Cat Is Art

Μαρία Δερεμπέ: Μήπως έχει έρθει η ώρα να απαλλαγούμε από το ναρκισσισμό και την προχειρότητα;

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Ένα κορίτσι που εκπέμπει αλήθεια και ζεστασιά. Ένα κορίτσι με γνησιότητα και ειλικρίνεια, με μάτια καθάρια, με αγάπη για τη ζωή, με ταλέντο, συνέπεια και υπευθυνότητα. Αυτές είναι μερικές μόνο από τις λέξεις με τις οποίες θα μπορούσα να χαρακτηρίσω αυτό το υπέροχο, λεπτεπίλεπτο και χαριτωμένο πλάσμα που ακούει στο όνομα Μαρία Δερεμπέ.

Ηθοποιός με πάνω από 10 χρόνια θητεία στη σκηνή, σπουδές στο κλασικό τραγούδι, μεταπτυχιακό στην “Ειδική Αγωγή και Ενταξιακή Εκπαίδευση”, είναι από τους καλλιτέχνες που διαλέγουν αναμφίβολα έναν διαφορετικό δρόμο, το δρόμο του “συνέχισε μόνος σου”, τον δρόμο του να επουλώνεις πληγές, δοκιμάζοντας τις αντοχές σου. Η Μαρία διαθέτει εκείνο το υψηλού επιπέδου προσωπικό φρόνημα που την κάνει να προσπαθεί μέσα από τις πράξεις της να ανιχνεύσει σε βάθος την ανθρώπινη ύπαρξη.

Ο καλλιτέχνης οφείλει να είναι ανθρωπιστής και η Μαρία Δερεμπέ προσπαθεί να υπηρετήσει αυτόν τον σκοπό. Στη συνέντευξη που δίνει στο catisart.gr, τα λόγια της έχουν αξία κι έναν ιδιαίτερο συμβολισμό καθώς μεταφέρουν με τον καλύτερο τρόπο το μήνυμα της συμπαραστάτης και της αλληλοβοήθειας στον δοκιμαζόμενο συνάνθρωπο. Στόχος της να δει πώς μπορεί να αξιοποιήσει παιδαγωγικά το εργαλείο του θεάτρου σε άτομα με αναπηρία (σημ. σ.: το αναθεωρημένο Σύνταγμα της Ελλάδας (2001) έχει καθιερώσει τον όρο «άτομα με αναπηρίες», σε αντικατάσταση του όρου «άτομα με ειδικές ανάγκες»).

Μέχρι σήμερα μάς έχει δώσει κομψές και ακριβείς, αποκαλυπτικές και ευαίσθητες ερμηνείες στο σανίδι και στην οθόνη. Θεωρεί ιερή την ίδια τη διάσταση του θεάτρου, “αυτή τη ζωοποιό γέφυρα ανάμεσα στην πραγματικότητα και την άλλη όχθη, ανάμεσα στη σκηνή και την πλατεία. Είναι πολύ ακριβή και πολύτιμη αυτή η ακροβασία και για τις δύο πλευρές όταν συμβαίνει στ’ αλήθεια. Ιερή επίσης είναι η διαδικασία της πρόβας όταν λειτουργεί όπως θα όφειλε γι’ αυτό αξίζει να προστατεύεται ώστε να ανθίζουν όλοι”, υπογραμμίζει.

“Η εμπορευματοποίησή της νομίζω είναι από τα πιο σημαντικά εμπόδια”, απαντά, όταν τη ρωτώ ποια εμπόδια πρέπει να ξεπεραστούν για να μπορέσει κάποιος να ασχοληθεί με την τέχνη. “Το να θέλουν κάποιοι να κάνουν «μπίζνα» κάτι τόσο σημαντικό, αδιαφορώντας για την κοινωνικο-πολιτική αποστολή της. Το να πρέπει να κάνεις χίλιες δουλειές παράλληλα για να επιβιώσεις”, συνεχίζει.

“Έχει τύχει να δω ανθρώπους μιας πορείας και ηλικίας στο χώρο που να ρουφούν το καθετί και να υπάρχουν σαν παιδιά στην πρόβα με άπειρα ερωτηματικά και ανεξάντλητη περιέργεια αλλά και ηθοποιούς που μόλις βγήκαν από τη σχολή και να είναι σίγουροι για το πώς πρέπει να γίνεται κάτι”, τονίζει. “Ομολογώ πως με προβληματίζει αυτός ο ρατσιστικός διαχωρισμός, ειδικά σε ένα χώρο όπως το θέατρο που θα έπρεπε να αγκαλιάζει τις αντιφάσεις και να αντιμάχεται τις ταμπέλες γιατί αναγνωρίζει μέσω της ίδιας του της υπόστασης, το «κάτω κείμενο»”, προσθέτει.

“Ο σύγχρονος άνθρωπος τρέχει σε έναν εικονικό διάδρομο γυμναστηρίου και δεν φτάνει ποτέ σε κανέναν προορισμό, δεν προλαβαίνει καν να δει γύρω του, χάνεται το ταξίδι της ζωής, χάνονται οι άλλοι άνθρωποι και το παράλογο είναι, πως νιώθει πως είναι παντοδύναμος”, επισημαίνει.

Μας μιλά για τις απλήρωτες πρόβες, τα ποσοστά, τις “στημένες ακροάσεις που δε σέβονται ούτε τον ηθοποιό ούτε βέβαια τον ίδιο τους τον εαυτό, τα κρατικά θέατρα που ανοίγουν τις πόρτες τους μόνο σε μια χούφτα ανθρώπων (των ίδιων συνήθως), αφήνοντας απροκάλυπτα απ’ έξω τόσο κόσμο λες και πρόκειται για κάποιο μαγαζάκι”…

“Θα ήθελα να δω άλλες ακροάσεις με αλήθεια και γνήσιο ενδιαφέρον για τον άνθρωπο που σε τιμά, που σε επιλέγει για να σου αφήσει κάτι από τον εαυτό του είτε σου αρέσει αυτό είτε όχι”, λέει και ρωτά: “Γιατί δεν μας κοιτούν στα μάτια, γιατί εμείς τους αφιερώνουμε το χρόνο μας ενώ εκείνοι όχι; Μήπως έχει έρθει η ώρα να απαλλαγούμε από το ναρκισσισμό, το σύμπλεγμα κατωτερότητας και την προχειρότητα;”.

 

***

 

 

*Κατάγομαι από την Κωνσταντινούπολη. Ο παππούς μου έμενε στο Πέραν (Beyoğlu). O προ-παππούς μου όμως, καταγόταν από την Καππαδοκία, οπότε οι βαθύτερες ρίζες μου, μάλλον ξεκινούν από εκεί. Μεγάλωσα ανάμεσα στον Πειραιά και σε μία από τις συνοικίες του, που υπήρξαν προσφυγουπόλεις, τη Νίκαια. Την αιματοβαμμένη ιστορία της και την πολιτιστική κληρονομιά που άφησαν πίσω τους όλοι αυτοί οι άνθρωποι που ξεριζώθηκαν, την εκτίμησα τα τελευταία χρόνια, παρότι έχω ακόμη την εικόνα της γιαγιάς μου να μιλάει για την Πόλη και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, να βγάζει το μαντιλάκι της από την τσέπη του φορέματός της και να κλαίει. Λίγα καταλάβαινα τότε, την έχασα όταν ήμουν περίπου 9 ετών, αλλά το εργοστάσιο των αναμνήσεων ξέρει τι να φυλάξει. Την πόλη αυτή λοιπόν, τη σέβομαι για το παρελθόν που κουβαλάει και χαίρομαι που πρόλαβα για λίγο να δω ανθρώπους να συζητούν στις φρεσκοασβεστωμένες αυλές ανάμεσα στα νεράντζια και τα γεράνια και να χαίρονται με τα απλά της ζωής. Ωστόσο, οι προσφυγικές κατοικίες του τότε είναι εγκαταλειμμένες από τη δεκαετία του ’90 και στέκονται σχεδόν ρημαγμένες περιμένοντας κάτι αδιευκρίνιστο, ενώ θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν και να αποτελούν μνημειακή αναφορά. Σε γενικές γραμμές, αν και υπάρχουν λίγες ενδιαφέρουσες γωνιές, η αισθητική που επικρατεί, είναι μάλλον απογοητευτική κι αντικατοπτρίζει νομίζω ταξικές διακρίσεις. Ελπίζω μελλοντικά, αυτό να αλλάξει.

Ποιες είναι οι πιο αγαπημένες αναμνήσεις από την παιδική σου ηλικία;

*Ευτυχώς, ανήκω σε μια γενιά, που ανακάλυψε τον κόσμο και τον εαυτό της παίζοντας με τις ώρες στις γειτονιές και στις πλατείες.
Θυμάμαι το κρυφτό, που δεν τελείωνε παρά μόνο όταν πλέον είχε βραδιάσει… τις βόλτες με το ποδήλατο… τις εξερευνήσεις «στοιχειωμένων» σπιτιών με τους φίλους μου και όλα τα κατασκηνωτικά καλοκαίρια με τις καθιερωμένες «κραυγές» και τα συνθήματα, τις φωτιές στην άμμο, τους στίχους ροκ συγκροτημάτων γραμμένους σε τετράδια, τσάντες και παγκάκια… τα πρώτα σκιρτήματα… το πρώτο φιλί… τη μυρωδιά των καινούργιων μολυβιών το Σεπτέμβρη… το αβίαστο, πηγαίο γέλιο…

 

 

Ποια ήταν η πρώτη παράσταση που παρακολούθησες;

*Η πρώτη παράσταση για παιδιά που παρακολούθησα είχε πρωταγωνιστή τον Ροζ Πάνθηρα! Το μόνο που θυμάμαι, ήταν πως αυτό που με ενδιέφερε δεν ήταν τόσο αυτό που διαδραματιζόταν επί σκηνής, όσο οι παρασκηνιακές συμπεριφορές. Είχε κάτι από μαγεία αυτή η είσοδος κι έξοδος των ηθοποιών από τη σκηνή. Η πρώτη παράσταση ενηλίκων που είδα, ήταν το “Μάνα, μητέρα, μαμά” του Γιώργου Διαλεγμένου με την Ντίνα Κώνστα, τον Μίμη Χρυσομάλλη, τον Σταμάτη Φασουλή και τη Μαρία Καβογιάννη στο θέατρο «Βεάκη».

Πότε και γιατί αποφάσισες να ασχοληθείς με το θέατρο; 

*H απόφαση προέκυψε έπειτα από έναν πρώτο κύκλο σπουδών, που όσο κι αν με ικανοποιούσε, ένιωθα ότι άφηνε ένα κομμάτι του εαυτού μου απροσπέλαστο. Τότε συνειδητοποίησα πως θα ήταν πολύ άδικο να μη μου δώσω την ευκαιρία να δοκιμαστώ σε αυτό που πάντα ενδόμυχα ήθελα. Αν και υπάρχουν πράγματα που αγγίζουν μια απροσδιόριστη «περιοχή», η επιθυμία μου αυτή, υποψιάζομαι πως πηγάζει από χαρακτηριστικά της ιδιοσυγκρασίας μου, τα οποία διαισθανόμουν ότι θα έβρισκαν διέξοδο μέσω της θεατρικής διαδικασίας, από την καταδίωξη της πραγματικότητας που πάντα με απωθούσε αλλά και από την ίδια τη μυσταγωγία του θεάτρου με την έντονη έλξη που μου ασκούσε.

Ποιοι άνθρωποι σε ενθάρρυναν και ποιοι δάσκαλοι σε στήριξαν;

*Η οικογένειά μου, οφείλω να ομολογήσω πως ουδέποτε υπήρξε αρνητική ως προς αυτή την επιλογή, είχαμε και έχουμε άλλωστε αρκετούς μουσικούς στο ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον αλλά δεν δίσταζε και να εκφράζει την ανησυχία της για το ζήτημα της οικονομικής ανασφάλειας, κάτι που εγώ τότε ερμήνευα ως μη αποδοχή. Αντιστεκόμουν, δεν ήθελα να δεχτώ πως τα λεφτά θα καθορίσουν κάτι τόσο σημαντικό όπως είναι η επαγγελματική μου ταυτότητα και το όνειρό μου. Τώρα βέβαια κατανοώ την ανησυχία τους, αλλά και να γύριζε ο χρόνος πίσω, μάλλον το ίδιο θα επέλεγα. Δηλώνω αμετανόητη.
Την ουσιαστική συμπαράσταση και την ενθάρρυνση, τη συνάντησα περισσότερο στους δασκάλους μου νομίζω. Μέχρι και τώρα, λαχταρώ να ανταμώνω με ανθρώπους φωτισμένους και γενναιόδωρους. Έχω μεγάλη ανάγκη αυτή την ανταλλαγή, με εμπνέει και με κινητοποιεί για το επόμενο βήμα. Δεν μπορώ να μην αναφέρω δύο αγαπημένους μου καθηγητές στα χρόνια της φοίτησής μου στη δραματική σχολή: ο Στέλιος Παυλίδης που δεν βρίσκεται δυστυχώς πλέον κοντά μας και ο Δημήτρης Ήμελλος. Και οι δύο, ανήκουν σε εκείνες τις εκλεκτικές συνδέσεις. Κάτι είδα και νομίζω κάτι είδαν κι εκείνοι σε μένα. Κάπου συναντηθήκαμε κι αυτό τελικά, δεν είναι καθόλου αυτονόητο. Οι μνήμες που έχω από αυτούς τους δύο ανθρώπους, με συγκινούν πάντα και μου υπενθυμίζουν γιατί αγαπώ τόσο πολύ το θέατρο. Υπήρξα τυχερή που βρέθηκαν στον δρόμο μου, αποτελούν φάρους σε σκοτεινά νερά.
Αργότερα, μπήκα με κατατακτήριες στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ, όπου κι εκεί είχα την τύχη να συναντήσω ανθρώπους όπως τον Μάνο Στεφανίδη που μας έκανε Ιστορία της Τέχνης, τον Γρηγόρη Ιωαννίδη, τη Νίκη Μιχαλά με υπέροχα μαθήματα επιλογής για τον  Σ. Μπέκετ και το Θέατρο Κούκλας και πολλούς ακόμη, που θεωρώ πως μου άνοιξαν το μυαλό. (Ας με συγχωρήσουν που τους αναφέρω ονομαστικά, νομίζω όμως πως κάποια πράγματα πρέπει να λέγονται με το “όνομά” τους). Αν βέβαια γυρίσω πολύ πιο πίσω, θυμάμαι με νοσταλγία έναν καθηγητή χημείας στο Γυμνάσιο, που μας προσέγγισε με αγάπη και αλήθεια, όπως και μια καθηγήτρια εικαστικών που με έβαζε να τραγουδάω όσο ζωγραφίζαμε.

Ποιες ήταν οι αρχικές σου σπουδές;
*Οι αρχικές σπουδές μου ήταν στην Προσχολική Αγωγή. Κατόπιν μπήκα και αποφοίτησα από τη Δραματική Σχολή κι έπειτα έδωσα κατατακτήριες και μπήκα στο ΕΚΠΑ, στο τμήμα Θεατρικών Σπουδών, το οποίο ολοκλήρωσα το 2015.
Το μεταπτυχιακό που κάνω, είναι πάλι στο ΕΚΠΑ, στο ΤΕΑΠΗ συγκεκριμένα (Τμήμα Αγωγής και Εκπαίδευσης στην Προσχολική Ηλικία) και έχει κατεύθυνση στην “Ειδική Αγωγή”. Στόχος είναι να δω πώς μπορώ να αξιοποιήσω παιδαγωγικά το εργαλείο του θεάτρου σε άτομα με αναπηρία ή μαθησιακές δυσκολίες.

 

 

Ποια ήταν η πρώτη φορά που εμφανίστηκες ως ηθοποιός;

*Η πρώτη μου εμφάνιση ήταν τηλεοπτική ενόσω ήμουν στη δραματική σχολή και συγκεκριμένα, υποδυόμουν για μερικά επεισόδια την κόρη του Χρήστου Βαλαβανίδη στη σειρά του Διονύση Χαριτόπουλου “Λίστα Γάμου”, σε σκηνοθεσία Νίκου Κουτελιδάκη στη ΝΕΤ. Δεν το απόλαυσα ιδιαίτερα για να είμαι ειλικρινής, ήταν μια άλλη διαδικασία, πολύ διαφορετική απ’ όσα μαθαίναμε στη σχολή, ήταν όμως και πολύ νωρίς ακόμη για μένα.

Τι θεωρείς ιερό στο θέατρο;

*Ιερή θεωρώ την ίδια τη διάστασή του, αυτή τη ζωοποιό γέφυρα ανάμεσα στην πραγματικότητα και την άλλη όχθη, ανάμεσα στη σκηνή και την πλατεία. Είναι πολύ ακριβή και πολύτιμη αυτή η ακροβασία και για τις δύο πλευρές όταν συμβαίνει στ’ αλήθεια. Ιερή επίσης είναι η διαδικασία της πρόβας όταν λειτουργεί όπως θα όφειλε γι’ αυτό αξίζει να προστατεύεται ώστε να ανθίζουν όλοι.

Ποια εμπόδια πρέπει να ξεπεραστούν για να μπορέσει κάποιος να ασχοληθεί με την τέχνη;

*Είναι τόσα πολλά. Η εμπορευματοποίησή της νομίζω είναι από τα πιο σημαντικά εμπόδια. Το να θέλουν κάποιοι να κάνουν «μπίζνα» κάτι τόσο σημαντικό, αδιαφορώντας για την κοινωνικο-πολιτική αποστολή της. Το να πρέπει να κάνεις χίλιες δουλειές παράλληλα για να επιβιώσεις. Τα στερεότυπα επίσης που αναπαράγονται με όλες στρεβλώσεις και την ευκολία που κουβαλούν σε μια εποχή που όλα αποδομούνται.

Σε ποια θεατρικά έργα θέλεις να παίξεις και ποιους ρόλους να υποδυθείς;

*Αν και όσο ωριμάζεις, θεατρικά και προσωπικά, εκτιμάς πάνω απ’ όλα την καλή συνεργασία και την ουσιαστική επικοινωνία, δε θα ήμουν ειλικρινής αν έλεγα πως οι επιθυμίες μου αρκούνται σε αυτό και μόνο. Φυσικά, είναι άπειρα όσα θα ήθελα να αγγίξω αλλά αν πρέπει να επιλέξω, νομίζω πως θα μου άρεσε πολύ αν μου δινόταν η ευκαιρία να παίξω Σαίξπηρ και Τσέχωφ. Όσο για ρόλους, θα προτιμούσα να με επιλέξουν εκείνοι όταν θα είμαι πραγματικά έτοιμη για αυτούς.

 

 

Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου θεατρικοί συγγραφείς;

*Εκτός από τους προαναφερόμενους, λατρεύω το σύμπαν του Μπέκετ, τη γραφή της Λούλας Αναγνωστάκη και, φυσικά, τους αρχαίους μας.

H δημοσιότητα βοηθά τον καλλιτέχνη;

*Αν και δεν έχω αντίστοιχη εμπειρία, νομίζω πως αρχικά, πρέπει να ορίσουμε την έννοια του «καλλιτέχνη». Αν αυτή, περιορίζεται στο «καλλιτεχνίζω», τότε υποθέτω πως ως ένα βαθμό, ναι, και αναμφίβολα, υπάρχουν και περιπτώσεις ανθρώπων, που έχουν καταφέρει να συνδυάσουν φήμη και καλλιτεχνική πραγμάτωση. Δε θεωρώ όμως πως είναι κάτι εύκολο. Ζούμε άλλωστε σε μια εποχή που η δημοσιότητα προηγείται της ποιότητας. Ακόμη και το παρελθόν σε όλα τα πεδία των Τεχνών, μας υπενθυμίζει πως αυτά τα δύο δεν πάνε συνήθως μαζί. Συνεπώς, αισθάνομαι πως πρέπει κανείς να είναι καχύποπτος, πάντα βέβαια σε συνάρτηση με τις πραγματικές επιδιώξεις του και χωρίς φυσικά, να αποστερείται από την πιθανότητα ενός ενδεχόμενου ρίσκου.

Έχεις συνεργαστεί μέχρι τώρα με πολλούς συναδέλφους σου, συνομηλίκους σου αλλά και μεγαλύτερους. Η προσαρμοστικότητα, η διαθεσιμότητα, η ευελιξία στον ηθοποιό είναι θέμα ηλικίας;

*Υπάρχει αυτή η προκατάληψη σε σχέση με τη βιολογική ηλικία και η αλήθεια είναι, πως μπορώ να καταλάβω το επιχείρημα που την έχει δημιουργήσει. Όμως, ακριβώς επειδή έχω συνυπάρξει με ηθοποιούς διαφορετικών γενεών, πιστεύω πως αυτό είναι πολύ σχετικό και μάλλον πηγάζει από την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη διάθεσης για εξέλιξη. Ένας ηθοποιός που αντιλαμβάνεται τις ανεπάρκειές του και δε θεωρεί πως τα ξέρει όλα, σε συνδυασμό με την πολυδιάστατη φύση του θεάτρου που αντανακλά κάθε φορά την εποχή του, είναι ένας ηθοποιός που πάντα θα ψάχνει και θα μαθαίνει, οπότε δεν τίθεται ζήτημα μη ευελιξίας ή προσαρμοστικότητας. Έχει τύχει να δω ανθρώπους μιας πορείας και ηλικίας στο χώρο που να ρουφούν το καθετί και να υπάρχουν σαν παιδιά στην πρόβα με άπειρα ερωτηματικά και ανεξάντλητη περιέργεια αλλά και ηθοποιούς που μόλις βγήκαν από τη σχολή και να είναι σίγουροι για το πώς πρέπει να γίνεται κάτι. Κι ομολογώ πως με προβληματίζει αυτός ο ρατσιστικός διαχωρισμός, ειδικά σε ένα χώρο όπως το θέατρο που θα έπρεπε να αγκαλιάζει τις αντιφάσεις και να αντιμάχεται τις ταμπέλες γιατί αναγνωρίζει μέσω της ίδιας του της υπόστασης, το «κάτω κείμενο». Καθρεφτίζονται άλλωστε αυτές οι επιλογές, και στις νομολογίες σχετικά με το όριο ηλικίας στη δραματική σχολή του Εθνικού και τη Σχολή Σκηνοθεσίας. Κι είναι τόσο αστείο αν σκεφτεί κανείς, πως ειδικά σε ό,τι αφορά τη σκηνοθεσία, εκτός από ευελιξία, απαιτείται και ένα εμπειρικό απόσταγμα σε συνδυασμό με μια σειρά από διαφορετικές γνώσεις και ευθύνες που, συνήθως, ο χρόνος έχει την ικανότητα να προσεγγίζει. Γιατί λοιπόν να αποκλείονται άνθρωποι; Πώς είναι δυνατόν η ηλικία να αποτελεί, αντί για δώρο, εμπόδιο σε ανθρώπους του θεάτρου; Δε θα έπρεπε έτσι κι αλλιώς, η κάθε περίπτωση να αξιολογείται διαφορετικάΓιατί τόση γενίκευση;

Τι σου στέρησε η καραντίνα και τι σου άφησε με τη λήξη της;

*Η καραντίνα με βρήκε σε μια φάση της ζωής μου, η οποία ήταν ήδη αρκετά πιεστική λόγω υποχρεώσεων αλλά και εξαιτίας προσωπικών αλλαγών και «μετακινήσεων». Με μια έννοια, ήρθε και πάτησε επάνω σε ένα -ασυνείδητα- προετοιμασμένο έδαφος. Παρ’ όλα αυτά, μου στέρησε κάτι από την αφελή πεποίθησή μου πως κάποια πράγματα ανήκουν σε ένα μακρινό παρελθόν και δε θα με προσεγγίσουν ποτέ. Όλοι απ’ ό,τι φαίνεται, έχουμε μερίδιο στο Παράλογο και το Απρόβλεπτο, κανείς μας δεν γλιτώνει. Τη λήξη της, τη φανταζόμουν πιο έντονη, λίγο πιο κινηματογραφική ίσως. Μετά λύπης μου όμως, παρατηρώ πως το πρόβλημα δεν ήταν η καραντίνα αλλά τα απόνερά της. Αυτό που μου άφησε, είναι να μην ξεχνώ τις παύσεις.

Ένιωσες αδύναμη ως άνθρωπος μέσα σ’ αυτή την κατάσταση;

*Εντελώς! Όμως, όσο κι αν μοιάζει παράδοξο, αυτή η αναγνώριση της ανθρώπινης αδυναμίας, όταν δεν έχεις κάτι άλλο να κάνεις παρά να την αποδεχτείς, είναι σχεδόν λυτρωτική. Μπορεί βέβαια να βοήθησε σε αυτή την αίσθηση, το γεγονός πως με έναν τρόπο, ήμασταν όλοι μαζί, θεατές στο ίδιο έργο. Αλλά κι αυτό ψευδαίσθηση δεν είναι; Δεν το ζήσαμε όλοι από το ίδιο μετερίζι. Παρ’ όλα αυτά, υπήρξε νομίζω για λίγο μια εικόνα κοινής συμπόρευσης.

Ποιο ήταν το πρώτο που έκανες με την άρση των περιοριστικών μέτρων;

*Συνάντησα μια αγαπημένη μου φίλη.

Τι πρέπει να αναθεωρήσουμε στον τρόπο της ζωής μας μετά την πανδημία;

*Κάπου διάβασα πρόσφατα κάτι από τον David Suzuki, που έλεγε πως: «Είμαστε σε ένα γιγαντιαίο αυτοκίνητο που κατευθύνεται προς έναν τοίχο και όλοι μαλώνουμε για το πού θα καθίσουμε». Τη συλλογικότητα, τη φθαρτότητα και τον χρόνο που τον σπαταλάμε άσκοπα νομίζω ότι πρέπει να αναθεωρήσουμε. Ο σύγχρονος άνθρωπος τρέχει σε έναν εικονικό διάδρομο γυμναστηρίου και δεν φτάνει ποτέ σε κανέναν προορισμό, δεν προλαβαίνει καν να δει γύρω του, χάνεται το ταξίδι της ζωής, χάνονται οι άλλοι άνθρωποι και το παράλογο είναι, πως νιώθει πως είναι παντοδύναμος. Ε, δεν είναι… Aπό ‘κει και πέρα, ο καθένας από εμάς ίσως να ήρθε αντιμέτωπος με κάτι πιο προσωπικό, με κάτι που καμία φορά παραμένει κλειδωμένο στο συρτάρι από φόβο.

 

 

Η κρίση και η σκέψη των ανθρώπων μπορεί να επηρεαστεί από φήμες και ψευδείς πληροφορίες;

*Σίγουρα. Είναι πολύ εύκολο να πέσεις σε αυτή την παγίδα, πόσω μάλλον στην εποχή των social media όπου το περιτύλιγμα μιας είδησης, είναι αρκετά ελκυστικό. Μαθαίνεις νομίζω όμως εν καιρώ, ακόμη κι αν «μασήσεις», να φτύσεις στο τέλος τα κουκούτσια και να κρατήσεις αυτό που στ’ αλήθεια σε αφορά, να αποκτάς κριτική σκέψη.

Ποια είναι η θέση του καλλιτέχνη σήμερα; Θεωρείς δύσκολη την εποχή μας για την τέχνη και το θέατρο;

*Τα κοινωνικά δεδομένα αλλάζουν πλέον με απίστευτη ταχύτητα και η δεδομένη συγκυρία, όντως, έβγαλε όλες τις χρόνιες αγκυλώσεις στην επιφάνεια. Είναι σα να άνοιξε το κουτί της Πανδώρας και ξεχύθηκαν όλα τα καταχωνιασμένα δεινά. Δεν το βλέπαμε όμως να έρχεται; Νομίζω πως το ξέραμε μέσα μας, το περιμέναμε με έναν τρόπο. Στο παρελθόν, όπως π.χ. επί δικτατορίας, δεν άφησε η Τέχνη τη δική της σφραγίδα; Δε ζούσα τότε, όμως το έργο όλων αυτών των ανθρώπων, είναι θησαυρός, είναι η ίδια η ελπίδα. Εμπιστεύομαι το συλλογικό ασυνείδητο. Φοβάμαι πως οι ανισότητες θα είναι πιο έντονες από πριν για ένα διάστημα, όμως μόνο η Τέχνη έχει απομείνει για να μας φέρνει πιο κοντά σε αυτό που πάνε να μας κλέψουν: την επαφή με το συναίσθημα, τον δημιουργικό εαυτό μας, την ελευθερία και το ομαδικό όραμα. Τη φοβούνται την Τέχνη, πάντα τη φοβόντουσαν γιατί βάζει το μαχαίρι στο κόκαλο και ξεβολεύει. Νομίζω ότι αυτό πρέπει να αποτελέσει την κινητήριο δύναμή μας. Ας σωπάσουμε για λίγο παρατηρώντας κι ας βγούμε μετά και πάλι στην αρένα.

Συνάδελφοί σου και άνθρωποι των τεχνών εν γένει ξεκίνησαν πρόσφατα την Πρωτοβουλία #SupportArtWorkers. Πιστεύεις ότι τώρα είναι η κατάλληλη συγκυρία για να τεθούν θέματα που χρονίζουν στον κλάδο;

*Δεν ξέρω πόση συγκρότηση και καθαρότητα μπορεί να έχει τελικά μια τέτοια πρωτοβουλία, γιατί υπάρχει έντονη ανομοιογένεια, οι τακτικισμοί παραμένουν και συχνά χάνεται η ψυχραιμία αγγίζοντας ενίοτε τη γραφικότητα, νομίζω όμως πως ήταν καλό που δημιουργήθηκε γιατί άρχισαν να ονοματίζονται πράγματα που κρύβαμε για χρόνια κάτω από το χαλί και το πολύ πολύ, να γκρινιάζαμε γι’ αυτά μεταξύ μας, φοβούμενοι μήπως πούμε κάτι και προστεθούμε στην περιβόητη «μαύρη λίστα». Ας εκτεθούμε λοιπόν, αν και εκτίθεται κανείς όταν διακινδυνεύει κάτι να χάσει. Σε αυτή τη φάση, ομολογώ πως δεν ξέρω πόσα υπάρχουν για να χάσουμε. Έστω κι έτσι όμως, ας τα πούμε έξω από τα δόντια.
Οι απλήρωτες πρόβες, τα ποσοστά, οι στημένες ακροάσεις που δε σέβονται ούτε τον ηθοποιό ούτε βέβαια τον ίδιο τους τον εαυτό, τα κρατικά θέατρα που ανοίγουν τις πόρτες τους μόνο σε μια χούφτα ανθρώπων (των ίδιων συνήθως), αφήνοντας απροκάλυπτα απ’ έξω τόσο κόσμο λες και πρόκειται για κάποιο μαγαζάκι ή λες και δεν υπάρχουν άλλοι άξιοι καλλιτέχνες, η ελιτίστικη πολιτική των πολιτιστικών θεσμών που φυσικά μεγεθύνει και καθρεφτίζει το κοινωνικό προφίλ της χώρας, η ακρωτηριασμένη θεατρική εκπαίδευση που αναρωτιέται κανείς αν εν τέλει, σου ανοίγει ή αν σου κόβει τα φτερά, το Σωματείο που ουδέποτε, οι περισσότεροι από εμάς, στηρίξαμε αλλά ούτε κι εκείνο μπόρεσε να μας στηρίξει επί της ουσίας, οι άπειρες δραματικές σχολές, η αμφίβολη ποιότητα κι η ελλιπής κατάρτιση όσων διδάσκουν και σκηνοθετούν, η απουσία παιδαγωγικής διάστασης στο αντικείμενο, οι κακοποιητικές συμπεριφορές που θεωρούνται φυσιολογικές, οι επιλογές και η αισθητική των περισσότερων παραστάσεων, που είχαν αποτραβηχτεί από την ουσία παριστάνοντας και πουλώντας κάτι που δεν είναι, η τεχνολογία που μας χτυπά την πόρτα, οι καλλιτέχνες με αναπηρία κι η αδιαφορία του κράτους γι’ αυτούς και πόσα ακόμη, μας ζητούν να αντικρίσουμε κάποια πράγματα κατάματα.

Ποιες είναι οι προσδοκίες σου από αυτές τις κινητοποιήσεις;

*Δεν περιμένω θαύματα, οφείλω να παραδεχτώ πως έχει κλονιστεί η εμπιστοσύνη μου, αλλά ευελπιστώ ότι θα υπάρξει μια ηθικού τύπου δέσμευση για εξισορρόπηση κάποιων -κοινά αποδεκτών- κακώς κειμένων, όπως οι οικονομικοί όροι που επικρατούν και ότι δε θα χαθεί αυτή η τάση για συλλογικότητα. Θα ήθελα να δω άλλες ακροάσεις με αλήθεια και γνήσιο ενδιαφέρον για τον άνθρωπο που σε τιμά, που σε επιλέγει για να σου αφήσει κάτι από τον εαυτό του είτε σου αρέσει αυτό είτε όχι. Δε θα ξεχάσω ποτέ, ότι ο Ανατόλι Βασίλιεφ για τη «Μήδεια», που σκηνοθέτησε το 2008, στην πρώτη φάση της ακρόασης, μάς ζήτησε απλώς να πούμε δυο λόγια για εμάς! Μπήκαμε σε μικρές ομάδες και καθίσαμε απέναντί του, κοιταχτήκαμε στα μάτια και συζητήσαμε. Τίποτα άλλο. Πώς γίνεται ένας θεατράνθρωπος του δικού του μεγέθους, να ενδιαφέρεται πάνω απ’ όλα για τον άνθρωπο και εδώ, να σου ζητούν τα πάντα εκτός από το βασικό; Γιατί δεν μας κοιτούν στα μάτια, γιατί εμείς τους αφιερώνουμε το χρόνο μας ενώ εκείνοι όχι; Μήπως έχει έρθει η ώρα να απαλλαγούμε από το ναρκισσισμό, το σύμπλεγμα κατωτερότητας και την προχειρότητα;
Ο Εουτζένιο Μπάρμπα άφησε πρόσφατα ένα μήνυμα στους ανθρώπους του θεάτρου, που αισθάνομαι να με αφορά απολύτως: «Μπορεί η πανδημία να είναι ο προάγγελος της επιστροφής στην ταπεινότητα, στην ουσία και στη βαθύτερη δυναμική του επαγγέλματός μας». Στη ρίζα λοιπόν, ας επιστρέψουμε εκεί.

Ποια μέρα της ζωής σου θα μείνει ανεξίτηλη;

*Δύσκολο να περιοριστώ μόνο σε μία. Νομίζω όλες εκείνες οι ημέρες που σημαδεύτηκαν από κάποια εξαιρετικά φωτεινή ή πικρή ανακάλυψη για τη ζωή και για μένα. Ο θάνατος της γιαγιάς μου, η κηδεία του πατέρα μου, η πρώτη μου ερωτική συνεύρεση, όταν έμαθα πως πέρασα στο Πανεπιστήμιο, η μέρα που έδωσα εξετάσεις στο Υπουργείο, η πρώτη φορά που έπαιξα στην Επίδαυρο, το πρώτο μου μεθύσι, το πρώτο μου ταξίδι στο εξωτερικό, η πρώτη φορά που έφυγα για να μείνω μόνη μου, η πρώτη φορά που μπήκα στις Φυλακές Κορυδαλλού για να «διδάξω», οι φορές που ένιωσα να ραγίζω από μια ερωτική προδοσία ή να ματαιώνομαι από το συγγενικό μου περιβάλλον, είναι κάποιες από αυτές.

Τι θεωρείς αντιαισθητικό;

*Τις επιταγές της σύγχρονης κουλτούρας σχετικά με τα πρότυπα ομορφιάς, την αγένεια, την εύκολη κριτική, τη δηθενιά, τις fast-food ερωτικές σχέσεις, τα χοντροκομμένα αστεία, τον ανταγωνισμό, τα shows που σχετίζονται με κάποια μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης, την έλλειψη ποδηλατοδρόμων και πρασίνου, τη μη φροντίδα των αδέσποτων.

Τι σημαίνουν για σένα οι λέξεις «φόβος» και «θυμός»;

*Και τα δύο είναι εξίσου χρήσιμα γιατί σε προειδοποιούν για κάτι σημαντικό για σένα. Συνήθως το ένα τροφοδοτεί το άλλο. Αισθάνομαι όμως ότι το συναίσθημα του θυμού, αν καταφέρει να περάσει από το στάδιο των ενοχών και του τραύματος, μπορεί να είναι πολύ θετικό κι ωφέλιμο. Θυμάμαι μια καθηγήτρια φωνητικής, που μας είχε πει ότι πολλές παθήσεις, όπως π.χ. του θυρεοειδούς αδένα, συνδέονται με μη εκφρασμένα συναισθήματα θυμού. Μας προέτρεπε μάλιστα να θυμώνουμε, να βρίζουμε, να φωνάζουμε, να μην ενοχοποιούμαστε όταν μας προκύπτει, να μην καταπίνουμε αυτό που μας ενοχλεί και δηλητηριάζουμε μόνοι μας το ίδιο μας το σώμα.

Οι λέξεις «έρωτας» και «αγάπη»;

*Ο έρωτας σε κάνει να ανθείς για όσο διαρκεί, να βλέπεις τον κόσμο με τα γυαλιά της αισιοδοξίας και μπορεί να μην αφορά μόνο σε έναν άνθρωπο αλλά και σε μια ιδέα, σε μια αποστολή. Την αγάπη την ψάχνω σε όλες της τις εκφάνσεις πλέον, προσπαθώ να την καταλάβω και να χτίσω επάνω σε αυτήν. Είναι τόσο πολυφορεμένη έννοια, στο όνομά της έχουν διαπραχτεί τα μεγαλύτερα εγκλήματα, αλλά ιδανικά, θα ήθελα να συνεχίσω να την καλλιεργώ και να συναντώ ανθρώπους που να θέλουν κι εκείνοι το ίδιο.

Οι λέξεις «συγχώρεση» και «συγγνώμη»;

*Τυχεροί κι ευλογημένοι όσοι ξέρουν να συγχωρούν. Μερικές φορές, αργεί να μου συμβεί κι αυτό, είναι κάτι που ξέρω καλά, πως πρέπει να δουλέψω γιατί δημιουργεί κόμπους και ρωγμές στη σχέση νου και σώματος.
Η «συγγνώμη» είναι μια λέξη που αν δεν γίνεται καραμέλα, την ακολουθεί η εκδήλωση μιας γενναίας και τίμιας παραδοχής που αξίζει το σεβασμό.

 

 

Αν βρισκόσουν τώρα μπροστά σε ένα παράθυρο, τι τοπίο θα ήθελες να έβλεπες;

*Θάλασσα. Έχω ανάγκη να χαθεί το βλέμμα μου στην απεραντοσύνη της θάλασσας για ώρες ατελείωτες.

Πώς είναι η καθημερινότητά σου και ποιες οι αγαπημένες σου συνήθειες;

*Αγαπώ τις βόλτες με το ποδήλατο και να διαβάζω μυθιστορήματα, να πηγαίνω σινεμά, να πίνω τον καφέ μου το πρωί ακούγοντας μουσική, να παίζω με τους γάτους μου. Επίσης, κοιμάμαι πολύ αργά, από τα σχολικά μου χρόνια, έχω τεράστια δυσκολία με τη συγκέντρωση κατά τις πρωινές ώρες κι έτσι, κάνω τα πάντα -στο βαθμό που γίνεται- το βράδυ.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σου;

*Θα ήθελα να ολοκληρώσω το μεταπτυχιακό μου και τις σπουδές μου στο ωδείο και να έχω την ευκαιρία να συνεχίσω τα μαθήματα στις Φυλακές, είναι κάτι που με ενδιαφέρει στ’ αλήθεια. Θα μου άρεσε επίσης, να προσέγγιζα ακόμη πιο φροντισμένα την αφήγηση παραμυθιών. Το θέατρο το αγαπώ τόσο πολύ, που δε θα ήθελα να γαντζώνομαι εμμονικά από αυτό. Δεν είμαι μόνο ένα πράγμα άλλωστε, έχω κι άλλα να ανακαλύψω για μένα. Ελπίζω ωστόσο, η επόμενη θεατρική συνάντηση, να είναι πραγματικά όμορφη αλλά και να έρθει όσο πιο σύντομα γίνεται η στιγμή, που θα έχω περισσότερο ελεύθερο χρόνο.

Τέλος, ποια είναι η σχέση σου με τα ζώα; Συμβιώνεις με κάποιο κατοικίδιο;

*Μεγάλωσα με σκύλο και ενδιάμεσα είχα χελωνίτσες, παπάκια, παπαγάλους. Έχω μεγάλη ανάγκη από τη συντροφιά τους. Τώρα, συμβιώνω με δύο γάτους, τον Μαρσέλ και τον Τουλούζ. Είναι οικογένειά μου, κομμάτι από μένα, δεν μπορώ να με φανταστώ μακριά τους. Πάντα με γοήτευαν αυτά τα πλάσματα. Ανένταχτα και ελεύθερα. Από μικρή, προσπαθούσα να αποκωδικοποιήσω τη γλώσσα του σώματός τους και να ερμηνεύσω τις φωνές τους. Ακόμη και τώρα, τους μιλάω. Μου διδάσκουν την ανεξικακία, την απλότητα και την αξία της σιωπής. Μερικές φορές ανησυχώ μήπως δεν τους προσφέρω όσα εκείνοι σε μένα.

•Φωτογραφίες: Σπύρος Κούρκουλας

Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΜαρία Δερεμπέ: Μήπως έχει έρθει η ώρα να απαλλαγούμε από το ναρκισσισμό και την προχειρότητα;

Related Posts