21.5 C
Athens
Σάββατο 18 Μαΐου 2024

Νίκος Κοκαντζής. Τζιοκόντα (απόσπασμα)

Νίκος Κοκαντζής. Τζιοκόντα. Απόσπασμα

Είχε μιαν ακόρεστη ανάγκη να παίρνει και να δίνει, με σώμα και μυαλό, έλιωνε ολόκληρη μένοντας ακατανίκητη αθώα.

Όταν φτάναμε, σχεδόν τρέχοντας, λαχανιασμένοι, τη γωνιά μας ή το δέντρο μας, ή χανόμασταν μέσα στην καλύβα και στεριώναμε την πόρτα με μια σανίδα που είχαμε βρει ώστε να μην μπορεί να την ανοίξει κανείς εύκολα στα ξαφνικά, άρπαζε το κεφάλι μου με τα χέρια της και τα στόματά μας ψάχνανε άγρια να βρούνε το ένα το άλλο, τα σώματά μας πιεζόντανε από τη μέση και κάτω, μικρά λάγνα κουνήματα που μας κάνανε να νιώθουμε λιποθυμία.
Κι ύστερα απότομα, σχεδόν επιθετικά, αρχίζαμε να ψάχνουμε ο ένας τον άλλον, της σήκωνα το φουστάνι με ανυπάκουο χέρι, εκείνη μου ξεκούμπωνε το παντελόνι, καμιά φορά σπάζοντας και κανένα κουμπί πάνω στη βία της.
Αυτή η πρώτη μας επαφή σχεδόν πάντα τέλειωνε για μένα πριν καλά καλά προλάβει να ελευθερώσει το κορμί μου από τα ρούχα μου.
Μου ήτανε αρκετό να καταλάβω το χέρι της να γλιστράει προς τα κει για να εκμηδενιστώ ολόκληρος. Είχε παραδεχτεί πολύ κεφάτα αυτή την κατάσταση και με πείραζε κιόλας.
Όμως αμέσως μετά από μένα ήτανε η δική της σειρά κι αυτό ήτανε και για μένα σημαντικό, ανάγκη μου έντονη να αισθανθώ τη χαρά της να συνεχίζει και να συμπληρώνει τη δική μου
… Γιατί, μ’ εκείνη την απίστευτη και περήφανη μοιρολατρία της φυλής τους, η οικογένειά της θα προτιμούσε και τότε να χαθούνε όλοι μαζί παρά να την αφήσουνε πίσω τους.
 Όταν οι πρώτες φήμες γίνανε βεβαιότητα για την επικείμενη συγκέντρωση και αποστολή των Εβραίων στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, ο πατέρας είχε προτείνει στον Τζακ να την κρύψουμε την Τζιοκόντα όταν εκείνοι θα ’πρεπε να φύγουνε, να την κρατήσουμε για όσο θα χρειαζότανε – κι υπήρχανε αρκετές ελπίδες να μη μας πιάσουνε.
Μα ο πατέρας της και η μητέρα της, αν και βαθιά συγκινημένοι για την προσφορά μας, είχανε αρνηθεί χωρίς συζήτηση να χωρίσουνε απ’ αυτήν.
Κι όταν εγώ της ζήτησα να μην τους υπακούσει και να μείνει μαζί μας, έστω και παρά τη θέλησή τους, όταν την παρακάλεσα και την ικέτεψα, όταν της είπα ότι δεν είχε το δικαίωμα να θυσιάσει τη ζωή της και την αγάπη μας και τα όνειρά μας, μου απάντησε ήσυχα και με μια γαλήνη θανάτου πως ναι, δε θα ‘χε κανένα νόημα η ύπαρξή της μακριά μου, παρά μόνο για τις αναμνήσεις που θα ‘παιρνε μαζί της, μόνο για τον έρωτα που θα εξακολουθούσε να κουβαλάει μέσα της – αλλά της ήτανε αδύνατο ν’ αφήσει τους γονείς της και τ’  αδέλφια της να τραβήξουνε στη μοίρα τους κι αυτή να μείνει πίσω για να σώσει τον εαυτό της.
Στα μάτια της υπήρχε όλος ο πόνος κι η απελπισία του κόσμου μα η φωνή της ήτανε τόσο ήρεμη κι αποφασιστική που ήξερα ότι βρισκόμουνα πρόσωπο με πρόσωπο με το ίδιο το πεπρωμένο κι ούτε αυτή η ζωή μου δε θα μπορούσε ν’  αλλάξει το παραμικρό.

Η «Τζιοκόντα» του Νίκου Κοκάντζη πρωτοκυκλοφόρησε το 1975 και από τότε επανεκδίδεται συνέχεια. Πρόκειται για την αληθινή ιστορία του πρώτου έρωτα δύο νέων στη Θεσσαλονίκη τα χρόνια της γερμανικής κατοχής, ενός έρωτα που διακόπτεται βίαια όταν η Τζιοκόντα, μαζί με την οικογένειά της παίρνει, όπως και πάρα πολλοί άλλοι Εβραίοι της πόλης, το δρόμο χωρίς επιστροφή, το δρόμο για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Πρωτοδιάβασα την «Τζιοκόντα» πολλά χρόνια πριν, στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Ήταν από τα πιο συγκινητικά κείμενα έχω διαβάσει μέχρι τώρα στη ζωή μου. Μια συγκίνηση γνήσια, πηγαία, ανυπόκριτη όπως μπορεί να βγαίνει μέσα από ένα βιωμένο κείμενο. 

ΝΙΚΟΣ ΚΟΚΑΝΤΖΗΣ 

nkΣυγγραφέας, στην ουσία, του ενός βιβλίου, βιβλίου όμως που άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια του στη νεότερη ελληνική λογοτεχνική παραγωγή, ο Θεσσαλονικιός ψυχίατρος Νίκος Κοκάντζης έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 82 ετών το 2009. Με αφορμή τη γαλλική μετάφραση της περίφημης «Τζιοκόντας» του, ο Ζαν-Λυκ Ντουέν είχε γράψει στην εφημερίδα «Le Μonde»: «Η “Τζιοκόντα” είναι μια αληθινή ιστορία: η ιστορία πάθους που έζησε στη Θεσσαλονίκη την εποχή της γερμανικής Κατοχής ο έφηβος τότε Νίκος Κοκάντζης με μια νεαρή Εβραιοπούλα. Η αφήγησή του περνάει από την παρθενική ανακάλυψη του θάμπους της σάρκας (ένα Άσμα Ασμάτων της αφύπνισης της επιθυμίας, της τελετουργίας των χαδιών) στη συνειδητοποίηση ότι οι συναντήσεις τους είναι πράξεις αντίστασης, κι από κει στην “αναχώρηση” της Τζιοκόντας και των δικών της για τους θαλάμους αερίων. Ο Κοκάντζης δεν είχε το κουράγιο να γράψει αυτό το βιβλίο παρά τριάντα χρόνια μετά. Ακόμα πάλλεται». Η «Τζιοκόντα», ιστορία αγάπης, επί Κατοχής, δύο δεκαπεντάχρονων παιδιών, ενός χριστιανού και μιας Εβραίας η οποία τελικά έχασε τη ζωή της, όπως οι περισσότεροι από τους περίπου 50.000 Εβραίους της Θεσσαλονίκης, κυκλοφόρησε το 1975 από τις Εκδόσεις Κέδρος και έκτοτε, ανατυπώθηκε πολλές φορές. Παρουσιάστηκε σε σειρά 13 επεισοδίων από το Α’ Πρόγραμμα της ΕΡΑ με την Πέμυ Ζούνη και τον Γιάννη Φέρτη ενώ το 2005 εκδόθηκε ξανά από τις Εκδόσεις Πατάκη. Από τις ίδιες εκδόσεις και την ίδια χρονιά, κυκλοφόρησαν επίσης η συλλογή διηγημάτων του συγγραφέα «Εννέα ιστορίες και ένα λιμπρέτο» καθώς και επιλογή από τα ποιήματά του υπό τον τίτλο «Κουαρτέτο».
Η «Τζιοκόντα», μυθιστόρημα μόλις 130 σελίδων, μεταφράστηκε σε οκτώ γλώσσες: γαλλικά, αγγλικά, ιταλικά, γερμανικά, καταλανικά, εβραΐκά, ολλανδικά και τουρκικά. Ο Νίκος Κοκάντζης σπούδασε Ιατρική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και ειδικεύτηκε στην Ψυχιατρική στο Λονδίνο, όπου έζησε αρκετά χρόνια.

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -