Μια γατο-οικογένεια έσωσε τον Κώστα Βουτσά από την παγωνιά όταν έπαιζε στα μπουλούκια…

Χρόνια ανέχειας, στην αρχή της σταδιοδρομίας του, όταν δούλευε ακόμα σε μπουλούκια, πάμπτωχος, ο Κώστας Βουτσάς πέρασε μια δύσκολη νύχτα σε κωμόπολη της Μακεδονίας. Και ήταν τότε η πρώτη φορά που ένιωσε πως ο Θεός τον αγαπούσε…

Τα μπουλούκια ήταν ομάδες ηθοποιών, μικροί περιφερόμενοι θίασοι, οι οποίοι ταξίδευαν είτε με μέσα είτε με τα πόδια για να παρουσιάσουν μια παράσταση από τη μία άκρη της χώρας στην άλλη. Ένας τέτοιος ταξιδευτής ηθοποιός υπήρξε κάποτε και ο σπουδαίος μας Κώστας Βουτσάς: νομάς και περιπλανώμενος, από τον ένα ρόλο στον άλλον κι άρα, από τη μία ζωή στην άλλη. Ακροβάτης ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα.

 

 

Μια συναρπαστική διήγηση, που δείχνει τον χαρακτήρα, τη δύναμη, το πείσμα, το ψυχικό μεγαλείο του Κώστα Βουτσά αποκάλυψε ο Χρήστος Χωμενίδης σε μια τρυφερή ανάρτησή του στο Facebook. O συγγραφέας και ο ηθοποιός είχαν έρθει κοντά όταν ο Βουτσάς έπαιξε σε τηλεοπτική σειρά βασισμένη σε μυθιστόρημά του πριν από περίπου είκοσι χρόνια. Επρόκειτο για το σίριαλ “Η φωνή” (2001) που είχε παιχτεί στην ΕΤ1.

 

 

Ο Κώστας Βουτσάς είχε διηγηθεί και παλαιότερα τη συμπαθέστατη αυτή ιστορία. Έγινε όμως ευρύτερα γνωστή από την πρόσφατη μαρτυρία του Χρήστου Χωμενίδη:

«…Είχαμε παίξει σε μια κωμόπολη της Μακεδονίας, φτώχεια τότε και των γονέων, μόλις και μετά βίας μάς έδωσαν από ένα πιάτο μακαρόνια αλάδωτα. Άμα ήταν καλοκαίρι, δεν υπήρχε αμφιβολία πως θα κοιμόμασταν στα παγκάκια της πλατείας. Μα είχε ψοφόκρυο. Χιόνιζε. Το ‘χε στρώσει δέκα πόντους. Μάς σπλαχνίστηκε ο χανιτζής -«ξενοδοχείον» το ’λεγε μα χάνι ήταν- και μάς παραχώρησε τρία-τέσσερα δωμάτια. Σε εμένα έτυχε το μικρότερο, η σοφίτα, τουλάχιστον δεν θα το μοιραζόμουν.

Μπαίνω και τι να δω; Ράντζο ετοιμόρροπο, στρατιωτικού τύπου, και το χειρότερο σπασμένα τζάμια. Έμπαζε παγωνιά. Έπεσα με τα ρούχα, σκεπάστηκα όπως όπως με μια σκοροφαγωμένη κουβέρτα και με κάτι εφημερίδες κι έκλεισα τα μάτια. Κροτάλιζαν τα δόντια μου ώσπου με πήρε ο ύπνος… Στη μέση της νύχτας ξυπνάω από τη ζέστη. Μια ξαφνική χόβολη άλλο πράγμα! «Αυτό ήταν» σκέφτομαι. «Πέθανα και πήγα στον παράδεισο…». Ανασηκώνομαι και τι να δω στο φως του φεγγαριού; Μισή ντουζίνα γάτες και γατάκια, οικογένεια ολόκληρη, είχαν τρυπώσει από το σπασμένο τζάμι κι είχαν κουρνιάσει και γουργούριζαν πάνω μου! «Σε αγαπάει ο Θεός, Κωστάκη!», είπα τότε στον εαυτό μου».