όλια Λαζαρίδου πάνω στον Διονύσιο Σολωμό. Την παρουσιάσαμε τον χειμώνα. Είναι ένα έργο για το οποίο το κοινό έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον. Λέγεται «Με μια Αναπνοή». Θα το παρουσιάσουμε και το καλοκαίρι σε διάφορους χώρους, κυρίως σε χώρους που θα το «προστατεύουν», γιατί έχει μια εσωτερικότητα και είναι σαν ένα μικρό τελετουργικό. Θα πάμε και σε ανοιχτούς χώρους. Το παρουσιάσαμε πρώτη φορά στο Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ) που είναι ένα αίθριο πάρα πολύ ωραίο. Επίσης πήγαμε στο φουαγιέ του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, στην Αγγλικανική Εκκλησία της οδού Φιλελλήνων και στη Θεσσαλονίκη πάλι στο ΜΙΕΤ. Χρειάζεται ένα μικρό – θα το έλεγα έτοιμο – σκηνικό για να υπερασπιστεί λίγο αυτό το πιο εσωτερικό έργο που έχει και αυτό μια ιδιαίτερη συγκίνηση. Ο Διονύσιος Σολωμός είναι μια κοινή αγάπη που είχαμε με την Όλια με την οποία είμαστε φίλοι πολλά χρόνια και τώρα βρεθήκαμε μαζί και στη σκηνή. Κάτι που είναι πολύ ωραίο.

 

-Πώς κρίνετε τον τρόπο που φέρεται ο Έλληνας στο περιβάλλον;

 

*Κοιτάξτε αυτά είναι λίγο δύσκολα ερωτήματα, γιατί πρέπει να κάνει κανείς, είτε τον κοινωνιολόγο, είτε τον ψυχαναλυτή και είναι δύο ιδιότητες που δεν θέλω να τις υιοθετώ. Από τη μια μεριά υπάρχει αυτή η ζεστή οικειότητα που λέμε. Είναι σαν να είσαι σε μια Τράπεζα και ανοίγεις την πόρτα σε κάποιον να περάσει… Περνάει αγενώς θεωρώντας ότι είσαι ο doorman. Σαν αυτό υπάρχουν κι άλλα παρόμοια μεμονωμένα χαρακτηριστικά της φυλής. Οπωσδήποτε στην πόλη που ζούμε θα βρει κανείς και ευγενικές συμπεριφορές αλλά και αγενέστατα άτομα.

 

-Κλείνοντας θέλω να σας ρωτήσω ποια είναι η άποψή σας για τα ζώα συντροφιάς και εάν έχετε κατοικίδιο…

 

*Όχι κατοικίδιο δεν έχω. Είχα κάποια στιγμή, αλλά με παιδεύανε επειδή λόγω υποχρεώσεων δεν ήμουν και πολύ συνεπής στο να τα βγάζω βόλτα και όλα όσα θα έπρεπε να κάνω. Πολύ παλιά είχα ένα σκυλί μπόξερ το οποίο ήταν πάρα πολύ ευαίσθητο. Θυμάμαι ότι μου χάριζε απλόχερα τη συντροφιά του. Τώρα δεν νομίζω ότι μπορώ να ανταποκριθώ σε κάτι παρόμοιο. Βλέπω όμως ότι υπάρχει αυτή η τάση με τα ζώα και ειδικά με τα σκυλιά. Βλέπω πολύ κόσμο να πηγαίνει βόλτα τα σκυλιά του. Είναι ανάγκη μιας εποχής; Δεν ξέρω να σας πω. Είναι πολύ ωραίο βέβαια να υπάρχει αυτή η ευαισθησία απέναντι στα ζώα, αρκεί αυτή η αγάπη να μη γίνεται υπερβολική. Ασφαλώς συμφωνώ με εκείνους που καλύπτουν με αυτό τον τρόπο μια ανάγκη τους προσφέροντας παράλληλα χαρά και στα ζωάκια που τους εμπιστεύονται.

 

-Κύριε Ξυδάκη, σας ευχαριστώ πολύ για αυτή τη συζήτηση.

 

*Κι εγώ σας ευχαριστώ.

 

***

 

“Η απαγωγή της Τασούλας”. Από αριστερά: Οδυσσέας Κωνσταντόπουλος, Ελένη Στεργίου, Νίκος Ξυδάκης, Κωνσταντίνος Μάρκελλος. Στη μεσαία σειρά ο Νικολής Αβραμάκης και πίσω ο Δημήτρης Καπετανάκος με την Ελένη Βλάχου.

 

 

«Η απαγωγή της Τασούλας»

 

Ο σκηνοθέτης Κωνσταντίνος Μάρκελλος και η ηθοποιός Ελένη Στεργίου δημιούργησαν ένα σύγχρονο ποιητικό έργο, γραμμένο σε έμμετρο στίχο, στα πρότυπα των Τραγωδιών και των Μυθιστοριών της Κρητικής Αναγέννησης. Πηγή έμπνευσης αποτέλεσαν ένα πραγματικό γεγονός που έλαβε χώρα το 1950 στην Κρήτη, όπως αυτό αποτυπώνεται στο ομώνυμο βιβλίο του δημοσιογράφου Τάσου Κοντογιαννίδη, αλλά και η προσωπική τους έρευνα σε ιστορικά αρχεία της εποχής. Την πρωτότυπη μουσική της παράστασης συνέθεσε ο Νίκος Ξυδάκης.

Η υπόθεση του έργου αφορμάται μόνο από το γεγονός της απαγωγής, παίρνοντας ταυτόχρονα αποστάσεις από την πραγματικότητα, για να προσεγγίσει έννοιες όπως: Ο Έρωτας, η Αγάπη και η Θυσία από ιδεαλιστική σκοπιά, εντάσσοντας στην ποιητική του φόρμα το μεταφυσικό στοιχείο, όπως όλα τα πρότυπα έργα του είδους του.

Η δραματουργία παρακολουθεί τη βαθμιαία αναγωγή της περιπέτειας δύο νέων, του Κώστα και της Τασούλας στο ύψος μιας μυθιστορίας σαν κι αυτής του Ερωτόκριτου, ή μιας τραγωδίας όπως το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», εστιάζοντας στην καταφανέστατη ανάγκη του μετεμφυλιακού συλλογικού πνεύματος να κατασκευάσει, έστω και με τα πλέον συμβατικά υλικά, μια νέα ηρωική μυθολογία και να γίνει μέρος της.

 

***

 

«Η απαγωγή της Τασούλας: Μια Ποιητική Μυθιστορία»

 

Κείμενο-Δραματουργία-Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Μάρκελλος
Μουσική: Νίκος Ξυδάκης
Φιλολογικός Σύμβουλος: Γιώργος Μπλάνας
Σκηνικά-Κοστούμια: Κωνσταντίνος Ζαμάνης
Σχεδιασμός Φωτισμών: Μελίνα Μάσχα
Φωνητκή Διδασκαλία: Νίκος Γαλιενάνος
Επιμέλεια Κίνησης: Λαμπρινή Γκόλια
Βοηθός Σκηνογράφου: Βίκυ Πάντζιου
Φωτογραφίες: Πάτροκλος Σκαφίδας
Photos graphic designer-Δημιουργία Αφίσας: Ειρήνη Ματθαίου
Trailer: Κώστας Στάμου & Χάρις Καρακουλίδου | ArtLabor Productions
Κατασκευή Σκηνικών: Γαβριήλ Τσακλίδης

 

***

 

Παίζουν

 

Δημήτρης Καπετανάκος, Ελένη Στεργίου, Ελένη Βλάχου, Νικολής Αβραμάκης, Κωνσταντίνος Μάρκελλος
Μουσικός επί σκηνής: Οδυσσέας Κωνσταντόπουλος.

 

***

 

Οι This Famous Tiny Circus theater group ευχαριστούν ιδιαιτέρως τον Ανδρέα Στάικο και τη Μαρία Χατζηεμμανουήλ για τις συμβουλές τους, καθώς επίσης τον Γιώργο Χριστοδούλου και την Αμαλία Καβάλη για τη συνεργασία τους.

 

***

 

Παραγωγή: This Famous Tiny Circus theater group
Η παράσταση επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού

 

***

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

 

Από 8 Μαΐου ως 20 Ιουνίου 2019
Κάθε Τετάρτη & Πέμπτη στις 9 μ.μ.
Θέατρο Σταθμός
Βίκτωρος Ουγκώ 55
Στάση Μετρό Μεταξουργείο
Διάρκεια παράστασης: 150’ (με διάλειμμα 10’)
Τιμές Εισιτηρίων: 15 ευρώ (Ολόκληρο), 12 ευρώ (Φοιτητικό, ΑΜΕΑ), 10 ευρώ (Ανεργίας)
Τηλέφωνο Κρατήσεων: 210-52.30.267

 

***

 

Προπώληση

 

ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΣΑΣ ΕΔΩ ΜΕ ΕΝΑ “ΚΛΙΚ”

Εκτύπωση
Παναγιώτης ΜήλαςΝίκος Ξυδάκης: «Η Απαγωγή της Τασούλας» απέκτησε τη φωνή της και γέννησε τη δική της μουσική

Related Posts